Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Βίος και Συγγραφικό έργο του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως β' μέρος



Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Άγιος Νεκτάριος ή Νεκτάριος Πενταπόλεως ή Νεκτάριος Αιγίνης (1 Οκτωβρίου 1846 - 9 Νοεμβρίου 1920) είναι σύγχρονος άγιος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Αναστάσιος Κεφαλάς και υπήρξε λαοφιλής ιεράρχης, ποιμενάρχης και παιδαγωγός στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα. Ο Άγιος Νεκτάριος επίσης είναι θαυματουργός διότι, πιστεύεται ότι πραγματοποίησε θαύματα ενώ βρισκόταν ακόμα εν ζωή.

Ο βίος του

Παιδική ηλικία

Ο Αναστάσιος Κεφαλάς γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1846 στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης. Γιος του Δημοσθένη και της Μαρίας Κεφαλά, ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά φτωχής οικογένειας. Σύντομα ήρθε αντιμέτωπος με τη δύσκολη πραγματικότητα της εποχής, καθώς η οικογένειά του αδυνατούσε να συντηρήσει όλα τα μέλη της, ενώ η γενέτειρά του δεν είχε σχολείο μέσης εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να πάρει το δρόμο για μια καλύτερη ζωή στην Κωνσταντινούπολη, σε ηλικία 13 ετών.

Στην Κωνσταντινούπολη

Η ζωή στη Κωνσταντινούπολη για τον Αναστάσιο ήταν σκληρή και δύσκολη τα πρώτα χρόνια της παραμονής του. Αρχικά εργάζεται σε συσκευαστήριο καπνού, οπού ο ιδιοκτήτης του φερόταν βάναυσα. Εργάζεται πολλές ώρες ημερησίως, δεν αμείβεται και πολλές φορές ξυλοκοπείται. Ο Αναστάσιος τα υπέμενε όλα αυτά, καθότι δεν ήθελε να μαθευτεί το δράμα το οποίο περνούσε στην οικογένεια του και λυπηθούν. Από την άλλη, τον καταλάμβανε θλίψη γιατί αδυνατούσε να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του, ενώ παράλληλα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο. Την κλίση, όμως, προς τον Θεό και στο Ευαγγέλιο, την έδειχνε από μικρός. Έτσι στο συσκευαστήριο μαζί με τον καπνό που πουλούσε, κάθε φορά έδινε και ένα μικρό χαρτάκι, το οποίο έγραφε κάποια ευαγγελική ρήση.
Η κατάσταση άλλαξε όταν ένας έμπορος που είχε μαγαζί παράπλευρα από το συσκευαστήριο τον λυπήθηκε, όταν κάποια μέρα είδε ένα ξυλοδαρμό από το αφεντικό του και έτσι τον πήρε στην δούλεψή του. H κατάσταση μεταστράφηκε. Άρχισε να εργάζεται στο επιπλοποιείο του, με αποτέλεσμα οι ώρες εργασίας να μειωθούν, να έχει χρόνο για εκκλησιασμό, να πηγαίνει σχολείο, ενώ σύντομα η οικογένεια του τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Στην Πόλη διέμεινε συνολικά 7 έτη και σε ηλικία 20 ετών την εγκατέλειψε, παρότι δεν ολοκλήρωσε την μόρφωση του, για να πάει στο Λιθί της Χίου να εργαστεί ως δάσκαλος.

Στη Χίο

Ήταν 20 ετών όταν έφτασε στη Χίο. Έχοντας πλέον γραμματική και θεολογική γνώση έλαβε τη θέση του δασκάλου. Στη Χίο έμεινε για άλλα 10 χρόνια, μέχρι το 1877. Εκεί αρχικά θα γνωρίσει τον μεγάλο ευεργέτη του Ιωάννη Χωρέμη, ένα εύπορο τοπικό άρχοντα, ο οποίος εξαιτίας ενός περιστατικού που είχε συμβεί κατά την μεταφορά του Αγίου από την Σηλυβρία προς την Κωνσταντινούπολη (ένας ανιψιός του Χωρέμη τον βοήθησε να επιβιβαστεί στο πλοίο γιατί δεν είχε χρήματα), τον έθεσε υπό την προστασία του. Ο Άγιος Νεκτάριος όμως είχε αποφασίσει πλέον να εξέλθει της κοσμικής ζωής. Το 1876 έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος ενώ ένα χρόνο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα που έγινε γνωστός, Νεκτάριος. Ο Άγιος Νεκτάριος είχε κλίση προς το μοναχισμό, που επιθυμούσε πάνω από όλα και όχι τόσο στον κοσμικό βίο έστω και ως κληρικός. Οι πιέσεις όμως που του ασκήθηκαν λόγω των χαρισμάτων του λόγου και της μορφώσεώς του, τελικά τον έστρεψαν προς τον κοσμικό κλήρο, αν και ποτέ δε λησμόνησε μέχρι τέλους της ζωής του τον μοναχισμό.

