Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Πρόσκληση σε ομιλία με θέμα "Η Παγκόσμια Ζωή του Ανθρωπίνου Όντος και τα Στάδια Εξέλιξης"


ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

24/09/2017

       (30’) 11:00 - 11:30                      ΠΡΟΣΕΛΕΥΣΗ – ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ – ΕΓΓΡΑΦΗ
      (05’) 11:30 - 11:35                       ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΠΑΝ 
      (05’) 11:35 - 11:40                       Παρουσίαση Ομιλητή
      (30’) 11:40 - 12:10                       ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
      (05’) 12:10 - 12:15                       Παρουσίαση Ομιλητή
      (30’) 12:15 - 12:45                       ΨΑΡΟΜΠΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ                           
      (15’) 12:45 - 13:00                       ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ
      (05’) 13:00 - 13:05                      Παρουσίαση Ομιλητή
      (30’) 13:05 - 13:35                       ΚΛΕΙΔΑΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
      (05’) 13:35 - 13:40                       Παρουσίαση Ομιλητή
      (20’) 13:40 - 14:00                      ΧΑΪΝΤΙ ΜΑΡΙ
      (30’) 14:00 - 14:30                      ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ
      (05’) 14:30 - 14:35                       Παρουσίαση Ομιλητή
      (30’) 14:35 - 15:05                      ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΣ
      (45’) 15:05 - 15:50                       Διάλογος, ερωτήσεις
      (10’) 15:50 - 16:00                       ΛΗΞΗ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σας περιμένουμε να μας τιμήσετε με την παρουσία σας


Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

ΟΜΙΛΙΑ-ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Α.Π.ΠΑΝ. ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΛΕΩ ΝΑΙ 30/6/17


Η συμμετοχή του Α.Π.ΠΑΝ. στην ετήσια εορτή του "ΛΕΩ ΝΑΙ "

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ



Από τους προϊστορικούς χρόνους η έκφραση της τέχνης αποτελούσε ταυτόχρονα θρησκευτική, πολιτική, οικονομική και επιστημονική πράξη. Η τεχνολογία και η αισθητική ήταν πάντα συνδεδεμένες περισσότερο στην αρχιτεκτονική, τον κινηματογράφο και την μουσική, παρά στην γλυπτική, τον χορό την ζωγραφική και την ποίηση.

Ο ορισμός της τέχνης, όπως διατυπώθηκε από την ελληνική σκέψη, με κύρια διακριτά την αρμονία, το μέτρο, το κάλλος και την εξύψωση, αμφισβητήθηκε από νεότερες θεωρίες του 20ού αιώνα.

Ο 20ός αιώνας είναι γεμάτος από μοντέρνες ιδέες περί Τέχνης, μολονότι στα φύλλα των δένδρων διακρίνουμε διαχρονικά μια υψηλή αρχιτεκτονική, όπως και σε ένα λουλούδι πολύχρωμο την ζωγραφική της φύσης. Μπορούμε ακόμα να χαιρόμαστε τον χορό των δένδρων στο φύσημα του ανέμου και τη γλυπτική της γης που διακρίνεται σε όλα της τα πλάσματα. Και παρ’ όλες τις διαφωνίες των καλλιτεχνών, ευτυχώς εξακολουθούμε να ταξιδεύουμε με την μουσική των εποχών μέσ’ στο κελάηδισμα των πουλιών και να θαυμάζουμε αυτή την ασύλληπτη ποίηση στο θέατρο των κόσμων. Και η χαρά βρίσκεται εκεί, στη συμμετοχή και την συμμέθεξη. Στην βαθύτερη επικοινωνία μας όταν τολμούμε να αγαπάμε. Ειδάλλως δεν ζούμε. Όταν δεν κοινωνούμε την μεταξύ μας αγάπη, δεν επικοινωνούμε αληθινά, ούτε και ζούμε.

Όταν κυριαρχεί ο φόβος είναι επειδή κρύβουμε την ομορφιά της αγάπης. Ο φόβος είναι απώθηση και απουσία φωτός, η αίσθηση της απουσίας του θείου από εντός μας. Η αληθινή τέχνη διακρίνεται, όταν ενεργοποιεί αυτήν την θεία μνήμη, το βίωμα της θείας παρουσίας μέσα μας. Αυτό απαιτεί προσπάθεια, άσκηση, μελέτη και κόπο, μαθητεία και σπουδή, όπως η μουσική. Για να κάνεις απλώς φασαρία δεν χρειάζεται τίποτα απ’ όλα αυτά. Αλλά και στην μεγάλη τέχνη οινοποιίας έχει ειπωθεί ότι «κακός άνθρωπος, καλό κρασί δεν βγάζει». Επομένως, ο ενθουσιασμός, η αφιέρωση και η γοητεία, δεν είναι αρκετά αν δεν υπάρχει διάκριση, η οποία προέρχεται από την πνευματικότητα.

Πνευματικότητα και Τέχνη συναντώνται στο παιχνίδι και την ψυχαγωγία επίσης και γι’ αυτό όποιος δεν παίρνει στα σοβαρά τα παιχνίδια που επιλέγουμε για τα παιδιά μας ή την ψυχαγωγία μας, μάλλον δεν είναι σοβαρός.

Τα τελευταία 100 χρόνια η ανθρωπότητα βιώνει τα αποτελέσματα της επιλογής της να πειραματιστεί με νέους τρόπους έκφρασης, πληρώνοντας ως τίμημα την καθημερινή προσβολή της αισθητικής είτε στην τσιμεντούπολη, είτε στην ρημαγμένη επαρχία.

Παράλληλα με τα σημάδια της παρακμής, της διαφθοράς και του εκφυλισμού της τέχνης, παρατηρούμε αντίστοιχα σημάδια στην πολιτική, τη θρησκεία, την επιστήμη, την παιδεία.  Δηλαδή σε όλους τους πυλώνες του πολιτισμού, που συμπεριλαμβάνουν: αισθητική, οικονομία, ήθη και έθιμα, τεχνολογία, φιλοσοφία.

Για όλα αυτά, φυσικά, δεν ευθύνεται η τέχνη, εκτός και αν παραδεχθούμε ότι έχει έναν ηγετικό ρόλο στην κοινωνία, τον οποίο αρνείται να αναλάβει.

Αυτό όμως, δεν προέρχεται απαραίτητα από ανιδιοτελή κίνητρα απάρνησης κάποιας εξουσίας, διότι η τέχνη, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, είναι ακόμη ένα προϊόν καταναλωτισμού και εκπόρνευσης. Ή μήπως δεν διακρίνουμε την στρατευμένη τέχνη υπέρ της μίας ή της άλλης πολιτικής παράταξης που διχάζει, ή υπέρ της μίας ή της άλλης θρησκείας που φανατίζει; Εκτός και αν αρνούμεθα ότι η τέχνη φέρει ως βασική της λειτουργία την επίτευξη της ενότητας, όπως βλέπουμε στην ποίηση, την μουσική, το θέατρο, το χορό, που υπερβαίνουν τα εθνοφυλετικά-θρησκευτικά πρότυπα.

Το ύψος και η ποιότητα των πολιτισμικών εκφράσεων αυτών των πυλώνων της πανανθρώπινης συνείδησης, είναι ανάλογο με το επίπεδο της υλικής και της πνευματικής συνείδησης των ανθρώπων. Μ’ αυτό τον τρόπο διακρίνουμε την αληθινή πνευματικότητα από την υλιστική της απομίμηση, που είναι προϊόν της διάνοιας και της διανόησης και όχι του πνεύματος και της ψυχής.

Η πνευματικότητα σχετίζεται  με την τάση του ανθρώπου για εξέλιξη, αυτογνωσία, τελειοποίηση και θέωση, ανάλογα με το επίπεδο συνείδησης που βιώνει κανείς την φανέρωση της Ουσίας Αρχετύπων και προτύπων. Αυτή η ουσία είναι το κριτήριο πολιτισμών και ατόμων και όχι η όποια εκτός ουσίας εξουσία, που διαθέτει την οικονομική ισχύ για να προάγει φθοροποιά πρότυπα.

Επομένως, κυριολεκτικώς ουσιαστικά η πνευματικότητα είναι το μέτρο διάκρισης της παραπαιδείας, της παραπολιτικής, της παραοικονομίας, της παραθρησκείας και γιατί να διστάζουμε να ομολογήσουμε και της παρατέχνης, που έχει νοσηρά αποτελέσματα και δεν ταυτίζεται με το άτεχνο, που είναι αθώο (δηλαδή, έξω από τον κύκλο της παρανομίας και της παραμόρφωσης και του παρασιτισμού).

Για να είμαστε όμως αντικειμενικοί, ας μελετήσουμε την περίπτωση εκατομμυρίων τερατουργημάτων, που οι δημιουργοί τους αυτοαποκαλούνται καλλιτέχνες και ισχυρίζονται ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θεράπευσαν την ψυχή τους, φανερώνοντας την νοσηρότητα, την δυσαρμονία, την σχιζοφρένεια και την αισχρότητα του σύγχρονου κόσμου.

Αν όμως δεχόμαστε ότι υπάρχει απλά καλή και κακή μουσική, ανεξαρτήτως είδους, τότε το ίδιο πρέπει να παραδεχτούμε ότι ισχύει για όλες τις τέχνες. Όπως η πνευματικότητα αποτελεί έκφραση αυτογνωσίας, έτσι και η τέχνη, όπως και οι υπόλοιποι πυλώνες του πολιτισμού, αποτελούν έκφραση της πνευματικότητας ατομικής και συλλογικής, προσωπικής και πανανθρώπινης.

Σήμερα, η οπτική της επιστήμης και της πνευματικότητας ολοκληρώνουν την συμφωνία τους, ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν με Φως, Ήχο και Αριθμό, και έτσι λέμε ότι τα Μαθηματικά είναι γλώσσα συμπαντική και Ηθοποιός σημαίνει Φως, διότι ποιεί ήθος, χρησιμοποιώντας τον λόγο, την ποίηση, το χορό, την γλυπτική στις μάσκες, την ζωγραφική και την αρχιτεκτονική στα σκηνικά και το θέατρο.

Συμπαντική γλώσσα είναι και η Μουσική, αφού συνδέεται με τα Μαθηματικά, όπως αποκάλυψε και ο Πυθαγόρας για την μουσική των σφαιρών. Συμπαντική γλώσσα όμως είναι και το Συναίσθημα, μας λέει η βιοχημεία και η ψυχολογία. Και αυτό το Συναίσθημα σχετίζεται με όλες τις τέχνες.

Πνευματικότητα και Τέχνη δεν αποτελούν απλώς εκφράσεις όντων ή συλλογικοτήτων, αλλά τρόπο ύπαρξης, κοσμοθεώρησης και επικοινωνίας με την Ουσία. Αυτό σημαίνει, όχι μόνο την Ουσία των Όντων ή των πραγμάτων, αλλά την Ουσία των πέρα απ’ την μορφή ιδεών και αρχών.

