Όταν ο άνθρωπος επιλέξει, αντί να υπάρχει
εκστατικά, ως αγάπη, να συρρικνωθεί
στην απόσταση της ατομικότητας, στα όρια του εαυτού του, τότε αποτυγχάνει να είναι αυτό
που «κατ' αλήθεια» είναι, τότε υπάρχει «παρά φύσιν». Αυτή η έκπτωση από το όντως «είναι»
είναι η αμαρτία, δηλαδή η αποτυχία να υπάρχει το ον κατ’ αλήθεια.
Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (Σχόλια εις το Περί Θείων Ονομάτων, P.G. 4, 348C).
στην απόσταση της ατομικότητας, στα όρια του εαυτού του, τότε αποτυγχάνει να είναι αυτό
που «κατ' αλήθεια» είναι, τότε υπάρχει «παρά φύσιν». Αυτή η έκπτωση από το όντως «είναι»
είναι η αμαρτία, δηλαδή η αποτυχία να υπάρχει το ον κατ’ αλήθεια.
Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (Σχόλια εις το Περί Θείων Ονομάτων, P.G. 4, 348C).
Σύνολη
η ελληνική πατερική γραμματεία αρνείται να δει την αμαρτία ως φυσική
πραγματικότητα κι επίσης αρνείται να δει την αμαρτία δικανικά-νομικά, δηλαδή
μόνο ως παράβαση και ψυχολογική ενοχή. Σε αντίθεση προς τον μανιχαϊσμό, οι
Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι η αμαρτία δεν είναι μια ουσία, δεν
υπάρχει κάποια κακή φύση η οποία αποτελεί υποστατικά τον αντίθετο πόλο προς την
αγαθότητα του Θεού. Ο Θεός είναι ο εκ του μηδενός Δημιουργός των πάντων κι
επειδή ενεργεί αγαθά, δεν υπάρχει τίποτε στη δημιουργία που είναι υποστατικά
και φυσικά κακό. Η αμαρτία λοιπόν δεν είναι μια κακή φύση αλλά μια αποτυχημένη
κίνηση του προσώπου, είναι η αποτυχία των προσώπων να ολοκληρωθούν υπαρξιακά ως
πρόσωπα στην καθολική σχέση και κοινωνία μαζί τους και με τον Θεό, είναι μια
ελεύθερη προαίρεση, μια εσφαλμένη επιλογή. Η
αμαρτία δεν έχει αντικειμενική υπόσταση, όπως νομίζουν οι νομικοί, αλλά
αποτελεί αποτυχία των προσώπων να υπάρχουν εκστατικά, ανιδιοτελώς.
Το
προπατορικό αμάρτημα σημαίνει την ανάπτυξη της πράξης εναντίον της θείας Χάρης,
δηλαδή η πράξη καθίσταται κατηγορία ανθρωποκεντρικού ιστορισμού, εκδήλωση
πνευματικής ιδιοτέλειας, ενώ η θεία Χάρη είναι δύναμη που υπερβαίνει τη λογική
του αιτίου και του αιτιατού διότι ακριβώς πηγαίνει πέρα από το πρακτικό
αποτέλεσμα. Είναι η θεία Χάρη το δώρο του Θεού στον άνθρωπο που αφήνει τις ατομικές
του βεβαιότητες και στρέφεται εκ-στατικά προς τον Θεό. Έτσι, μετά από το προπατορικό
αμάρτημα, ο άνθρωπος πέφτει σε μια κατάσταση όπου όλα υπάγονται σε πρακτικούς
λόγους, αφού ο Λόγος του Θεού δεν είναι πλέον το σημείο αναφοράς του ανθρώπου,
αλλά έχει υποκατασταθεί από τη λογική των ιστορικών συνθηκών. Έτσι από τη Βαβέλ
και την απώλεια του Λόγου, ήρθε η σύγχυση των γλωσσών και το σπάσιμο του
καθρέφτη της Αλήθειας.