Ανώτερες θεολογικές σπουδές

Το 1877 ο Νεκτάριος μετά από παρότρυνση του Ιωάννη Χωρέμη πήγε στην Αθήνα για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές και ενώ τις ολοκλήρωσε, εστάλη, μέσω γνωριμίας που είχε με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, στην Αλεξάνδρεια. Ο Σωφρόνιος, τριετής ήδη στον πατριαρχικό θρόνο εντυπωσιάστηκε από τον Νεκτάριο και με βάση τις πολύ καλές συστάσεις που είχε, τον έστειλε στην Αθήνα ξανά, να φοιτήσει στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Ο Νεκτάριος εκεί διέπρεψε, και μάλιστα, πρώτευσε στο διαγωνισμό σχολικής κοσμητείας στο «Παπαδάκειο κληροδότημα», με αποτέλεσμα να κερδίσει υποτροφία σπουδών στη θεολογική σχολή, κάτι που τον ανακούφισε πολύ, καθότι ο ευεργέτης του Ιωάννης Χωρέμης είχε φύγει από τη ζωή, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Αφού έλαβε το πτυχίο του (1885), πάλι ανεχώρησε προς την Αλεξάνδρεια.
Στην Αλεξάνδρεια
Στην Αλεξάνδρεια όλα έβαιναν καλώς για τον Νεκτάριο. Άμεσα, με την επιστροφή του, χειροτονείται Ιερέας και 5 μήνες αργότερα τοποθετείται γραμματέας του Πατριάρχη παίρνοντας το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εν συνεχεία μέσα σε δύο μήνες, πείθοντας για την ρητορική του ικανότητα, ανελίχθηκε σε ιεροκήρυκα ενώ έλαβε και θέση Πατριαρχικού επιτρόπου στο Κάιρο. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Νεκτάριος ανήλθε στην ιεραρχία του πατριαρχείου όντας ένας πολύ έμπιστος άνθρωπος στο πλευρό του Πατριάρχη. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 θα ανακηρυχτεί επίσκοπος Πενταπόλεως Λιβύης μετά από την κοίμηση του επισκόπου της περιοχής Νείλου. Το πρακτικό της χειροτονίας του διασώζεται μέχρι και σήμερα (Πρακτικό εκλογής κωδ. 66, σελ. 394).
Αυτή η ραγδαία άνοδος του Νεκταρίου, δεν πέρασε απαρατήρητη από τους υπολοίπους επισκόπους. Ο Σωφρόνιος πλησίαζε τα 90 χρόνια ζωής πλέον και η κούρσα της διαδοχής είχε ξεκινήσει. Ο λαός ο οποίος είχε ευεργετηθεί από το πολυποίκιλο έργο του Νεκταρίου (κυρίως φιλανθρωπικό αλλά και ποιμαντικό και αντιαιρετικό) επιθυμούσε την άνοδο του στον πατριαρχικό θρόνο και σε συνδυασμό με την εύνοια του Σωφρονίου καθίστατο η πρώτη επιλογή. Οι αντίπαλοί του γνωρίζοντας όλα αυτά, αποφάσισαν να τον παραμερίσουν, κατηγορώντας τον, πως ήθελε να ανατρέψει το Σωφρόνιο από τον θρόνο, αλλά και με αόριστες κατηγορίες ηθικής φύσεως. Επίσης είχαν μαζί τους και μερίδα κληρικών, οι οποίοι πίστευαν ότι η τακτική που ακολουθούσε ο Νεκτάριος ως επίσκοπος, δηλαδή λιτότητας και πενίας της εκκλησίας, θα επηρέαζε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, το οποίο χωρίς οικονομική δύναμη θα γινόταν έρμαιο των διαφόρων πολιτικών ή εθνικών πιέσεων.

Η δίωξη και η επιστροφή στην Αθήνα

Ο Σωφρόνιος που πληροφορήθηκε τις κατηγορίες, πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών. Αποτέλεσμα ήταν η άμεση εντολή για παύση της ιδιότητάς του. Κάτι που ήταν εκκλησιαστικά παράνομο, καθότι σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο ο Νεκτάριος έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον συνόδου η οποία θα εξέταζε, μετά ακροάσεως του κατηγορουμένου, τις κατηγορίες. Ο Νεκτάριος δεν θέλησε να τραβήξει το σχοινί στα άκρα και αναχώρησε από την Αλεξάνδρεια, εν αντιθέσει με τους αντιπάλους του, οι οποίοι θέλησαν την οικονομική και ηθική εξόντωση του. Πέραν δηλαδή του ότι φρόντισαν να σπιλώσουν το όνομα του στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εργαστεί οπουδήποτε, παρακρατούσαν και τους μισθούς του.
Ο Νεκτάριος βρέθηκε ενώπιον ακόμα μιας πολύ δύσκολης κατάστασης, όπως από μικρή ηλικία πολλές φορές είχε βρεθεί. Ο ίδιος ενοικίασε ένα μικρό δωμάτιο στα περίχωρα των Αθηνών, αλλά αδυνατούσε να πληρώσει το ενοίκιο, ενώ δεν είχε χρήματα να τραφεί. Η παράλληλη διαπόμπευσή του, ακόμα και σε κυβερνητικά κλιμάκια δυσχέραιναν την δυνατότητα εύρεσης εργασίας. Προσπαθούσε μέσω του Αρχιεπισκόπου Γερμανού να βρει μια θέση ιεροκήρυκα. Ο ίδιος παρά την συμπάθεια που έτρεφε προς το πρόσωπό του, αδυνατούσε λόγω πιέσεων από την σύνοδο να τον βοηθήσει. Έφτασε μέχρι τον υπουργό παιδείας και εκκλησιαστικών, που όμως του διεμήνυσε, ότι λόγω του νόμου (ο Νεκτάριος δεν είχε ελληνική υπηκοότητα) αδυνατούσε.
Μετά από λίγο καιρό, τελικά ο Άγιος Νεκτάριος διορίστηκε ιεροκήρυκας χάρη στη βοήθεια ενός ανθρώπου ονόματι Μελά ο οποίος ήταν μέλος της κυβέρνησης και τον είχε γνωρίσει στην Αλεξάνδρεια. Μεσολαβώντας στο γραφείο του υπουργού διορίστηκε εν τέλει ιεροκήρυκας στη Χαλκίδα. Η φήμη όμως που τον ακολουθούσε ακόμα παρέμενε. Πέρασε δύσκολες στιγμές καθότι υπήρχε μεγάλη καχυποψία σε βάρος του, από τις κατηγορίες που τον ακολουθούσαν. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, άνθρωποι από την Αθήνα αλλά και ντόπιοι να τον αποδοκιμάζουν στις ομιλίες του, στιγματίζοντας τον.

Η αποκατάσταση της αλήθειας

Το 1891, δύο έτη μετά από τις κατηγορίες που του εξαγγέλθηκαν και την απομάκρυνσή του από την Αλεξάνδρεια, στην κυβέρνηση ακόμα γίνονταν προσπάθειες για την αποπομπή του από τη θέση που κατείχε. Τότε αποκαλύφθηκε πλήρως το σχέδιο κι η πλεκτάνη που είχε στηθεί σε βάρος του. Όλα ξεκίνησαν από την αποκάλυψη ότι δεν έπαιρνε τα χρήματα που του οφείλονταν και εργαζόταν αμισθί επί της εποχής της επισκοπείας του. Επίσης παρότι παρέμενε δικαιωματικά επίσκοπος Πενταπόλεως, αφού είχε παράνομα εκδιωχθεί δεν ελάμβανε χρήματα. Εν συνεχεία καθαρίστηκε το όνομά του από κάθε είδους ανάμιξη σε σκάνδαλο ηθικού χαρακτήρος και από παντός είδους ραδιούργες προσπάθειες σε βάρος του πατριάρχη. Αυτό, ειδικά μετά την σκληρή συμπεριφορά του ποιμνίου, τον έκανε συμπαθή ενώπιον του λαού στη Χαλκίδα. Άρχισε τότε με περισσή άνεση να κηρύττει. Γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε μακρύτερα από την Χαλκίδα, ενώ ο λαός έδειξε μεγάλη συμπάθεια στο πρόσωπό του, όταν χήρεψε η θέση του τοπικού επισκόπου, σχεδόν απαιτώντας την άνοδό του στο θρόνο.