Απόδειξη έκφρασης της Αλήθειας, που είναι ο κοινός παρανομαστής πνευματικότητας και τέχνης, είναι η πρόνοια που ενεργοποιεί την παιδεία της αυτογνωσίας. Η Αλήθεια που μας απελευθερώνει από το περιορισμένο, ασχημάτιστο (δηλαδή άσχημο και ανολοκλήρωτο), στο κάλλος του Όλου, που απλοϊκά ονομάζουμε «όμορφο». Όποιος τολμάει να γκρεμίσει το άλλοθι της ζωής του, αφαιρεί τα διάφορα εγώ του και απελευθερώνεται από τον ψεύτικο εαυτό του, γιατί ανακαλύπτει τον αληθινό. Όποιος δεν φοβάται την Αλήθεια, αξίζει το Αγαθό της Ελευθερίας και γι’ αυτό την ζει μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής του, μέσα στην απεραντοσύνη του πνεύματος. Φανταστείτε να χαιρόμασταν στους δρόμους δωρεάν όλα αυτά τα έργα τέχνης που τα κλείσαμε στα μουσεία, διότι ήμασταν ανεύθυνοι να τα διαφυλάξουμε. Αφαιρέσαμε από την ζωή μας λάθος πράγματα.

Η αφαιρετική διαδικασία στην ποίηση, την εξύψωσε ανάμεσα στις τέχνες, ως Θεία Τέχνη Ποίησης Λόγου. Έτσι ακριβώς και ο γλύπτης αφαιρεί το υλικό που χρειάζεται για να απελευθερώσει μέσα από τον βράχο ένα έργο τέχνης. Εάν θέλουμε να ζούμε αληθινά στην ομορφιά της Τέχνης είναι απαραίτητο να αφαιρέσουμε την ασχήμια και την αρρώστια που παριστάνει την τέχνη. Η αφαίρεση της παρατέχνης είναι η αφαίρεση του παραλογισμού και η αποκατάσταση των αληθινών προτύπων και αρχετύπων, τα οποία απαξιώθηκαν, συκοφαντήθηκαν και χλευάστηκαν, προκειμένου να απορριφθούν, χάριν γελοίων ή ανισόρροπων προτύπων δυσαρμονίας αλλά και αισχρότητας.

Φτάσαμε το κακέκτυπο, το πλαστογράφημα και η απομίμηση να κοστίζει περισσότερο από το πρωτότυπο και το γνήσιο που ονομάστηκαν γραφικά. Ωστόσο, προσωπικά συμφωνώ και επαυξάνω στο να κοστίζουν ακριβότερα τα αντίγραφα, ώστε να συνειδητοποιήσουμε βαθύτερα τις σχέσεις μας με εκείνους που μπορούν να τα αγοράζουν.

Στον χώρο της τέχνης, όπου επιστατούν οι 9 μούσες, θα ανακαλύψουμε την μητέρα που τις γέννησε: την Μνημοσύνη και τον πατέρα τους, που το όνομά του υπενθυμίζει τη βασική λειτουργία της βούλησής του, που είναι η ζεύξις.

Στον χώρο της τέχνης κυριαρχεί η φαντασία, όπως η λογική στην επιστήμη. Έμπνευση, διαίσθηση και ενόραση, ικανότητα οραματισμού και δημιουργίας διαθέτουν και οι δύο, στο βαθμό που δεν εξαρτώνται και δεν περιορίζονται από τους άλλους πυλώνες της θρησκείας και της πολιτικής, τότε ο 5ος πυλώνας της παιδείας είναι υγιής, εφόσον υπηρετεί τον νέο πολιτισμό του «Είναι». Δηλαδή, όταν δεν εξυπηρετεί τον ψευδοπολιτισμό του «έχειν».

Η ουσία του «ευ ζην», είναι η επιστήμη της τέχνης να ζεις, ξεκινάει από το «κατά φύσιν και κατά μέτρον ζην» και καταλήγει στο «ως Λόγος Αγάπη ζην».

Το μεγάλο πρόβλημα της τέχνης ήταν πάντα η ένταξη της μορφής στο χώρο. Και αυτό σχετίζεται με την ιδέα περί προσώπου. Η μορφή θυσιάζεται με κάθε περιορισμό της (διάνοια-χρόνος-σκέψη), αποκαλύπτοντας τις νέες διαστάσεις της συνείδησης, που από προσωπική γίνεται υπερπροσωπική, όταν ανακαλύπτει στην Αγάπη την αληθινή ζωή. Αυτή η θυσία της μορφής, του ατόμου, του προσώπου, του όντος, του ανθρώπου και του θεού, είναι ο βαθύτερος σύνδεσμος θρησκείας και τέχνης και αποτελεί το πεπρωμένο των Ελλήνων ατομικά και συλλογικά, όπως αποκάλυψε ο Χριστός στην παραβολή για τον κόκκο του σίτου, που πρέπει να θυσιαστεί στη γη για να καρποφορήσει πολλά.

Ζωή υπάρχει για όποιον δίνει νόημα στην ύπαρξή του, κάνοντας την ζωή του έργο τέχνης. Σμιλεύοντας καθημερινά πράξεις, σκέψεις, λόγια και συναισθήματα, με το καλέμι της διάκρισης και το σφυρί της θέλησης. Και το όραμα του κινήτρου που κάνει πάντα την διαφορά.

Είναι τελικά το κίνητρο, η αγαθοτέλεια και η ανιδιοτέλεια της προσφοράς προς τον πλησίον και τον κόσμο, τον ίδιο μας τον εαυτό και τον θεό που υπάρχει μέσα του το κλειδί της κατανόησης, της πνευματικότητας και της τέχνης.

Είναι η ανιδιοτελής αγάπη, ο θαυμασμός του αθάνατου κάλλους, που έλκει το Φως και τη Θεία Χάρη, τότε κάθε μας εκδήλωση υφαίνει τον αληθινό Θείο Εαυτό μας, όπως ένα θραύσμα από ένα έργο τέχνης και μόνο εξακολουθεί να εκπέμπει το Φως και τη Χάρη της συνείδησης που το δημιούργησε. Μια προσευχή μπορεί επίσης να είναι ταυτόχρονα έργο τέχνης. Η ύψιστη προσευχή δεν έχει συναισθήματα, σκέψεις, λόγια, πράξεις ή κίνητρα. Μοιάζει με άπειρο θαυμασμό και δοξολογία ανέκφραστη, που μετουσιώνει, απελευθερώνοντας από την μορφή, στο Άχωρο και Άχρονο.

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Γ. ΚΛΕΙΔΑΡΑΣ

ΟΜΙΛΙΕΣ ΑΠΟ ΕΚΔΗΛΩΣΗ Α.Π.ΠΑΝ. "ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΗ" 28/5/17

ΙΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ





Το κλειδί είναι η ιδέα για το «πρόσωπο»

Η προσπάθεια του ανθρώπου για την εδραίωση μιας ενιαίας οντολογίας, απ' όπου θα απέρρεαν οι απαραίτητοι ορισμοί ιεράρχησης των αξιών (αρετών) του κοινωνικού και ατομικού όντος, καταλήγει πάντα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην άνευ όρων υποταγή του ατομικού στο κοινωνικό ον. Δηλαδή, στην αποδοχή μιας δεσπόζουσας άποψης, η οποία υποτάσσει το ατομικό Είναι και συνακόλουθα το Είναι των υπολοίπων όντων του κόσμου, στο κοινωνικό ον. Το θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα που τίθεται στις κρίσιμες ιστορικές καμπές μπορεί να αναχθεί στη μορφή: ποιος είναι ο δημιουργός του νοήματος, ποιος είναι ο κύριος δημιουργός της ιστορίας και του πολιτισμού, το ατομικό ή το κοινωνικό ον; Έκβαση της οποίας θα καθορισθεί ο ορισμός του ανθρώπου.

Συνήθως, η εκλογή του ενός σημαίνει ταυτόχρονα και τον υποβιβασμό του άλλου σε μη-όν.

Η πόλις αποτελεί την πρωταρχική εκδήλωση ενός φαινομένου στον ελλαδικό χώρο, το οποίο αποκαλείται σήμερα κοινοτισμός. Στα πλαίσια της κοινότητας το άτομο και η κοινωνία αποτελούν συμπληρωματικές όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κοινότητα για να υπάρξει ως τέτοια χωρίς να κινδυνεύει να ολισθήσει είτε προς την κατεύθυνση της ανταγωνιστικής ατομιστικής ασυδοσίας, είτε προς αυτήν του ισοπεδωτισμού και της μαζοποίησης, πρέπει να παράξει μια εξισορροπητική οντολογική σταθερά: το ΠΡΟΣΩΠΟ.

Πρώτη ύλη του προσώπου αποτελεί το άτομο. Το άτομο είναι από τη φύση του κάτι απρόσωπο –όλοι είμαστε άτομα. Στην κλασική Ελλάδα το απρόσωπο άτομο εισάγεται στη διαδικασία αναβάθμισής του και ταυτοποίησής του σε πρόσωπο.

Αυτό επετεύχθη μέσω της εκπαίδευσής του και της ανάληψης από αυτό αντίστοιχων ευθυνών, ως προς τις ζωτικές λειτουργίες της κοινωνίας (θεσμοί). Αυτή η εκπαίδευση και η ανάληψη ευθυνών οδηγούν σε μία άνευ προηγουμένου διεύρυνση του περιορισμένου ατομικού ορίζοντα. Η κοινότητα δεν αντιμετωπίζει το άτομο μηχανιστικά και αδιάφορα, ως μελλοντικό ιδιώτη, αλλά επενδύει σ’ αυτό ως αναντικατάστατο συστατικό της. Απ’ την άλλη η ίδια δεν αντιμετωπίζεται από το πρόσωπο σαν ένα πεδίο ωφελιμιστικής δράσης, αλλά σαν μια προσωπικής σημασίας υπόθεση. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο πραγματώνει την αυτοσυνείδηση ως την πιο προηγμένη μορφή της κοινωνικής συνείδησης.

Το πρόσωπο είναι το σημείο συνάντησης και σύνθεσης ατόμου και κοινωνίας και επίσης το σημείο εκκίνησης της ενσυνείδητα και αυτόβουλα κατευθυνόμενης πολιτισμικής δραστηριότητας. Επιπλέον, το πρόσωπο αποτελεί μια σχέση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, από την ποιότητα της οποίας εξαρτάται όχι μόνο το πολιτισμικό της αποτέλεσμα, αλλά η ίδια η συνοχή της. Οποιαδήποτε διαταραχή αυτής της σχέσης οδηγεί διαπιστωμένα, είτε σε κοινωνίες γενικευμένης επιθετικής ιδιώτευσης, είτε σε κοινωνίες συγκαλυμμένου ολοκληρωτισμού και γενικευμένης αμυντικής ιδιώτευσης.

Σε μια αρχαία ελληνική Πόλη το άτομο έτρεφε τη συλλογικότητα. Ενώ στην περίπτωση ενός ανθρώπινου κοπαδιού, ή όχλου συμβαίνει το αντίθετο: η ομαδική ισχύς δυναμώνει (φανατίζει) τα ελλειμματικά άτομα.

Στην ελληνική σκέψη και ιδιοσυγκρασία, άτομο και κοινωνία ανέπτυξαν τη σχέση του ειδικού προς το γενικό μ’ έναν άνευ ιστορικού προηγούμενου τρόπο: Ανακαλύπτουμε εδώ πράγματι ένα χαρακτηριστικό ειδικό της ελληνικής κουλτούρας. Συνίσταται στη συνένωση μιας συγκεκριμένης μορφής και μιας αφηρημένης σημασίας κατά τρόπο ώστε αυτά τα δύο να συμπίπτουν όσο το δυνατόν περισσότερο.

Η βεβαιότητα, η αυτοπεποίθηση και το γαλήνιο φως που αντινοβολούν οι αρχαιοελληνικές, γλυπτές μορφές είναι η νικηφόρα κατάληξη ενός μακραίωνου και οδυνηρού αγώνα, από τον οποίο εξήλθε νικητής η απελευθερωμένη, ανθρώπινη ύπαρξη και το πρόσωπο.

– Η αρχαία τραγωδία έχει ως καμβά την υπερατομική μοίρα, αλλά η ρήξη με το Ιερό, που αποτελεί το δεσπόζον θέμα της παραπέμπει, κατά τρόπο συγκλονιστικό, στο αίτημα της ύπαρξης να αναγνωρισθεί ως ελεύθερη οντότητα, η οποία φέρει ακεραία την ευθύνη των πράξεων της.

Στην αρχαία τραγωδία δεν αγωνιά το προσωπείο, αλλά το πρόσωπο της νεογέννητης ύπαρξης.

– Τέλος, η μετάβαση από την επική ποίηση, η οποία παρά τα διάσπαρτα ρήγματα στην ομηρική ποίηση προτάσσει το φυλετικό αξιακό σύστημα, στην ποίηση του Πίνδαρου και της Σαπφούς με σαφή μετατόπιση από την συλλογική περιπέτεια σε κείνη της μεμονωμένης, ατομικής ύπαρξης, οριοθετεί την εποχή της εμφάνισης του ατόμου ως κέντρου αναφοράς του πολιτισμού.

Απ’ αυτή την ιστορική στιγμή και μετά ο δυτικός πολιτισμός δεσμεύεται για τον τρόπο των κοινωνικών αλλαγών, αυτές νομιμοποιούνται μόνο όσο παραπέμπουν στον καθαυτό τρόπο του Λόγου για την σύσταση του νοήματος, δηλ. του πολιτισμού: τον διάλογο.

Η άποψη ενισχύεται από ένα κεντρικό και θεμελιώδες ιστορικό και πολιτικό γεγονός: από μια ιστορική και πολιτική κρίση. Η εμφάνιση της φιλοσοφίας σχετίζεται άμεσα με το ιστορικό και πολιτικό γεγονός του αιτήματος ανεξαρτησίας των αποικιών από την μητρόπολη (την μητέρα-πόλη): οι αποικίες πολέμησαν με την φιλοσοφία την θρησκεία (τα θρησκευτικά συντάγματα), που νομιμοποιούσαν την εξάρτηση. Η αμφισβήτηση της μητρόπολης, στο πνευματικό επίπεδο, εσήμαινε την αμφισβήτηση της ιερότητας της εξάρτησης, κι αυτή την τελευταία αντιπροσώπευε η θρησκεία. Με άλλα λόγια η εμφάνιση της φιλοσοφίας συνδέεται με το αίτημα της αυτοδιάθεσης. Αυτοδιάθεση τίνος; Της αυτοδιάθεσης μιας νέας κοινότητας, η οποία θέλει να αποφασίζει για τον εαυτό της σύμφωνα με τις επιθυμίες των πολιτών της, ως ανεξαρτήτων και αυτοβούλων όντων.



Το θεμελιώδες πρόβλημα του προσώπου και η Χριστιανική κοσμοθεώρηση

Στις φυλετικές (συγγενικές) κοινότητες απουσιάζει κατά κανόνα ακόμη και αυτή η ίδια η έννοια του ατόμου, το οποίο κυριολεκτικά συγχωνεύεται και αφομοιώνεται στη φυλετική κουλτούρα. Όσο πιο συνεκτική είναι η φυλετική κοινότητα, τόσο περισσότερο βαραίνει η συγγενική κουλτούρα, ως παντοδύναμη έκφραση του «συλλογικού» όντος, με αποτέλεσμα το άτομο να συρρικνούται σε μια μονοδιάστατη, δομική μονάδα, η οποία πολλές φορές φτάνει στο σημείο να θυσιάζεται στο όνομα και προς «όφελος» της κοινότητας ή του «συλλογικού» όντος. Ο απόηχος αυτής της φυλετικής στάσης ακούγεται μέχρι τις μέρες μας στην μεσσιανική της πλέον εκδοχή: «Υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογίζεσθε ότι συμφέρει ίνα εις άνθρωπος αποθάνει υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόλυται» (Ιωάν. 11, 50).

Αυτή είναι η επικρατούσα ως σήμερα γραμμή σκέψης του, δηλαδή του Καϊάφα.

α. Η προχριστιανική, αριστοκρατική δομή, η οποία συνεχίζει την πυραμιδική οργάνωση της φυλετικής κοινωνίας σε τροποποιημένη μορφή, ταξινομεί τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, τους μη-προνομιούχους (ιεραρχικά, εξουσιαστικά, συγγενικά, οικονομικά, κ.λπ.) ως απαξία. Τους ονομάζει proles και τους αναθέτει την παραγωγή απογόνων και την παραγωγή-απασχόληση στα «βάναυσα» επαγγέλματα. Η κοινωνική δομή ιεραρχείται πάνω στη βάση της κληρονομικής, αιματοσυγγενικής θέσης των οικογενειών μέσα στην κοινότητα. Η ιεράρχηση των γενών-οικογενειών, που μετατρέπεται σε κοινωνική ιεράρχηση, νομιμοποιείται θρησκευτικά και παραπέμπει στον ιδρυτή-αρχηγό της φυλής. Η νομιμοποίηση αυτής της πράξης μεταβίβασης ή κληρονομικής διαδοχής, γίνεται όχι πλέον θρησκευτικά (δηλ. ιερά) αλλά νομικά: ωστόσο, η βάση του σύγχρονου κληρονομικού δικαίου παραμένει αμετακίνητα αιματοσυγγενική. Δηλ. αναγνωρίζει έστω και σιωπηρά την ιερότητα της αιματοσυγγένειας.

β. Στα μέσα περίπου της τελευταίας, προ Χριστού, χιλιετίας, η ελληνική σκέψη θα αμφισβητήσει την κοινωνική δομή που προέρχεται από την αιματοσυγγένεια. Οι πολίτες εξ ορισμού είναι κάτοχοι μιας κοινής ιδιότητας: είναι μέλη της Πόλης. Όχι ίσοι, αλλά με ίσα δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η ισότητα των ατόμων ως κοινωνικών όντων θεμελιώνεται στην εξίσου συμμετοχή στην πόλη, και όχι στην εξίσωση των ατομικών όντων: θεμελιώνεται στην ελευθερία χρήσης και διάθεσης αυτής της συμμετοχής. Τα άτομα δεν είναι ίσα ούτε ισοδύναμα: τα άτομα είναι αναγνωρισμένα, διαφορετικά, αυτεξούσια και ελεύθερα (=αποδεσμευμένα από τα φυλετικά δεσμά), είναι πρόσωπα. Η θέση μέσα στην νέα κοινωνική τάξη δεν συντηρείται κληρονομούμενη, αλλά αποκτάται. Η αιματοσυγγενική ιδιότητα παραχωρεί την θέση της στην πολιτική ιδιότητα: την ισότητα απέναντι στους νόμους και την Πολιτεία.

γ. Με την έλευση του Χριστιανισμού, ολόκληρη η κοινωνική τάξη (ο κοινωνικός κόσμος) καταχωρείται ως απαξία, με επακόλουθο την κατάργηση κάθε διάκρισης σε προνομιούχους και μη. Η διάκριση με αιματοσυγγενικά (ή άλλα) κριτήρια σε προνομιούχους και μη, και συνεπώς και η διάκριση σε προνομιούχες και μη εργασίες, απορρίπτεται. Με τον χριστιανισμό διατυπώνεται το μεγάλο κήρυγμα κατάργησης των κοινωνικών δομών και της κοινωνικής πυραμίδας:

«Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην. Ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος»

(Προς Γαλατάς 3, 28).

Σύμφωνα με το νέο κήρυγμα, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, ανεξαρτήτως καταγωγής, φυλής, θέσης, ή ασχολίας. Το θεμέλιο αυτής της ισότητας όλων των ανθρώπων (και των εργασιών-ασχολιών) θεμελιώνεται στην ισότητα των ανθρώπων έναντι του Θεού και της Θείας χάρης, η οποία απορρίπτει οποιαδήποτε διάκριση με εγκόσμια κριτήρια: οικονομικά, φυλετικά, συγγενικά, τίτλων, ικανότητας, δύναμης κ.λπ. Με την χριστιανική διδασκαλία γίνεται το μεγάλο βήμα διάλυσης της φυλετικής κουλτούρας, και της συγκρότησης κοινωνικών δομών, οι οποίες απορρέουν απ' αυτήν. «Εκλεκτοί» δεν είναι πλέον οι προνομιούχοι με φυλετικούς όρους (αιματοσυγγενικά-κληρονομικά δικαιώματα), αλλά με όρους συμμετοχής στην Θεία Χάρη, έναντι της οποίας είναι όλοι ίσοι.

Τόσο η κοινωνική πυραμίδα, όσο και η ταξική διαίρεση συνιστούν θεμελιώδη κοινωνική αντίφαση, στο μέτρο που η ύπαρξη τους δεν νομιμοποιείται, δεν επικυρώνεται ηθικά. Η θεμελιώδης αυτή αντίφαση του Δυτικού πολιτισμού: κοινωνική πυραμίδα και ταξική διαίρεση, που απορρίπτονται θρησκευτικά, καθιστά τις τάξεις παράνομες.

Έτσι και ο Παύλος γράφει «βλέπω μεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπο ως πρόσωπο» (Α΄ προς Κορινθίους επιστολή, 8, στίχος 2). Η φράση πρόσωπο με πρόσωπο είναι τελετουργικός τύπος των παγανιστικών μυστηρίων. Στις Βάκχες διαβάζουμε: «Μου έδωσες τα μυστήρια πρόσωπο με πρόσωπο». Ο ίδιος ο Ιουστίνος ο μάρτυρας σχολαστικός χριστιανός λέει: «Ο στόχος του ανθρώπου είναι να δει το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο». Ο ίδιος ο Πλάτων περιγράφει πως, στο ναό της πραγματικής γης η οποία υπάρχει μόνο στον κόσμο των ιδεών, στον οποίο η γη είναι μόνο μια εικόνα, η επικοινωνία με τους θεούς γίνεται πρόσωπο με πρόσωπο. Ο ίδιος ο Ιησούς είχε πει: «Εκείνος που εώρακε τον Υιό εώρακε τον Πατέρα».

Αναβαπτίζοντας την κλασσική ελληνική πολιτική σκέψη στη Χριστιανική Πίστη, ο βυζαντινός κόσμος ήθελε να είναι εικόνα της ουράνιας Πολιτείας, της άνωθεν ιεραρχίας. Γι’ αυτό ο Βυζαντινός ένιωθε ότι βρίσκεται στην αρμόζουσα θέση. Χάρη σ’ αυτήν την αντίληψη, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατόρθωσε να βρίσκεται στο επίκεντρο ιδιαιτέρως σημαντικών ιστορικών εξελίξεων χωρίς να μετατρέπεται σε ανδρείκελο της ιστορικής ανάγκης και διατήρησε την πολιτισμική ταυτότητα της επί περισσότερα από χίλια χρόνια παρά τις συχνές μεταβολές των εδαφικών και των πληθυσμιακών χαρακτηριστικών της. Όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι, όταν οι Βυζαντινοί ζήτησαν να εγκαταστήσουν με πολιτικά μέσα την ουράνια Πολιτεία επί γης, δηλαδή όταν έπαυσαν να θεωρούν τη Βασιλεία των Ουρανών ως την ανέκπτωτη σε πράξη αρχή που οφείλει να εμπνέει την πολιτική πράξη και θέλησαν να την καταστήσουν πρακτικό πολιτικό σύστημα, τότε προκάλεσαν δύο εξελίξεις που καταδίκασαν τον βυζαντινό κόσμο σε θάνατο: η πρώτη είναι η ανάπτυξη του κράτους-πρόνοιας που θεμελιώνεται στην πεποίθηση ότι το άτομο –πλην σπανιότατων εξαιρέσεων– είναι ανίκανο να επιβιώσει υπό καθεστώς ελευθερίας και γι’ αυτό η ζωή του πρέπει να ρυθμίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά από το κράτος, και η δεύτερη είναι η κοινωνική ακαμψία, έκφραση της οποίας είναι και η ανάπτυξη μιας τεράστιας και δυσκίνητης γραφειοκρατίας.

Όταν το νόημα της ιστορικής δράσης δεν είναι κι αυτό ιστορικό ζήτημα, τότε αφήνει τον άνθρωπο να δημιουργεί νέα ιστορικά μορφώματα τον παραπέμπει συνεχώς σ’ ένα «αεί» που τον υπερβαίνει κι έτσι τον σώζει από τον μηδενισμό και την υποταγή της ύπαρξης του σε ιστορικές ανάγκες. Το αντίθετο –όπως έχουμε ήδη επισημάνει– συμβαίνει όταν το νόημα της ιστορικότητας εκπέσει σε πρακτικό ζήτημα: τότε, αποβαίνει ένας εγκλωβισμός του φαντασιακού.

Ο Χριστιανός δεν ζει με τελικό σκοπό την ιστορική καταξίωση αλλά τη θέωση δια των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Αρνούμενη το δόγμα περί ακτίστων ενεργειών του Θεού και προσεγγίζοντας νομικίστικα τη Χριστιανική Πίστη, η Δύση κατάργησε τη σημασία της ύπαρξης και περιόρισε τα πράγματα στη «σημασία» που έχει η σειρά των πράξεων, οι οποίες ως διαδικασία τείνουν προς ορισμένο σκοπό τάξης ιστορικής. Υπ’ αυτές τις πνευματικές προϋποθέσεις, νήπιοι όντες –αφού είναι αποκομμένοι από την πηγή της σημασίας– οι άνθρωποι της Δύσης επιχειρούν να διαχειριστούν το μηδέν, ενώπιον του οποίου τους οδηγεί η πνευματική τους ασημαντότητα, με το να παίξουν διάφορα παίγνια δύναμης, έτσι, προσπαθούν να αντικαταστήσουν το κενό Αλήθειας με διάφορες φαντασιακές κατασκευές που συνθέτουν τον οικουμενισμό και τη «νέα εποχή» και προσπαθούν να γίνουν ιστορικά σημαντικοί μέσω της πολιτικής και οικονομικής δύναμης, η οποία αποτελεί τη θεότητα της παγκοσμιοποίησης.

Τα πρόσωπα μόνο σε σχέση με τον Χριστό-Λόγο-Θεάνθρωπο –δηλαδή σε αναφορά προς την πηγή της σημασίας– μπορούν να αποτρέψουν τη βύθιση της ύπαρξης τους στην ασημαντότητα και με τη θέληση τους να βρουν και να πραγματώσουν τον αληθινό εαυτό τους. Συμπερασματικώς, προκύπτει ότι το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής προς το καλύτερο ανάγεται στο αίτημα της αλλαγής των ανθρωπίνων συνειδήσεων, ώστε μέτρο της κοινωνίας να μην είναι φαντασιακές κατασκευές διαφόρων ολιγοπωλίων δύναμης αλλά ο Λόγος του Θεού.

Το πρόβλημα του δυτικού πολιτισμού είναι ότι στερείται εσχάτου νοήματος, διότι σε κάθε ιστορική πράξη ο Δυτικός βλέπει ιστορικές σκοπιμότητες και αρνείται να αναφέρει την ιστορική δράση του σ’ έναν σκοπό υπεριστορικό. Ο Δυτικός δρα ιστορικά με ορίζοντα τη χρησιμοθηρία και όχι τη θέωση. Ελείψει λοιπόν μέτρου υπερβατικού, η δυτική κοινωνία είναι αναγκαστικά κοινωνία ρηγμάτων τα οποία δεν μπορούν να ενωθούν αλλά μόνο να συμβιβαστούν. Και γι’ αυτό όλα επιτρέπονται στο όνομα της ιστορικής ανάγκης:

Όμως, «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Κορινθ. Α' 3). Το ατομικό Είναι τελειούται μέσα στην θέωση του ατόμου, με την εν πλήρη ελευθερία εξομοίωση προς το θείο: «έκαστος ίδιον χάρισμα έχει θεού» (Κορινθ. Α’ 7), και «μηδείς πειραζόμενος λεγέτω ότι από Θεού πειράζομαι, ο γαρ Θεός απείραστος εστί κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα. έκαστος δε πειράζεται υπό της ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος και δελεαζόμενος» (Ιακώβου Ι).

Για την χριστιανική οντοθεολογία (δογματική), η κοινωνία, η ιστορία και ο πολιτισμός ταξινομούνται ως εγκόσμια τάξη, ως εγκόσμιο περιβάλλον και κυρίως ως πεπτωκός Είναι, απέναντι στο οποίο ορθώνεται ο προς θέωση άνθρωπος.

Ολόκληρο το οντοθεολογικό (δογματικό) σχέδιο του χριστιανισμού αδυνατεί να ξεπεράσει την βασική αντίφαση: πώς συμβιβάζεται η απόλυτη προτεραιότητα του ατομικού Είναι, δηλ. η ελευθερία της ανθρώπινης ύπαρξης και το αυτεξούσιο, με την πανταχού παρούσα θεϊκή υπόσταση, τον Θεό ως παντοδύναμο κριτή, νομοθέτη και δημιουργό του κόσμου; Ποια είναι τα περιθώρια της ελευθερίας της ύπαρξης μέσα σ' ένα κόσμο σχεδιασμένο, επιτηρούμενο και απόλυτα εξελεγχόμενο από την θεία βούληση ή την θεία πρόνοια; Η αντίφαση αυτή, επιτείνεται αν ληφθεί υπόψη ότι η ανθρώπινη ύπαρξη χρεώνεται αυτοδικαίως το προπατορικό αμάρτημα, ταυτόχρονα με την έλευση του στον κόσμο, από το οποίο οφείλει πρωτίστως να απαλλαγεί εξαγνιζόμενος.

Αδυνατούν να ανταποκριθούν στο αίτημα της ηθικής αυτονομίας των ατόμων και αδυνατούν να αναγνωρίσουν προβάδισμα στο υποκειμενικό βίωμα και στην προσωπική σχέση έναντι θρησκευτικών τύπων. Η γνήσια πίστη δεν οδηγεί απλώς στην υπακοή αλλά αποτελεί τρόπο ύπαρξης (όπως η αναπνοή), δηλαδή συνυφαίνεται με το βίωμα.

Το κλειδί για τη θεραπεία του πεπτωκότος ανθρώπου είναι η ταύτιση του γνωμικού θελήματος (του θελήματος) με το θέλημα του Θεού.

Πρέπει να απαλλάξουμε το θείο Εγώ από τον εγωισμό μας όσο και τον Χριστό που φέρουμε μέσα μας από τον Χριστιανισμό μας.

Ο επικρατών σχολαστικός εξωτερικός Χριστιανισμός δεν είναι παρά το μισό, το ακρωτηριασμένο σώμα της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Ακρωτηριασμός, όχι μόνο του προχριστιανικού (ελληνικού) πνεύματος, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης, στο βαθμό που αποκρύβει την «άλλη» πλευρά του ανθρώπου. Διαγράφει την κοινωνική συνθήκη και χαρακτηρίζει τα πάθη (ψυχής και σώματος) του ανθρώπου (το μισό της ύπαρξης) «αμαρτία», «προπατορικό αμάρτημα», «έργο δαιμόνων» κ.λπ, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την κατά πρόσωπο αντιμετώπιση του όντος στην αντιθετική του ολότητα. Αποκρύβει και διαγράφει το μισό της ύπαρξης, εμποδίζοντας την αυτογνωσία της ύπαρξης, και εισηγείται τον αφορισμό και την δογματική απόρριψη και μάχεται την αποδοχή του όντος στην ολότητα του.

Εις αντίδραση προς τις αντιλήψεις των Ευρωπαίων περί «προσώπου», οι Ρώσοι θεοφιλόσοφοι ανέπτυξαν μία ερμηνευτική του «προσώπου» στην οποία βασίζονται οι δικοί μας θεολόγοι. Η ερμηνευτική τούτη συσχετίζει τα πρόσωπα της Τριάδος με τα ανθρώπινα πρόσωπα. Όμως, από τα απόλυτα μεγέθη των θείων προσώπων δεν μπορούμε να περάσουμε κατευθείαν στο πρόβλημα του ανθρωπίνου προσώπου.

Η «αγάπη» εν τούτοις είναι κάτι πάρα πάνω –δεν χωράει στην σχέση καθώς αναβλύζει από την ταυτότητα, το ατομικό εκείνο βάθος της βασιλείας εντός ημών, εξ ου και οι Ιουδαίοι εγκλωβίσθηκαν στην εντολή και την ευθύνη. Το «Αγάπη» λέγεται χωρίς να έχουν μελετηθεί οι όροι της διατυπώσεως. Νομίζω αυτό είναι το πρόβλημα.

Η κρίση δεν θα τελειώσει, στο μέτρο που η επιβίωση είναι ανώτερη από τη ζωή, η που η ζωή ταυτίζεται με την επιβίωση. Γιατί είναι φτώχια αξιακή απόλυτη. Άρα η παρακμή θα βαθαίνει, οι λογικές που την υποστηρίζουν θα είναι, δώστε μας λεφτά, περιποιηθείτε μας, για να μπορούμε να τρώμε, και εμείς δεν θα κάνουμε τίποτα άλλο, δεν θα αλλάζει τίποτα, δεν μας νοιάζει ν αλλάξει τίποτα, όλο το πρόβλημα είναι, θα σαπίζουν τα ασφαλιστικά, η παιδεία θα βρίσκεται στο χάλι που βρίσκεται, και ακριβώς η παρακμή αυτή θα οφείλεται, σε μια αντιστροφή του αξιακού συστήματος της κοινωνίας. Έτσι μπορούμε να το καταλάβουμε και να αντιληφθούμε ακριβώς ότι εδώ, το πολιτικό πρόταγμα, έχει ανάγκη από την κατανόηση του νοήματος αυτών που γίνονται. Η αποτελεσματικότητα μέσα σ αυτήν την αναμπουμπούλα, νίκησε το νόημα. Όταν η πραγματικότητα νικάει το νόημα τα μέσα έχουν τον πρώτο λόγο κι όχι οι σκοποί.

Στο πλαίσιο του αγοραίου καπιταλισμού, ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως οικονομική μονάδα που παράγει και καταναλώνει. Στο πλαίσιο του κρατικού καπιταλισμού, ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται και πάλι εργαλειακά, ως οικονομική μονάδα που υπηρετεί τα σχέδια της κρατικής γραφειοκρατίας. Στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, ο άνθρωπος είναι το εργαλείο (ψήφος) που θα δώσει ένα (ψευδαισθησιακό) κάλυμμα λαϊκής/δημοκρατικής νομιμοποίησης στο πολιτικό κατεστημένο. Στο πλαίσιο μιας δικτατορίας, «δεξιού» ή «αριστερού» τύπου, ο άνθρωπος έχει τόση αξία όση του προσδίδει ο βαθμός στον οποίο είναι κομφορμιστής στις επιταγές και τα σχέδια της δήθεν «πεφωτισμένης» ηγεσίας, η οποία μάλιστα προβάλλεται ως τόσο «πεφωτισμένη» και πατερναλιστική δύναμη ώστε να έχει το δικαίωμα να κυβερνά δικτατορικά. Στο πλαίσιο του εθνικισμού, ο άνθρωπος λαμβάνει την αξία του από τη συμμετοχή του σ’ ένα έθνος, δηλαδή έχουμε και πάλι να κάνουμε με μια συνολιστική ιδεολογία σχετικά με το ατομικό δείγμα του ανθρωπίνου είδους, του οποίου η υπαρξιακή/ηθική αυτονομία αποβαίνει ασήμαντη αφού η εθνική ταυτότητα εξαλείφει την ετερότητα του προσώπου. Όμως ο παράδεισος δεν έχει ούτε κοινωνικές τάξεις, ούτε οικονομικά-πολιτικά κατεστημένα, ούτε οικονομικά σχέδια, ούτε εθνικoκρατικούς διαχωρισμούς, ούτε άλλες φαντασιακές κατασκευές που έχει κατασκευάσει ο νους του ανθρώπου της πτώσης. Όταν ο άνθρωπος δεν έχει συνείδηση του ότι αποτελεί εικόνα Θεού και ότι νόημα της ζωής του είναι η θέωση, όπως αποκαλύφθηκε από το Ευαγγέλιο του Χριστού, τότε γίνεται θύμα φαντασιακών κατασκευών αλλά και θύμα όσων πανούργων κατορθώνουν να υποτάξουν, να εγκλωβίσουν, το φαντασιακό των μαζών σε δικά τους φαντασιακά κατασκευάσματα κι έτσι να αναδειχθούν αυτοί οι πανούργοι σε κοινωνική «ελίτ».

      Πρόσωπο είναι το Άτομο στην απόλυτή του μορφή, από πλευράς ελευθερίας, βούλησης και ετερότητας. Το πρώτο ζητούμενο, η διασφάλιση της ατομικότητας, καλύπτεται. Συγχρόνως υπερβαίνεται η πόλωση ατομικισμού - κολεκτιβισμού, γιατί το Πρόσωπο είναι υπόσταση: φορέας ενεργητικής καθολικότητας. Είναι υποκείμενο ενεργητικά υπεύθυνο για τον κόσμο ολόκληρο. Ελεύθερο από κάθε καταναγκασμό εξωτερικό και εσωτερικό. Ελεύθερο από την ιδιοτέλεια της πτωτικής φύσης του, ατομικής και συλλογικής. Είναι υποκείμενο αγαπητικής και όχι εξουσιαστικής ενέργειας. Το δεύτερο ζητούμενο, που είναι να έχει το μετανεωτερικό υποκείμενο πλανητική συνείδηση και ήθος, καλύπτεται πλήρως από την έννοια του Προσώπου.
       Για να πάμε στο Πρόσωπο πρέπει να διαρρήξουμε μέσα μας το «ιερό σύμπαν» της Βίας-Ανάγκης, πάνω στο οποίο κτίζεται κάθε εξατομίκευση και να κάνουμε την Αγάπη-Ελευθερία θεμέλιο της υποκειμενοποίησης.

Ελευθερία είναι η δυνατότητα να ζεις σύμφωνα με την αρετή, δηλαδή η μετοχή στην αρετή της φρόνησης. Οι προδιαγραφές της δημιουργίας κάθε όντος σημαίνει αυτομάτως ένα προγραμματισμό λειτουργιών που διακρίνονται σε: α) ανάγκες, ένστικτα και ενέργεια, β) ευθύνες, γ) δικαιώματα και αυτά με την σειρά τους συνδέονται με την ανάλογη δ) αγωγή-παιδεία-εκπαίδευση-ικανότητες-αρετές που απαιτούνται για να προσεγγίσουμε ε) τα αγαθά και τις αξίες που συνδέονται με την προδιαγραφή κάθε όντος. Η εστίαση της θέλησης και η επιθυμία, συνδέεται με τον νόμο της έλξης και της ελεύθερης βούλησης, όταν η συνείδηση εστιάζεται, πυκνώνει η ενέργεια σε ύλη δημιουργώντας πραγματικότητα. Επομένως, κάθε άνθρωπος εστιάζεται σε εκείνα τα αγαθά, που του επιτρέπει το πνευματικό επίπεδο, δηλαδή την επίγνωση της νομοτέλειας που αφορά την εξέλιξή του, και επομένως τη συνείδηση της προδιαγραφής και του προορισμού του, και τελικά της ταυτότητάς του. Το κλειδί της πανανθρώπινης ιστορίας βρίσκεται στην συνείδηση της ελεύθερης βούλησης, που βασίζεται στην ιδέα για το πρόσωπο και το εγώ ειμί.

Δεν ζητάμε να γυρίσουμε πίσω στην αρχική Μήτρα της Δημιουργίας, αλλά ζούμε την εξέλιξη της ψυχοσωματικής του Ανάστασης. Για μας, δεν έχει σημασία πώς θα προσαρμοστούμε στις καταστάσεις εδώ και τώρα, αλλά ζούμε εδώ και τώρα ενώνοντας το χθες με το αύριο, στο παρόν. Όλοι οι δρόμοι είναι πεπερασμένοι, εκτός από αυτόν της συνειδητής ταυτενέργειας με τη ροή του Λόγου κάθε στιγμή. Δεν βλέπουμε το παρόν μέσα από το πρίσμα ενός χαμένου ιδανικού παρελθόντος, αλλά ως Ιερή Στιγμή που αποκαλύπτει το νόημα της ύπαρξής μας, την Θέωση. Η έλλειψη κατανόησης αυτής της νομοτέλειας είναι η αιτία κάθε ανοησίας που οι άνθρωποι ονομάζουν «κακό». Η Ελευθερία και η Αγάπη του Θεού είναι αδύνατον να βιωθούν από τον άνθρωπο που ζει κάτω από τον Νόμο και όχι με την Χάρη του Θεού. Όσο αρνείται την Χάρη, αρνείται την Ελευθερία και την Αγάπη.

Τρεις δρόμοι ανοίγονται μπροστά στον άνθρωπο: της θέλησης που δεν διαθέτει Αγάπη, της αγάπης που δεν διαθέτει Θέληση και της Θέλησης για Αγάπη, της Θέλησης που εμπεριέχεται στην Θεία Αγκάλη. Η Θεία Κληρονομιά της Χριστοποίησης και Θέωσης του Ανθρώπου, πυρήνας της Ορθοδόξου πίστεως και του Εσωτερικού Χριστιανισμού ταυτόχρονα, βάλλεται από παντού σήμερα, διότι ποτέ δεν ήταν θρησκεία, αλλά ποιότητα ροής ενσυνείδητης ζωής στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού μέσα μας.


ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΛΕΙΔΑΡΑΣ

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


«Το μέλλον του κόσμου είναι στα χέρια των παιδιών μας»



Ένα παιδί κουβαλάει μια ιστορία, την ιστορία των προγόνων του και την δική του, αυτό όταν είναι μικρό δεν το γνωρίζει, όπως δεν το γνωρίζουν και οι περισσότεροι γονείς και ενήλικες, σε μια εποχή που το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν προάγει την ανάπτυξη του παιδιού ως ελεύθερο άνθρωπο, μέσω της κριτικής σκέψης, της ενσυναίσθησης, της έρευνας, την ανάδειξη των ταλέντων κτλ.

Όταν το εκπαιδευτικό σύστημα απαιτεί από το παιδί να μην έχει ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι, να είναι περιορισμένη η επαφή του με την φύση, γιατί ο σύγχρονος πολιτισμός και το σύστημα της παιδείας τροφοδοτούν έναν νέο άνθρωπο με πολλές δραστηριότητες, πολλές ενασχολήσεις εκπαίδευσης. Όταν το παιδί έχει την μαμά και τον μπαμπά του για «σοφέρ ή μεταφορέα», πηγαίνοντας το από την μια δραστηριότητα στην άλλη και ο ελάχιστος χρόνος που περνούν μαζί είναι στο αυτοκίνητο, που έχει γίνει κινούμενο σπίτι, εκεί τρώει το μεσημεριανό του, εκεί ντύνεται για την γυμναστική του και η ουσιαστική τους επαφή περιορίστηκε σε αυτό το μεσοδιάστημα χρόνου και στα Σαββατοκύριακα.

Τροφοδοτούμε έναν νου, γεμίζοντας τον με πληθώρα γνώσεων «όσα πιο πολλά κάνεις ή ξέρεις, τόσο πιο εύκολα θα βρεις μια αξιοπρεπή δουλειά». Όταν όλα αυτά αρχίζουν να γίνονται αντιληπτά πλέον από τους περισσότερους ανθρώπους ή ακόμα κι αν δεν το έχουμε αντιληφθεί, μπορούμε ξεκάθαρα να δούμε τις αντιδράσεις των ίδιων των παιδιών σε αυτές τις πιέσεις την κούραση, τον θυμό, την αμφιθυμία, την υπερκινητικότητα, την διάσπαση προσοχής, τις μαθησιακές δυσκολίες κ.α.

Όταν υφίστανται όλα αυτά, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει ο γονιός, ο δάσκαλος, εμείς οι ίδιοι. Γινόμαστε παιδαγωγοί των παιδιών μας, είτε είμαστε γονείς είτε όχι. Η παιδαγωγική δεν έχει να κάνει μόνο με την αγωγή των παιδιών, έχει να κάνει με την εξέλιξη και ανάπτυξη της αγωγής του ίδιου μας του εαυτού.  Όσο εμείς, γονείς, δάσκαλοι, γιαγιάδες, παππούδες, δεν μένουμε μόνο στον ρόλο που μας βάζουν ή δεχόμαστε από την κοινωνία, τότε κάτι θα αρχίσει να αλλάζει.

Σύλληψη, κυοφορία, γέννηση

Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στο θαύμα της γέννησης. Ακόμη και οι πιο σοβαροί ενήλικες κάνουν τα πάντα για να δουν τα μικρά πλασματάκια να χαμογελούν. Η γέννηση είναι μια μυστηριώδης κατάσταση ακόμη και σήμερα, στην εποχή της τεχνολογικής έκρηξης. Παρόλο που γνωρίζουμε από πού έρχονται τα παιδιά και πώς γεννιούνται, δε γνωρίζουμε, ακόμη, από πού έρχεται η καθαρή ουσία τους.

Κατά την σύλληψη η οποία γίνεται κατά τον έρωτα και την ένωση ενός ζεύγους, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η κατάστασή τους. Δηλαδή, κατόπιν μέθης ή με βία, οι διαστροφές, ο βιασμός, ο έρωτας που γίνεται με αδιαφορία ή από πλήξη ή από δόλο, από συμφέρον ή με υποκρισία ή από σωματικό πάθος, δεν έχει καλά αποτελέσματα. Έλκει πνεύματα αναλόγων ποιοτήτων, να ενσαρκωθούν. Προσανατολίζονται, έλκονται ομοιοκραδαστικά δηλαδή, αυτά τα πνεύματα τα οποία ήδη περιμένουν και με την πρώτη ευκαιρία ενσαρκώνονται εκεί. Όταν ένα ζευγάρι κάνει έρωτα, ο οποίος πρόκειται να οδηγήσει σε τεκνοποίηση, είναι η ώρα δηλαδή να έλξει πνεύμα, δημιουργείται μία ενεργειακή περιδίνηση, πάνω από τα κεφάλια του ζεύγους, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε δίνη εισόδου, έλξης πνεύματος του παιδιού και ανάλογα το ύψος που έχει αυτή η δίνη, έλκει και ανάλογο πνεύμα. Αν είναι χαμηλή η δίνη, έλκει χαμηλής ποιότητος πνεύμα, αν είναι υψηλή έλκει υψηλής ποιότητος πνεύμα. Τελείως διαφορετικά αποτελέσματα έχουμε όταν υπάρχει αγάπη, πνευματική αρμονία. Ανάλογα με την πνευματική εξέλιξη των γονέων, φορτίζεται το έμβρυο με ανάλογη πνευματική συνειδητότητα.

Η μήτρα δεν είναι μόνο το περιβάλλον που μεγαλώνει σωματικά το έμβρυο, αλλά αποτελεί το πρώτο του σχολείο και η ζωή του μέσα σε αυτή, είναι ενεργή και γεμάτη με ανταλλαγές πληροφοριών, σχετικά με το πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος «εκεί έξω». Η επίδραση των χημικών υγρών της μητέρας, επηρεάζει την ανάπτυξη του εμβρύου κατά την διάρκεια της κύησης. Μεταφέρει πληροφορίες, σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στο εξωτερικό περιβάλλον. Η κατάσταση αυτή, εξαρτάται από το πώς η μητέρα αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τη ζωή της, τα αισθήματά της, όπως φόβος, θυμός, αγάπη, ελπίδα, μπορούν χημικά να αλλάξουν τη γενετική έκφραση του εμβρύου. Οι αρνητικές σκέψεις και τα συναισθήματα της μητέρας, μετατρέπονται σε τοξίνες, που μεταφέρονται από τον ομφάλιο λώρο στο έμβρυο. Ο μόνος τρόπος να αποφύγει το έμβρυο την εισροή αρνητικών πληροφοριών είναι η σύσπαση. Η σύσπαση οδηγεί σε έλεγχο και ο έλεγχος κρατά τα πράγματα υπό καταστολή, εκεί που είναι –αποθηκευμένα.

Οι αισθήσεις του εμβρύου δεν είναι αποκομμένες μεταξύ τους, αλλά συνδέονται και δουλεύουν συγχρόνως. Έρευνες έχουν δείξει τα έμβρυα να αντιδρούν στην αμνιοκέντηση. Γιατροί και μητέρες έχουν παρατηρήσει ότι μερικά μωρά μένουν ακίνητα, μετά την αμνιοκέντηση και ο κανονικός ρυθμός της αναπνοής τους επανέρχεται, μετά από αρκετές μέρες.

Τα νεογνά του ανθρώπου γεννιούνται με το κεφάλι προς τα κάτω και αν η θέση τους είναι διαφορετική, φροντίζεται η αναστροφή τους με προσοχή ώστε ο λώρος να μην εμπλακεί. Αν δεν είναι δυνατή η επαναφορά τους γίνεται καισαρική τομή. Το γεγονός ότι οι καισαρικές πληθαίνουν, όπως και οι τοκετοί με μη φυσικούς πόνους δείχνει την κατεύθυνση του ανθρώπου στα «του Καίσαρος» και όχι στα του Θεού. Παρά ταύτα, το νεογνό, κάτω από Θεία Επιστασία γεννιέται με την ίδια προδιαγραφή.

Η λειτουργία και η «δια βίας» εξαγωγή του νεογνού από τον αμνιακό σάκο και πρόωρη απόσπασή του από τον πλακούντα, πριν το σώμα της μητέρας ολοκληρώσει τη διαδικασία της παράδοσης της νέας ζωής, επιδρά ορμονικά στην παραγωγή του γάλακτος, με αποτέλεσμα τη μη παραγωγή του και την «κατ’ ανάγκη» αντικατάστασή του με τα γάλατα «νέας γενιάς». Σ’ αυτό συντείνουν και τα φάρμακα που αφειδώς καταναλώνονται πλέον, ιδίως τα αντιβιοτικά αλλά και όσα δίδονται στις μητέρες για την σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Οι γονείς, παραπλανώμενοι από την επιστήμη, ενδίδουν και ενθαρρύνουν μια διεργασία απομακρυσμένη από τη φύση που ευλόγησε ο Θεός.

Γιατί σε αυτήν την χώρα έχουμε τόσο έντονη επιδημία παιδικής παχυσαρκίας; Γιατί τα νήπιά μας, δεν δοκιμάζουν λαχανικά και υγιεινά φρούτα; Πρόκειται για τις πρώτες γεύσεις του νέου ανθρώπου, τόσο κρίσιμες για την ανάπτυξη του αισθητηρίου της γεύσης και της μελλοντικής διατροφικής συμπεριφοράς. Μας λένε οι μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες ότι είναι «απαραίτητες οι βρεφικές κρέμες» για την «σωστή ανάπτυξη» κάθε βρέφους. Κάντε μια έρευνα στις έτοιμες παιδικές τροφές. Η πρώτη έκπληξη είναι ότι οι τόσο «ποικίλες», κρέμες βρεφικής διατροφής, μοιάζουν τόσο πολύ στα συστατικά τους. Και η δεύτερη έκπληξη έρχεται στην δοκιμή: έχουν την ίδια γεύση. Βλέπουμε επίσης ότι όλες οι κρέμες, περιέχουν υπερβολικά μεγάλα ποσά απλών σακχάρων, με σημαντικό ποσοστό αυτών τη ζάχαρη. Οι εδώδιμες ίνες, σημαντικές για την λειτουργία του εντέρου, είναι πολύ λίγες. Πώς να εθίσουμε τα μικρά παιδιά και μωρά σε γλυκές γεύσεις, σχεδόν πανομοιότυπες, τυποποιημένες και χωρίς ποικιλία, που θα τις καταναλώνουν καθημερινά, σε μεγάλες ποσότητες και για χρόνια, προς κέρδος κάποιων; Πως θα απομακρύνουμε τα μικρά παιδιά και τα μωρά μια για πάντα από φυσικές γεύσεις, «ιδιαίτερες» και μη γλυκές, όπως το μπρόκολο, το σπανάκι, τις φακές. 
Η μη ορθή παράδοση του νεογνού διακόπτει και καθιστά δυσλειτουργικό το σύνδεσμο της μητέρας (και μέσω αυτής του πατέρα) με το τέκνο κι έτσι αυτό καθίσταται πιο ευαίσθητο στις παρεμβολές του συστήματος εξαπάτησης, επιβαρυνόμενο περισσότερο και μη προστατευόμενο λόγω της δυσλειτουργίας του δεσμού με τη μητέρα του.
Γέννηση είναι ο διαχωρισμός του οργανισμού από εκείνο που του χρησίμευσε σαν μητέρα. Η επίδραση της ουράνιας ζωής παραμένει λίγα χρόνια στα παιδιά και γι’ αυτό τα περιβάλει μια αθωότητα που σιγά-σιγά θα χαθεί με την επιβολή των ενστίκτων και της αρνητικής μόρφωσης του περιβάλλοντος. Τα νεογέννητα βρέφη, τις πρώτες ώρες μετά τον τοκετό, χρησιμοποιούν ένα μικρό κόλπο, για να τα βγάλουν πέρα, μέχρι το στήθος της μαμάς τους να γεμίσει με γάλα. Απλά, τρέφονται με τη διάσπαση των ίδιων τους των κυττάρων. Μέχρι πρόσφατα πίστευαν ότι η στιγμή του τοκετού καθορίζεται αποκλειστικά από το σώμα της μητέρας και συγκεκριμένα από τη διαστολή του τραχήλου. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτό συνεργάζεται με τη μητέρα και συμμετέχει ενεργά τη μεγάλη στιγμή. Προς το τέλος της κυοφορίας το βρέφος υποβάλλεται σε μια κατάσταση επιτεινόμενου άγχους, καθώς ο πλακούντας, το όργανο που ευθύνεται για τη διατροφή και την οξυγόνωνση του κυήματος, μειώνει σταδιακά την παροχή θρεπτικών ουσιών.
«Η υγρή γέννηση είναι ένα από τα κλειδιά για τη βελτίωση της ποιότητας της ανθρώπινης ζωής σε μια γενεά», σύμφωνα με την Έλενα Τονέτι, αρχηγό του κινήματος για τη Συνειδητή Γέννηση, και εμείς θα συμφωνήσουμε μαζί της. Η διαδικασία του τοκετού στο νερό έχει εξαιρετικά ευεργετικές επιδράσεις στη διαχείριση του πόνου και στη διάρκεια του τοκετού. Συγκεκριμένα, το νερό αυξάνει τις ενδορφίνες, την κυκλοφορία του αίματος, τον ρυθμό αναπνοής και μειώνει την αρτηριακή πίεση, το οίδημα και τον πόνο. Έτσι προσφέρει αναλγησία στο 1ο στάδιο του τοκετού, ενώ η άνωση του νερού, δίνει μεγάλη ευκολία στην κίνηση και στις αλλαγές θέσης της επιτόπου, αποφεύγοντας την καθήλωση στο κρεβάτι.
Ακόμη, η δυνατότητα χαλάρωσης αυξάνεται και μειώνεται το άγχος ενώ γίνεται ευκολότερη η έξοδος του εμβρύου, με λιγότερο πόνο και μικρότερη πιθανότητα τραυματισμών – ρήξεων. Ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα αποτελεί, επίσης, το γεγονός ότι δεν γίνεται χρήση φαρμάκων ενώ η ανάμνηση της εμπειρίας είναι θετική.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική αύξηση των πρόωρων γεννήσεων στη χώρα μας, Η ακριβής αιτία του πρόωρου τοκετού παραμένει ακόμα άγνωστη περίπου για το 50% των περιπτώσεων. Ωστόσο, για το άλλο 50% των πρόωρων γεννήσεων έχουν ταυτοποιηθεί ως παράγοντες κινδύνου το περιβάλλον, ο τρόπος ζωής και η υγεία της μητέρας. Ιδίως σε ό,τι αφορά το τελευταίο, οι ειδικοί ενοχοποιούν το κάπνισμα, το αλκοόλ και γενικά τη χρήση ουσιών, το υψηλό στρες και την πολύωρη εργασία, καθώς και την κακή προγεννητική φροντίδα.

Η είσοδος στη θερμοκοιτίδα γίνεται όταν τα μωρά είναι πρόωρα, δεν έχουν συμπληρώσει δηλαδή τις 36 εβδομάδες που απαιτούνται για να υπάρχει ολοκληρωμένη κύηση. Μάλιστα, όσο πιο νωρίς γεννηθεί ένα μωρό, τόσο περισσότερη φροντίδα χρειάζεται, γεγονός που καθιστά την παραμονή στη θερμοκοιτίδα πολυήμερη για μερικά βρέφη. Αυτή η κατάσταση δεν αφήνει ανεπηρέαστους τους γονείς, οι οποίοι ευλόγως είναι φοβισμένοι, χωρίς προετοιμασία, χωρίς ενημέρωση, πολλές φορές και χωρίς καμιά υποστήριξη. Το πρόβλημα δεν σταματά με την έξοδο των νεογνών από τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, γιατί παρότι αυτά τα μωρά, στη συντριπτική τους πλειονότητα, χρειάζονται αυξημένη φροντίδα και ιατρική παρακολούθηση, το σύστημα υγείας δεν διαθέτει κεντρικό συντονισμό στην παρακολούθηση της ανάπτυξής τους. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη μέριμνα ούτε για την εργαζόμενη μητέρα του πρόωρου νεογνού, η οποία καλείται να επιστρέψει στην εργασία της, ενώ το παιδί της μπορεί να νοσηλεύεται ακόμα στη Μονά Νεογνών.

Ο κάθε θηλασμός είναι μια μυσταγωγία, μεσ’ από την οποία ολοκληρώνεται και το μυστήριο της ζωής. Είναι η ένωση και η ταύτιση δύο κόσμων, της μητέρας και του παιδιού. Είναι το μυστήριο που προδιαθέτει το παιδί για την ομαλή και φυσιολογική εισαγωγή του στο κοινωνικό σύνολο. Είναι οι στιγμές κατά τις οποίες το παιδί ρουφά την ακτινοβολία της μάνας και μπολιάζει την ύπαρξή του με εκείνη τη θετική ενέργεια, η οποία θα βάλει σε κίνηση και λειτουργία τις πρώτες κι αποφασιστικές εκδηλώσεις του παιδιού, που αργότερα θα γίνουν βιώματα για να διαγράψουν την πορεία του. Είναι το μυστήριο της αίσθησης της σιγουριάς, μ’ εκείνη την απόλυτη επαφή του με τη σάρκα της μάνας, πάνω στην οποία οικοδομούνται οι πρώτες εντυπώσεις, οι πρώτες θετικές αντιδράσεις, τα πρώτα συναισθήματα, αυτή η μαγική χρυσόσκονη με την οποία θα ραντίσουν το μικρό βλαστάρι, για να μεστώσει και ν’ αναρριχηθεί προδιαγράφοντας το μέλλον του.

Σχέση ζεύγους, γονείς

Η Ζωή είναι ένα παιχνίδι. Το πώς το παίζει κανείς είναι τέχνη και συγχρόνως επιστήμη. Το να κάνει κάποιος παιδί δεν είναι αστεία υπόθεση. Οφείλει πρώτα απ’ όλα να έχει ενηλικιωθεί ο ίδιος πνευματικά. Γιατί ναι, όλος ο κόσμος κάνει παιδιά, αλλά ελάχιστοι από αυτούς έχουν ενηλικιωθεί πνευματικά και δεν είναι υγιές τα «παιδιά» να κάνουν παιδιά. Με αποτέλεσμα να δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης με τα παιδιά τους και να φέρνουν στον κόσμο ανθρώπους με πολλά προβλήματα. Μια βασική προϋπόθεση για να γίνουν γονείς δυο άνθρωποι, είναι να έχουν χτίσει μια αγαπημένη, συντροφική, αφοσιωμένη, ανιδιοτελή και ώριμη σχέση.  Μια ουσιαστική σχέση όπου τα δυο άτομα έχουν έρθει κοντά, σαν δυο ολοκληρωμένες αυτοδύναμες οντότητες και έχουν καταστήσει τους εαυτούς τους «κοινωνούς» σε μια κοινή προσπάθεια εξέλιξης, ολοκλήρωσης και δημιουργίας. Ένα τέτοιο ζευγάρι έχει την δυνατότητα να πάρει συνειδητά την απόφαση να φέρει στον κόσμο ένα παιδί.

Η ποιότητα της σχέσης του ζευγαριού και η ανάληψη της «Γονεϊκής Ταυτότητας» παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής των παιδιών, της ψυχολογικής, κοινωνικής, πνευματικής και σωματικής τους εξέλιξης. Η συνειδητοποίηση της περιόδου μετά τον ερχομό του πρώτου παιδιού, όπου οι σύζυγοι μεταβάλλονται σε γονείς και ο γάμος σε οικογένεια, είναι μια δύσκολη μεταβατική φάση στη ζωή του ζευγαριού, καθώς προκύπτουν νέα συναισθήματα, άγχη, ευθύνες, νέες εντάσεις, ενώ ταυτόχρονα είναι μία πολύ σημαντική περίοδος για τη μελλοντική εξέλιξη των παιδιών.

Διαπαιδαγώγηση παιδιών

Σε κανέναν δεν αρέσει να ακούει επιθετικές φωνές γεμάτες ένταση. Για ένα μικρό παιδί, η ένταση μεταξύ των γονιών του ή μεταξύ των γονιών του και του ίδιου ή των άλλων παιδιών, του δημιουργεί ένα έντονο συναίσθημα ανασφάλειας. Όταν η σύγκρουση είναι μεταξύ των γονιών, η επίδραση είναι συχνά ακόμα χειρότερη για το παιδί. Το παιδί δεν έχει ακόμα μάθει να βλέπει τον εαυτό του ως ξεχωριστή οντότητα από τους γονείς. Αισθάνεται απόλυτα ταυτισμένο και με τους δυο γονείς του. Έτσι, όταν οι γονείς φιλονικούν, νιώθει τη σύγκρουση να γίνεται ανάμεσα σε δυο κομμάτια της δικής του ύπαρξης. Μπορεί να καταλήξει να μισεί ακόμα και τον εαυτό του γι’ αυτό. Το παιδί νιώθει ανασφάλεια αν οι γονείς του δεν νιώθουν ασφαλείς.

Ο πιο σωστός τρόπος για να εξασφαλίσουμε μια βάση ασφάλειας για τα παιδιά μας δεν είναι να τους αφήσουμε μια μεγάλη κληρονομιά, αλλά να μπορέσουμε να αναπτύξουμε εσωτερική ασφάλεια εμείς οι ίδιοι. Αν πιστεύουμε στον εαυτό μας και στην ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε οποιαδήποτε αντιξοότητα της ζωής, το παιδί μας θα αισθάνεται το ίδιο.
Τα παιδιά δεν παρατηρούν απλά, νιώθουν το περιβάλλον και κυριολεκτικά το ζουν. Επιπλέον, εντοπίζουν, απορροφούν και αντιδρούν σε αυτό πολύ πιο έντονα από ότι οι ενήλικες. Τα μικρά παιδιά είναι πολύ καλά συντονισμένα με την διαίσθησή τους, επειδή δεν έχουν ακόμα βυθιστεί μέσα στην «πραγματικότητα» και συχνά ακούν και βλέπουν πράγματα που εμάς μας διαφεύγουν. Μέχρι τα επτά τους χρόνια περίπου, είναι εναρμονισμένα με τον πνευματικό κόσμο και με πράγματα αθέατα. Μετά τα επτά, όταν πάνε σχολείο και εκτεθούν στον παραδοσιακό τρόπο σκέψης και στις λογικές διεργασίες, αυτός ο συντονισμός ελαττώνεται.
Το παιδί θέλει και έχει ανάγκη να μαθαίνει. Όλα τα παιδιά είναι γεμάτα περιέργεια και θα παρέμεναν έτσι, αν η φυσική αυτή επιθυμία για μάθηση δεν ανακοπτόταν ή ακόμα δεν καταστρεφόταν πολλές φορές ολοκληρωτικά, από το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα και γενικά απ’ τη στάση της κοινωνίας απέναντι στα παιδιά.
Ανάμεσα στις νέες παιδαγωγικές μεθόδους που άνθισαν από την αρχή του αιώνα αυτού, ήταν η  «Μέθοδος Μοντεσσόρι» και κατέχει ξεχωριστή θέση.
Η μέθοδος αυτή μπαίνει και στις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής. Είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία που τείνει να ανυψώσει τον άνθρωπο –τόσο το παιδί όσο και τον ενήλικο- στην αξιοπρέπεια του έργου του, βοηθώντας το παιδί στην οικοδόμηση του εαυτού του, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τη ζωή. Σιγά-σιγά, στη θέση του θα δρα ένας άνθρωπος, που θα τον έχει φτιάξει το ίδιο το παιδί με κόπο και υπομονή. Είναι λοιπόν αναγκαίο να τονίσει κανείς στον ενήλικο, όλη την πρακτική σπουδαιότητα και όλη την πνευματική σημασία της βοήθειας, που πρέπει να δίνει στους απογόνους του, που μια μέρα μπορούν να τον ξεπεράσουν και να του γίνουν δάσκαλοι από πολλές απόψεις.

Έτσι η ερώτηση «πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας;» γίνεται «πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας να λυτρωθεί από τις λαθεμένες ιδέες, το άγχος για το μέλλον, καθώς και από την έλλειψη εμπιστοσύνης του εαυτού μας, των παιδιών μας και της ανθρωπότητας, έτσι ώστε να μην γινόμαστε εμπόδιο στη φυσική ανάπτυξη του παιδιού;». Έμφαση θα δώσουμε όχι τόσο στο πώς θα διδάξουμε, αλλά στο πώς εμείς θα μάθουμε και θα μπορέσουμε να ωριμάσουμε συναισθηματικά, νοητικά και πνευματικά.

Πώς θα μπορούσαν οι γονείς να διαμορφώσουν ένα οικογενειακό περιβάλλον τέτοιο που να ερεθίζει τη διαδικασία της μάθησης στο παιδί; Μπορούν αν αρχίσουν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στα παιδιά τους, μαθαίνοντας και αυτοί μαζί τους. Όχι διδάσκοντάς τα. Ο γονιός δεν πρέπει να λύσει το πρόβλημα για το παιδί, αλλά ν’ αρχίσει να κάνει ερωτήσεις, καθοδηγώντας έτσι το νου του παιδιού προς έναν αναλυτικό τρόπο σκέψης, ώστε να ανακαλύψει μόνο του την απάντηση. Αυτή είναι η «μαιευτική» μέθοδος του Σωκράτη, που είχε αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική στο να προβάλλει τις αλήθειες που ήταν κρυμμένες μέσα στον μπερδεμένο νου των ανθρώπων γύρω του. Αν εμείς οι ίδιοι νιώθουμε ανίκανοι να μάθουμε, τότε πώς έχουμε αυτήν την απαίτηση από το παιδί μας; Οι γονείς πρέπει να ξεπεράσουν τον φόβο τους να παραδεχθούν ότι δεν ξέρουν ή ότι μπορεί να κάνουν ένα λάθος και πρέπει ν’ αρχίσουν ξανά να μαθαίνουν.

Γονείς και δάσκαλοι πρέπει να αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο για να κουβεντιάζουμε με τα παιδιά, παρά να τους μιλάμε από θέση ισχύος.

Ο δάσκαλος θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να δημιουργήσει μέσα του, ορισμένες ηθικές διαθέσεις. Πρέπει να προετοιμαστεί εσωτερικώς: με το να μελετάει τον εαυτό του με μεθοδική επιμονή, να ανακαλύπτει μέσα του τα ελαττώματα που θα ήταν εμπόδιο στο χειρισμό του παιδιού. Και για να καταργήσει αυτά τα ελαττώματα, κρυμμένα συχνά στο υποσυνείδητο, του χρειάζεται μια εξωτερική βοήθεια, μια «αγωγή».

«Αυτό εννοούμε όταν λέμε πως ο Δάσκαλος πρέπει να είναι «μύστης». Πρέπει να αρχίσει με το να ψάχνει να βρει τα δικά του ελαττώματα. Βγάλε πρώτα τη δοκό που έχεις στο μάτι σου, και θα ξέρεις έπειτα να βγάλεις το άχυρο που είναι στο μάτι του παιδιού.

Η αποστολή του καινούριου δασκάλου πρέπει να μελετηθεί με τη μεγαλύτερη φροντίδα. Αυτός είναι που μπορεί να βοηθήσει το παιδί στη μόρφωσή του και στην άνοδό του προς την τελειοποίηση ή που μπορεί να τα καταστρέψει όλα. Πρέπει να αφήσει το εμβρυώδες ον να αναπτυχθεί σύμφωνα με τους εσωτερικούς του νόμους.

Η αποστολή του είναι να ετοιμάσει ένα περιβάλλον στο παιδί, να το εφοδιάσει με το υλικό που θα το κάνει να συγκεντρωθεί, να το μυήσει με ακρίβεια στις ασκήσεις της πρακτικής ζωής, να διακρίνει μεταξύ του παιδιού που ερευνά και αυτού που πλανάται. Πάντα ήρεμος, πάντα έτοιμος να προστρέξει όταν τον καλούν, πρέπει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη της αγάπης και της εμπιστοσύνης των μικρών του.

Το κυριότερο δεν είναι να κάνει το παιδί να κερδίσει χρόνια μελέτης και να προσπαθεί να βρίσκει τρόπους, να απλοποιήσει το έργο του παιδιού, για να το απαλλάξει από την κούραση. Το κυριότερο είναι, να διατηρήσει σε αυτό το παιδί, τα πνευματικά στοιχεία που υπάρχουν μέσα του. Φυσικά, πρέπει συνάμα να του προσφέρει και μόρφωση, ο νους έχει ανάγκη από δράση, μα πρέπει να προσφέρει, αυτή τη μόρφωση φροντίζοντας να διατηρήσει και να αναπτύξει την πνευματική ζωή και τις ηθικές δυνάμεις του παιδιού».

Τα παιδιά ζουν και εξελίσσονται με το δικό μας παράδειγμα ζωής και πράξης, μαθαίνουν με ζωντανά παραδείγματα πολύ καλύτερα και πιο αποτελεσματικά απ’ ότι μαθαίνουν στα λόγια. Όταν εκείνος που συμβουλεύει δεν είναι ζωντανό παράδειγμα των λόγων του, τότε όχι μόνο τα λόγια του χάνουν τη δύναμή τους, αλλά δημιουργούν στο παιδί συναισθήματα αντίστασης και απόρριψης μπροστά στην τόσο φανερή υποκρισία. Όλα τα παιδιά είναι ιδεαλιστές. Περιμένουν ότι θα υπάρχει οπωσδήποτε κάποια συνέπεια ανάμεσα στις σκέψεις, τα λόγια και τις πράξεις. Η συνέπεια δημιουργεί στο παιδί την αίσθηση ασφάλειας και σεβασμού. Είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά μας, να κρατάμε το λόγο μας. Όταν παίρνουμε πίσω το λόγο μας, το παιδί χάνει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο σ’ εμάς, αλλά σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μαθαίνει  ότι οι υποσχέσεις δεν δεσμεύουν, επομένως δεν μπορεί να’ χει εμπιστοσύνη σε κανέναν. Επίσης, μαθαίνει ότι και το ίδιο έχει το δικαίωμα να μην κρατά τον λόγο του.

Όλοι ξέρουμε ότι το παιδί χρειάζεται αγάπη. Το παιδί χρειάζεται να ξέρει ότι το δεχόμαστε και το αγαπάμε ανεξάρτητα από το τι κάνει, αλλά ότι ορισμένοι τρόποι συμπεριφοράς δεν είναι παραδεκτοί σε μας. Για να αγαπάμε τα παιδιά μας χωρίς όρους, πρέπει πρώτα να αρχίσουμε να αγαπάμε χωρίς όρους τον εαυτό μας. Πρέπει να ξεχάσουμε όλες τις προϋποθέσεις που μας εμποδίζουν ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας. Θα χρειαστεί ν’ αγαπήσουμε τον εαυτό μας, έστω κι αν δεν είμαστε τέλειοι, έστω κι αν κάνουμε λάθη. Όσο πιο πολύ απελευθερώσουμε την αγάπη για τον εαυτό μας από τις διάφορες προϋποθέσεις, τόσο πιο ανιδιοτελής θα γίνει η αγάπη μας για τα παιδιά μας και τους άλλους.

Ας έχουμε βαθιά πίστη ότι κι εμείς κι εκείνα έχουμε την ικανότητα ν’ αντιμετωπίσουμε την ζωή με εσωτερική καθοδήγηση, διαύγεια κι αποτελεσματικότητα. Ας πιστέψουμε ότι η πνευματική μας ενότητα και η δύναμη της αγάπης χωρίς όρους είναι η λύση για όλα τα προβλήματα. Ας έχουμε συνέπεια και σεβασμό για τον εαυτό μας και για τα παιδιά μας. Ας συνεχίσουμε την επιμόρφωση μας, την ανάπτυξή μας, την καλυτέρευση του εαυτού μας και την πνευματική εξέλιξη. Ας είμαστε ειλικρινείς με τον πραγματικό εαυτό μας κι ας ξεπεράσουμε το «εγώ» μας, τους φόβους και τις προσκολλήσεις μας. Ας προχωρήσουμε μαζί με ταπεινοφροσύνη και απλότητα, για να ανακαλύψουμε μαζί με τα παιδιά μας το νόημα και την ομορφιά της ζωής.

Ο σπόρος που σπέρνουμε, είναι ο σπόρος της ελπίδας. Χάρη σε αυτόν, η Ανάσταση είναι ακόμα δυνατή».

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: ΕΛΛΗ ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗ

 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