Κατ’
αρχάς, ο άνθρωπος και γενικά η κτίση δεν αποτελούν «προβολή» ή «απαύγασμα» του
Θεού αλλά εκ του μηδενός δημιουργήματα Του. Η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι άκτιστη και αιώνια ουσία αλλά κτίσμα, το
ανθρώπινο πρόσωπο που έκτισε ο Θεός κατ’ εικόνα του δικού Του θείου Προσώπου
και του έδωσε τη δυνατότητα της κοινωνίας με τον Δημιουργό του μέσω της θείας
ενέργειας που είναι η Θεία Χάρη, δηλαδή δώρο του Θεού και αποτέλεσμα ανθρωπίνων
πράξεων. Ενώ ο ίδιος ο Χριστός μας λέει ότι «εσκήνωσεν εν ημίν», οι θεολόγοι
λένε ότι είναι βλάσφημη η υπόνοια ότι ο άνθρωπος μετέχει στη Θεία Ουσία.
Το κλειδί για τη θεραπεία του πεπτωκότος
ανθρώπου είναι η ταύτιση του θελήματος, που υπαγορεύει η προσωπική του γνώμη,
με το θέλημα του Θεού. Η εφαρμογή της επίγνωσης του «συν Αθηνά και χείρα κίνει»
ως έμπρακτη εφαρμογή της αγάπης.
Ποια
όμως είναι η πηγή της σημασίας, η σημασία της σημασίας, δηλαδή το έσχατο νόημα
της πράξης; Εάν το «είδος» είναι ιστορικό φαντασίωμα, τότε η καθολικότητά του
είναι εξαιρετικά περιορισμένη και άρα αυτοαναιρείται. Καθολικότητα έχει το
πρόσωπο που τη βεβαιώνει εκ-στατικά ως αγάπη, όταν από την εσωτερική τάση
γίνεται εξωτερική δράση, όταν αποδέχεται να γίνει συνειδητά ζωντανός
μεταλλάκτης φωτός μέσα από τη θεία χάρη παρεμβαίνοντας στα δρώμενα της γης. Το
πρόσωπο χρειάζεται να φανερωθεί και ο λόγος του να υπάρξει ως παράδοση, δηλαδή,
να μεταδώσει συνείδηση. Όταν το πρόσωπο είναι αφανές, μένει αμέθεκτο και
προσπελάζεται μόνο μέσα από την αντικειμενική «σημαντική» των τύπων, μέσα από
μια τυπολατρική παράδοση, η οποία αντιδρά στην κίνηση και τη μεταμορφωτική
δράση και απλώς στο όνομα της άμυνας μπορεί ενίοτε να προσαρμόζεται κατ’ ανάγκη
στις συνθήκες. Όταν, αντίθετα, το πρόσωπο είναι παρόν, η παράδοση περιλαμβάνει
την ιστορική δημιουργία, την καινοτομία, διατηρώντας σταθερό όμως το έσχατο
νόημα της ιστορικής πράξης.
Έτσι, η
παράδοση δεν έχει σκοπό να απολιθώσει το ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά να
απελευθερώσει το ιστορικό υποκείμενο από την αναγκαιότητα του φυσικού κύκλου
του γίγνεσθαι, αφού τον χρόνο πλέον δεν τον δημιουργεί η φυσική κίνηση αλλά η
πνευματική αυτοπαράδοση ή αυτοδιάθεση στο Λόγο και τον άνθρωπο που είναι ο
δρόμος του Ανθρώπου-Λόγου. Χωρίς παραδόσιμη αξία ζωής, η οποία εμπνέει τον
εκάστοτε τρόπο ύπαρξης, το παρόν στερείται νοήματος, αφού υφίσταται μόνο μια
αέναη ροή χρόνου ή ακίνητο, καθ’ ομοίωση του φυσικού γίγνεσθαι. Το παρόν αποκτά
νόημα όταν παραδίδει το παρελθόν στο μέλλον.
Η αυτοδιάθεση δεν πηγάζει από την πτωτική
ελεύθερη βούληση, αλλά από την Ελευθερία του Λόγου και εκφράζει τον αυτοσεβασμό
και την ολοκληρωμένη αφιέρωση του ανθρώπου στην ολότητα, την ολοκληρωμένη
προσφορά του, που κορυφώνεται με την απελευθέρωσή του από την έννοια της
ελευθερίας, που τον τροφοδοτεί η προσωπικότητα και η ατομικότητά του. Είναι
ένας τρόπος ζωής, είναι μια αυτοπαράδοση ολοκληρωμένη, όπου ο άνθρωπος
εμπιστεύεται στον Λόγο την ελεύθερη βούλησή του ώστε να ταυτισθεί κάθε του
εκδήλωση με το Θείο Θέλημα.