Η Ριζάρειος σχολή

Το 1892 και 1893 διορίστηκε ιεροκήρυκας στο νομό Λακωνίας και Φθιωτοβοιωτίας αντίστοιχα. Ο Νεκτάριος πραγματοποιούσε διαρκώς περιοδείες σε χωριά και πόλεις κηρύττοντας, την ώρα που φίλοι του προσπαθούσαν να τον μεταθέσουν στη Ριζάρειο Σχολή Αθηνών. Όταν έγινε αντιληπτό άρχισαν πάλι κάποιοι ψίθυροι, οι οποίοι τελικά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον Νεκτάριο από το να γίνει διευθυντής της Αθηναϊκής θεολογικής σχολής της εποχής, που επί των ημερών του γνώρισε μεγάλη αίγλη.
Την Άνοιξη του 1894 διορίστηκε ως διευθυντής της σχολής. Οι αμφιβολίες που υπήρχαν πλέον περί του Νεκταρίου δεν ήταν τόσο για τις κατηγορίες του παρελθόντος, χωρίς όμως και να εκλείψουν, αλλά κατά πόσον αυτός ο λεγόμενος και «δεσποτοκαλόγερος», θα ήταν δυνατόν με τις παλαιές και θρησκευτικές αντιλήψεις του, να μπορέσει να πετύχει στο έργο που του ανατέθηκε, καθώς η Ριζάρειος σχολή ήταν μεν θεολογική σχολή, ήταν δε σχολή που φοιτούσαν και πολλά παιδιά ευκατάστατων Αθηναίων και άλλων αρχόντων και πολιτικών της εποχής, που δεν θα γίνονταν απαραίτητα ιερείς ή θεολόγοι, αλλά επιστήμονες. Σύντομα όμως κάμφθηκαν όλες οι αντιρρήσεις από το ρηξικέλευθο τρόπο διαπαιδαγώγησης του Νεκταρίου.
Το έργο του στη Ριζάρειο
Το έργο του στη Ριζάρειο ήταν οργανωτικό, εκπαιδευτικό, συγγραφικό και παιδαγωγικό. Σύντομα οργάνωσε την σχολή με πρότυπα τα οποία αφορούσαν τον εκκλησιαστικό ορθόδοξο τρόπο σκέψης. Όμως αυτό στο οποίο ήταν αξεπέραστος ήταν η παιδαγωγική του σκέψη. Κάποτε όταν μαθητές της Ριζαρείου ήρθαν στα χέρια, ο ίδιος αντί να τους τιμωρήσει, αυτοτιμωρήθηκε, θεωρώντας εαυτόν υπαίτιο, με ασιτία 3 ημερών. Σύντομα το παράδειγμα του έγινε ανάμεσα στους τροφίμους δείκτης και η σχολή επί των ημερών του απέκτησε μεγάλη αίγλη. Άλλοτε βρέθηκε ξυπόλητος ενώπιον των μαθητών να αγορεύει, διότι εισερχόμενος στην αίθουσα είδε ένα φτωχό ο οποίος τον παρακάλεσε, αν μπορούσε να τον βοηθήσει ώστε να αποκτήσει παπούτσια, καθότι δεν είχε. Ο Νεκτάριος αμέσως έβγαλε τα δικά του και τα παρέδωσε προς κατάπληξη των πάντων. Άλλοτε σε μια διαμάχη μεταξύ των επιστατών για το ποιος ήταν υπεύθυνος καθαριότητας των αποχωρητηρίων, ο ίδιος έλυσε τη διαφορά τους, καθαρίζοντάς τες. Τέτοια και άλλα πλείστα παραδείγματα τον ανέδειξαν και σύντομα τον έκαναν στην τότε μικρή Αθήνα ακουστό και κοσμαγάπητο.
Την ίδια εποχή επιδόθηκε σε μεγάλο συγγραφικό έργο. Πολλά έργα τα διέθεσε στο λαό και τους θεολόγους δωρεάν, επειδή αδυνατούσαν να τα αγοράσουν, λόγω της φτώχειας. Χωρίς κανένα κέρδος, με γνώμονα μόνο την ψυχική ωφέλεια, πένητας από μικρός, ασκητής και ολιγαρκής, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την αυτοπροβολή και το κέρδος. Όταν τον κατηγορούσαν ουδέποτε αντιδικούσε, παρέμενε πράος και έλεγε πάντα πως ο Θεός θα δικαιώσει το δίκαιο και την αλήθεια. Ταπεινός, μοναχικός και παρ' όλα αυτά προσηνής, ο ήδη σεβάσμιος γέροντας Νεκτάριος έγινε παράδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς και αγάπης στους πονεμένους συνανθρώπους του στις δύσκολες εποχές που διένυαν. Η ταπεινοφροσύνη και το αίσθημα ευθύνης που τον διακατείχε για το έργο που επιτελούσε, καταδείχθηκε την εποχή που πέθανε ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, όταν του ζητήθηκε να τον διαδεχθεί και ο ίδιος αρνήθηκε.
Η φτώχεια την εποχή που διετέλεσε ο Νεκτάριος διευθυντής της Ριζαρείου ήταν κανόνας και ταυτόχρονα το ηθικό των Ελλήνων, ειδικά μετά την αποτυχία, το 1897 με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, βρισκόταν στο ναδίρ. Ο ίδιος όμως με την ελεημοσύνη ως όπλο και το λόγο του ευαγγελίου τόνωνε την τότε αθηναϊκή κοινωνία, η οποία προσέτρεχε συχνά στα κηρύγματά του για να πάρει την συμβουλή του. Ο ίδιος διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής 14 συναπτά έτη ως και το 1908, οπότε και για λόγους υγείας εγκατέλειψε τη θέση του.

