Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ



ΜΕΤΣΑ ΜΑΡΙΑ
10.09.2015

Ένα δροσερό αεράκι «χτύπησε» την πλάτη μου και απέραντη πρασινάδα εμφανίστηκε μπροστά μου, «Αχ, Θεέ μου», λίγα δέντρα δεξιά και αριστερά συμπλήρωναν την ομορφιά. Περπάταγα με δυσκολία, κοίταξα τα πόδια μου, σκονισμένα και πρησμένα, δεν άντεχαν πολύ ακόμα γιατί περπάταγα καιρό, δεν θυμάμαι, δεν θυμάμαι καν το πρόσωπό μου.  «Κάνε υπομονή» έλεγα στον εαυτό και πλησίασα ένα δέντρο. «Να ξεκουραστώ» είπα. «Και μετά; Ξέχασα τι έψαχνα, κάτι έψαχνα, το αισθάνομαι, Θεέ μου γιατί δεν θυμάμαι ;»
Πάλι δροσερό αεράκι, σαν χάδι  αισθάνθηκα στη πλάτη και στο πρόσωπό μου, τα μάτια μου άνοιξαν, δεν ήταν αεράκι ήταν αληθινό χάδι, αλλά δεν έβλεπα καλά, Εκείνος όμως συνέχισε να με χαϊδεύει, τα χείλη του κουνιόντουσαν, μου μιλούσε μα εγώ δεν Τον άκουγα «Γιατί;, Θεέ μου έχασα την ακοή μου».  Μου άγγιξε τα μάτια και άρχισα να βλέπω κάπως καλλίτερα το πρόσωπό Του. Ηρεμία και γαλήνη αισθάνθηκα μέσα μου, καιρό τώρα δεν είχα ακούσει τίποτα άλλο εκτός απ’ το χτύπο της καρδιάς μου. Άπλωσε το χέρι του και μου έδειξε το περιβάλλον, η κίνηση αυτή του χεριού του σαν να ζωγράφισε με πιο έντονα χρώματα τα πάντα γύρω μου, σιγά σιγά έβλεπα καλλίτερα.  Χάρηκα που αντίκρισα το γαλάζιο του ουρανού, είχα ξεχάσει να κοιτάξω προς τα πάνω «Θεέ μου Σ’ ευχαριστώ».
«Τι μου έλεγε άραγε;» σκέφτηκα. Ακούμπησε το στήθος μου δυνατά και ταυτόχρονα τρυφερά.
«-Ακούς ; Με ακούς ;»
«Ναι , ναι ακούω» είπα αλλά δεν ακούστηκα, βλέπεις είχα ξεχάσει να μιλήσω, κούνησα απλά το κεφάλι και Εκείνος χαμογέλασε. Όταν μου έβρεξε το πρόσωπο είδα το μικρό ποταμάκι δίπλα του.
 «Στο Όνομά Σου Πατέρα ευλογώ το ύδωρ αυτό να καταστεί  μέσα σου ζωή, λόγος, αγάπη» . Αμήν.  Γέμισε τη χούφτα Του με νερό , μου έδωσε να πιώ και συνέχισε.
 «Ευλογώ την χώρα σου, τα βασίλεια όλα, τον ουρανό, τον αέρα, τα ύδατα. Ευλογώ την συμπόνια και τον αλληλοσεβασμό, ευλογώ τον άνθρωπο που κατοικεί στην χώρα αυτή. Ευλογώ τον σεβασμό και την φροντίδα για την φύση σου, ευλογώ τον έρωτά σου για την χώρα σου Ελλάδα.»
 «Ποιος είναι, σκέφτηκα, τι λέει;» Ακούμπησε τον ώμο μου και μου είπε «μην φοβάσαι ευλογώ την χώρα σου, την χώρα που ψάχνεις».
 «Θεέ μου θυμήθηκα, εκεί πήγαινα, στην χώρα μου, την είχα χάσει βλέπεις μαζί με όλα τα άλλα».
 «Ευλογώ την παιδεία που η μάνα δίνει στα παιδιά της ίνα είναι υπό την δική Σου έμπνευση και καθοδήγηση Πατέρα μου». Με κοίταξε και είπε «εκεί οι άνθρωποι αγαπάνε την φύση και την ευλογούνε, υπάρχει ισορροπία και αρμονία στον  ρυθμό της ζωής τους όσο και μέσα τους, η αγάπη καθοδηγεί τα πάντα, τον πολιτισμό, την παιδεία και την εξέλιξη. Η χαρά γεμίζει την καθημερινότητα όλων, στις εργασίες και στις έρευνες που ο καθένας κάνει με τον εαυτό του και όλοι μαζί την ανακυκλώνουνε. Οι ηγέτες της χώρας αυτής διδάσκουν την ενότητα και βλέπουν την χώρα τους σαν οικογένεια, με όλη τη σημασία της λέξης. Η φιλία και η αδελφοσύνη γι’ αυτούς  είναι κάτι ιερό».
 «Δυσκολίες δεν έχουν;¨»
« Πως! Δυσκολίες και δοκιμασίες καθημερινές αλλά τα ζουν ως εκπαίδευση και βοηθούν ο ένας τον άλλον, αναγνωρίζουν την Ουσία τους και την τιμή που έχουν να ζουν σε αυτή την χώρα.»
« Και εσύ, εσύ ποιος είσαι;»
Ένα δροσερό αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό μου, μύρισε βασιλικό, άνοιξα τα μάτια μου, το δέντρο με κράταγε σαν αγκαλιά, δίπλα απ’ το ποταμάκι ένα μπουκετάκι βασιλικό και ένα ξύλινο σταυρό. Το πήρα και το κρέμασα στο λαιμό μου και το βασιλικό το έβαλα στο στήθος μου. Κοίταξα τα πόδια μου και φορούσα σανδάλια, άσπρα ρούχα σκέπαζαν το σώμα μου.
Πέρασα το ποταμάκι και πιο πέρα μία ξύλινη μεγάλη πόρτα άνοιξε, ένας δυνατός πόνος με έπιασε στην κοιλιά μου « Πατέρα Σ΄ ευχαριστώ  που μου έδειξες τον δρόμο, Σ’ ευχαριστώ Ιωάννη που βρήκα την χώρα που θέλω να γεννήσω τα παιδιά μου».
Αμήν.    

Δεν υπάρχουν σχόλια: