του Γιώργου Κλειδαρά
Από παιδί θυμάμαι το κοινωνικό στίγμα που σφράγιζε την ζωή ανθρώπων, που η ιδεολογία τους δεν ήταν σύμφωνη με το κατεστημένο της εποχής τους. Παρατηρούσα τους συνομήλικούς μου να βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σε μια υλόφρονη συνείδηση που είχε Θεό το χρήμα και στόχο την κοινωνική καταξίωση, την φήμη και την επιτυχία. Μάθαμε για τους δοσίλογους της Κατοχής, που όχι μόνο έμειναν ατιμώρητοι αλλά βασίλευαν και ακόμα κυβερνούσαν την χώρα πάμπλουτοι από όσα άρπαξαν μαζί με τους μαυραγορίτες. Παρατηρούσα τους παλιούς αγωνιστές της ζωής να περπατούν με το κεφάλι σκυφτό, σαν ζωντανά κουρέλια, θέλοντας να τραγουδήσουν με σπασμένα φτερά. Παρατηρούσα τους νεότερους να θεωρούν δεδομένο πως τίποτα δεν αλλάζει σε αυτόν τον κόσμο και ούτε κανένας άλλος αγώνας δεν αξίζει πέρα από την επιβίωση και με απώτερο στόχο την καλοπέραση. Μπόρεσα να κατανοήσω μέσα στο νου μου τους νοητικούς περιορισμούς, τις νοητικές αγκυλώσεις και τα διάφορα κατεστημένα σκέψης και κοσμοθεώρησης των ανθρώπων. που έμοιαζαν να βαδίζουν τυφλοί και κουφοί προς τον όλεθρο. Θυμάμαι πόσοι με έλεγαν τρελό.
Βίωσα την επικράτηση ενός εθνομηδενισμού και μιας αυξανόμενης απόρριψης των παλαιότερων γενεών, που θεωρήθηκαν υπεύθυνες από τις νεότερες για την γενικότερη παρακμή και διαφθορά. Παρατήρησα το φαινόμενο της εκπόρνευσης να αυξάνεται και το ξεπούλημα της συνείδησης να μετατρέπεται σε τηλεοπτική επίδειξη. Είδα την Ελληνική φιλοξενία να μετατρέπεται σε ξενοφοβία και ρατσισμό και έπειτα από το μαύρο και τον κόκκινο φασισμό να εμφανίζεται και ένας νέος, λευκός φασισμός, που μετατρέπει τους ανθρώπους σε αλληλέγγυους, συνυπεύθυνους, συνεργάτες και συνένοχους σε εγκλήματα κατά της κοινωνίας και της ανθρωπότητας. Θυμάμαι πόσοι με εγκατέλειψαν.
Σήμερα, βλέπω την παγκόσμια επιβολή ενός αυταρχικού κράτους εξαπάτησης, αδικίας και εκμετάλλευσης, που επιβάλλει με βία την ανεργία, την φτώχεια και την αρρώστια, όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο μυαλό και την ψυχή. Είδα το φυσιολογικό να στιγματίζεται ως οπισθοδρομικό, ξεπερασμένο και να αντιμετωπίζεται με χλεύη, ώστε να μπει στο περιθώριο και παράλληλα να προωθείται το αφύσικο και διεστραμμένο ως ιδανικό. Η κατάρρευση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, η κατάλυση του Συντάγματος και της Δημοκρατίας έγιναν όλα υπό το πρόσχημα της Δημόσιας ασφάλειας σε ένα όραμα παγκοσμιοποίησης. Θυμάμαι πόσοι πρόδωσαν τις ιδέες τους.
Και αφού ο νους μου κατανόησε τις αιτίες και τις σκοπιμότητες των γεγονότων, όταν τα χώρεσε αυτά ο νους μου άρχισε να τα χωράει και η καρδιά μου. Δεν είχα φοβηθεί να κρίνω για να μην κριθώ, είχα κατανοήσει όμως πως ό,τι χρεώνεις το καθιστάς στάσιμο και το δεσμεύεις, μαζί με τον εαυτό σου στο παρελθόν. Συνειδητοποίησα πως δεν είχα τέτοιο σκοπό και αρνήθηκα να προδώσω τον εαυτό μου και τις αρχές μου.