Στην Αίγινα

To 1908 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, η ιστορία όμως της εγκατάστασης του πηγαίνει αρκετά νωρίτερα στο χρόνο. Ο Νεκτάριος ποτέ στη ζωή του, δεν απέβαλε την έντονη επιθυμία του για το μοναχικό βίο. Αυτή η επιθυμία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο κατά την επίσκεψη του στο Άγιον Όρος και την σύνδεσή του με το γέροντα Δανιήλ το 1898. Έκτοτε έψαχνε ένα τόπο να στεγάσει ένα μοναστήρι για το τέλος της ζωής του, έναν «Εκκλησιαστικό Παρθενώνα», όπως έλεγε. Πιο έντονη και ίσως επιτακτική έγινε αυτή η ανάγκη, όταν 4 γυναίκες που ήσαν μόνες και συνδέονταν μαζί του, με σχέση πνευματικής καθοδήγησης, θέλησαν να μονάσουν υπό την εποπτεία του. Έτσι τελικά βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην Αίγινα στη θέση Ξάντος στο οποίο και αποφάσισε να στεγάσει τις 4 μοναχές και άλλες 3 που ήδη μόναζαν στο νησί. Το μοναστήρι άρχισε να επαναλειτουργεί το 1904 υπό την καθοδήγησή του, παρότι αυτός ακόμα βρισκόταν στην Ριζάρειο σχολή.
Η εμφάνισή του στην Αίγινα όμως συνδυάστηκε από δύο γεγονότα, με αποτέλεσμα να γίνει άμεσα λαοφιλής. Ο Νεκτάριος αρχικά θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο κάτι που γρήγορα μαθεύτηκε. Οι χωρικοί τότε τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να λειτουργήσει και να δεηθεί στον Θεό να βρέξει, διότι είχε 3 χρόνια να βρέξει στο νησί με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί εκτεταμένη ανομβρία και οικονομική ζημία. Ο ίδιος με σύσσωμη παρουσία των νησιωτών, λειτούργησε και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Αυτά, εκλήφθηκαν ως θεϊκά σημάδια από τους Αιγινίτες, με αποτέλεσμα να θεωρούν Άγιο τον Νεκτάριο, ακόμα και εν ζωή.
Το 1908 παραιτήθηκε από σχολή για λόγους υγείας αλλά και γήρατος και αφοσιώθηκε στο μοναστήρι. Η χάρη του και η φήμη διαρκώς μεγάλωνε με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος δωρεών να κατευθύνεται στο μοναστήρι και μέσα σε 4 χρόνια επιτεύχθηκε να μεγαλώσει τόσο, ώστε να χωράει 15 μοναχές. Τα χρήματα κατευθύνονταν κυρίως στους φτωχούς του νησιού. Μεγάλο μέρος λαού και πιστών κατευθυνόταν προς το μοναστήρι, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, για να δει ή να πάρει την ευχή του ήδη ξακουστού Νεκταρίου, κάτι που βοηθούσε και τους νησιώτες να ανασάνουν οικονομικά.

Το έργο του στην Αίγινα

Παρότι ήταν μεγάλος σε ηλικία όταν αποσύρθηκε στην Αίγινα, δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται είτε πνευματικά, υπέρ της εκκλησίας, είτε και χειρωνακτικά για την διεύρυνση του μοναστηριού. Το έργο πλέον είχε χαρακτήρα ποιμαντικό, λειτουργικό, λατρευτικό, εξομολογητικό, παρηγορητικό. Στάθηκε στους ανθρώπους του νησιού σαν αδελφός, βοηθός, συμπαραστάτης, οδηγός και συνοδοιπόρος της ζωής. Τα χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του, έμελλε να είναι πολύ ταραγμένα. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους που έφεραν ηθική ανάταση και κάποια οικονομική και πνευματική ευφορία, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήρθε να σκιάσει την Ελλάδα. Ο ίδιος όμως πάντα βοηθός, παρηγορητής, γνωρίζοντας από μικρός τις δυσκολίες του κόσμου κήρυττε την ελπίδα και το Θεό για ένα καλύτερο μέλλον. Γι' αυτό και ο Άγιος Νεκτάριος για τους Αιγινίτες υπήρξε κάτι παραπάνω από ένας μοναχός που εγκαταστάθηκε στο νησί τους.
Η ποιμαντική αγωγή του ποιμνίου, μακρύτερα από τα στενά όρια του νησιού, ήταν πάντα μέλημά του, έτσι συνέχισε το συγγραφικό του έργο, που πλέον αναγνωριζόταν τόσο από τον τύπο της εποχής για την επιστημονική εγκυρότητά του, όσο και από μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της εποχής. Επίσης διέθετε περισσότερο χρόνο για προσευχή κάτι που αγαπούσε, ιδιαίτερα προς την Παναγία, που θεωρούσε μητέρα του, όπως έλεγε. Ποτέ παρά τον κλονισμό της υγείας του δεν έπαψε όμως να προσφέρει ακόμα και χειρωνακτικά. Μάλιστα συνεισέφερε στην ανέγερση νέων κοιτώνων της μονής, στη διάνοιξη δρόμων προς το μοναστήρι, ασχολούνταν με την κηπουρική και άλλες χειρωνακτικές εργασίες που πάντα τις θεωρούσε τιμή. Πάντα ανέφερε πως καμία εργασία δεν είναι ντροπή, αντιθέτως είναι ευλογία Θεού.
Οι δυσκολίες και οι πίκρες ποτέ δεν έλειψαν. Παρότι είχαν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την επαναλειτουργία της μονής, ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος αρνείτο να αναγνωρίσει την μονή, παρά την αρχική συγκατάθεσή του. Το πρόβλημα αυτό μεγάλωνε, διότι η μονή δεν αποκτούσε νομική προσωπικότητα με αποτέλεσμα να αδυνατεί να κρατήσει τις κληρονομιές και όποια άλλα οικονομικά ωφελήματα είχε από πιστούς με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει το φιλανθρωπικό έργο. Κάποιοι δηλαδή, άφηναν κληρονομιές υπέρ του μοναστηριού, που το μοναστήρι αδυνατούσε να αποδεχτεί λόγω της νομικής ανυπαρξίας του. Ο Μητροπολίτης δε, είχε δυσαρεστηθεί από την τροπή που έλαβε η εξέλιξη του μοναστηριού, με αποτέλεσμα να είναι ανένδοτος. Ο Νεκτάριος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τον μεταπείσει, όμως μέχρι τέλους της ζωής του, δεν είδε το αίτημά του να πραγματοποιείται.

Τα τελευταία χρόνια

Ο Νεκτάριος αρχικά αφού τελείωσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και ο Θεόκλητος αποπέμφθηκε λόγω του αναθέματος στον Ελευθέριο Βενιζέλο μαζί με τους υπολοίπους επισκόπους, πίστεψε πως τα πράγματα ίσως εξομαλυνθούν. Η αρχική αισιοδοξία όμως διεκόπη όταν το 1918 κατηγορήθηκε από μητέρα μοναχής για ανηθικότητα. Γρήγορα όμως εξετάσεις και έρευνες του εισαγγελέα Αθηνών κατέδειξαν το ψεύδος της μητέρας της κόρης, η οποία οικειοθελώς είχε προσχωρήσει στο μοναστήρι. Εξ αιτίας αυτού του λόγου, αλλά και κληρικών οι οποίοι στο νησί τον φθονούσαν, πιστεύοντας ότι τους παίρνει όλη την «πελατεία» και τον κατηγορούσαν πισώπλατα, ουσιαστικά δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του, την αναγνώριση του Μοναστηριού. Πάντα όμως πιστός στο Ευαγγέλιο, το παράδειγμα του Χριστού, τα γραφέντα του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, πίστευε απόλυτα στη δικαιοσύνη του Θεού. Ήταν πράος, ήρεμος, υπομονετικός σε όλες αυτές τις κατηγορίες και εξευτελισμούς που κατά καιρούς τον υπέβαλαν.
Το τέλος της ζωής του ήταν επίπονο. Η χρόνια ασθένεια του προστάτη, μαζί με τα περασμένα χρόνια της ηλικίας του και κακοπάθειες της ζωής τον ταλαιπωρούσαν. Ακόμα και τότε είχε σχέδια. Ήθελε να δημιουργήσει ένα εκπαιδευτήριο. Τελικά δεν πρόλαβε. Το 1920 εισήχθη στο Αρεταίειο νοσοκομείο Αθηνών όπου διεγνώσθη καρκίνος του προστάτη. Στις 9 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Άγιος Νεκτάριος πέθανε. Το δωμάτιο στο οποίο πέθανε, έχει σήμερα μετατραπεί σε μικρό ναό στο δεύτερο όροφο του Αρεταιείου νοσοκομείου, που κοσμείται από εικόνες του Αγίου και τάματα πιστών για ανάρρωση των συγγενών τους που νοσηλεύονται στην κλινική.

Η ανακήρυξή του σε Άγιο

Ο Νεκτάριος δεν ανακηρύχθηκε Άγιος αμέσως όταν πέθανε. Χρειάστηκε να περάσουν 40 χρόνια και στις 20 Απριλίου του έτους 1961 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας έκρινε πως έπρεπε να τον ανακηρύξει Άγιο καθώς είχε πραγματοποιήσει πολλά μεγάλα έργα πάνω στη Θρησκεία και στην Εκκλησία. Η απόφαση αυτή προκάλεσε πολλές συζητήσεις και σχόλια, καθώς τότε βρίσκονταν στη ζωή πολλοί άνθρωποι οι οποίοι είχαν ζήσει από κοντά το Νεκτάριο και πίστευαν πως ο Αθηναγόρας το έκανε αυτό μόνο για να υπεξαιρέσει χρήματα και για κανέναν άλλο σκοπό. Με την ανακήρυξη του Νεκταρίου Κεφαλά σε Άγιο ο Αθηναγόρας αποφάσισε ακόμα πως οι άντρες και οι γυναίκες που φέρουν τα ονόματα Νεκτάριος και Νεκταρία θα εορτάζουν την ονομαστική τους εορτή στις 9 Νοεμβρίου κάθε χρόνο. Μέχρι τότε αυτά τα ονόματα εόρταζαν στις 11 Ιουλίου.
Θαύματα μετά θάνατον
Ο Άγιος Νεκτάριος θεωρείτο από τους κατοίκους του νησιού της Αίγινας εν ζωή Άγιος. Τα γεγονότα όμως που περιγράφουν οι μοναχές, ο Κωστής Σακκόπουλος, φίλοι, ιερείς, νησιώτες είναι πραγματικά αξιοπερίεργα και εξηγούν τη σημερινή λαοφιλία. Όπως λέγεται στο διπλανό κρεβάτι που νοσηλευόταν ο Άγιος νοσηλευόταν και ένας παραπληγικός, ο οποίος αδυνατούσε να περπατήσει. Όταν ομως ακούμπησε τη φανέλα του κεκοιμημένου Αγίου πάνω του θεραπεύτηκε. Κατά τη μεταφορά του λέγεται ότι δεν είχε βάρος, ενώ το μέτωπό του ανάβλυζε μύρο. Το μεγαλύτερο όμως μυστήριο είναι ότι το λείψανο του Αγίου παρά τις 3 ταφές και εκταφές παρέμεινε αναλλοίωτο για περισσότερο από 30 χρόνια. Η φήμη αυτή μάλιστα έδωσε ελπίδα στο λαό, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία το Ελληνικό όνειρο της Πόλης έγινε συντρίμμια με την πυρπόληση της Σμύρνης. Το λείψανό του πρώτη φορά εξετάφη 3 έτη μετά την κοίμησή του και αυτό που συνέβη κλόνισε από άκρη σε άκρη την Ελλάδα.

Υμνογραφία

Θεοτοκάριον και Τριαδικόν είναι τα θεοτοκία και τριαδικά αντιστοίχως τροπάρια της Παρακλητικής, του Τριωδίου ή και λοιπών λειτουργικών βιβλίων, εντεταμένα σε ενιαία ή πολυποίκιλα μέτρα.

Αγιογραφία-Εικόνα του αγίου

Η μορφή του Αγίου Νεκταρίου στην αγιογραφία εμφανίζεται σε δύο φάσεις. Όρθιος και καθήμενος σε επισκοπικό θρόνο. Στην πρώτη περίσταση φέρει λιτή αμφίεση κρατώντας το ευαγγέλιο στο αριστερό χέρι και με το δεξί ευλογεί. Στην δεύτερη περίσταση φέρει αναστάσιμα άμφια και έχει στο δεξί χέρι το ευαγγέλιο ανοιχτό σε κάποιο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Άγιος Νεκτάριος είναι σύγχρονος Άγιος με αποτέλεσμα να υπάρχουν φωτογραφίες με την μορφή του.

Εορτή ιεράς μνήμης

Κοίμηση - 9 Νοεμβρίου
Ανακομιδή λειψάνων - 3 Σεπτεμβρίου
Αναγνώριση Αγιότητος - 20 Απριλίου

Ύστερα από την με αριθμ. 22/30 Σεπτεμβρίου 1999 εγκύκλιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η μνήμη του Αγίου Νεκταρίου συμπεριελήφθη να τιμάται επιπρόσθετα και στις 12 Οκτωβρίου όπου και ορίσθηκε να τιμάται η Σύναξη των εν Αθήναις Αγίων.

Υμνολογία


Απολυτίκιο (χος α΄)
Σηλυβρίας τν γόνον κα Αγίνης τν φορον,
τν σχάτοις χρόνοις φανέντα ρετς φίλον γνήσιον,
Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ς νθεον θεράποντα Χριστο,
ναβλύζει γρ άσεις παντοδαπς τος ελαβς κραυγάζουσι.
Δόξα τ σ δοξάσαντι Χριστ, δόξα τ σ θαυματώσαντι,
δόξα τ νεργοντι δι σο πσιν άματα.

Οστά

Μετά από 33 έτη που το σώμα του Αγίου Νεκταρίου έμεινε ακέραιο, άρχισε να αποσυντίθεται. Σήμερα η κάρα και τα οστά του Αγίου Νεκταρίου φυλάσσονται στην ιερά μονή της Αγίας Τριάδος που ίδρυσε ο ίδιος στην Αίγινα.


Διδαχές Αγίου Νεκταρίου
Παρουσιάζουμε μία συλλογ π σύντομες κα περιεκτικς διδαχς το γίου, π τν πατέρων τς ερς Μονς Παρακλήτου, ρωπού ττικς, πο ναφέρονται στν πνευματικ ζω κα τν γώνα το χριστιανο.

δρόμος τς ετυχίας

Τίποτα δν εναι μεγαλύτερο π τν καθαρ καρδιά, γιατ μία τέτοια καρδι γίνεται θρόνος το Θεο. Κα τί εναι νδοξότερο π τ θρόνο το Θεο; σφαλς τίποτα.
Λέει Θες γι᾿ ατος πο χουν καθαρ καρδιά: "Θ κατοικήσω νάμεσά τους κα θ πορεύομαι μαζί τους. Θ εμαι Θεός τους, κι ατο θ εναι λαός μου". (Β´ Κορ. 6, 16).
Ποιο λοιπν εναι ετυχέστεροι π᾿ ατος τος νθρώπους; Κα π ποι γαθ μπορε ν μείνουν στερημένοι; Δν βρίσκονται λα τ᾿ γαθ κα τ χαρίσματα το γίου Πνεύματος στς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ᾿ λήθεια, τίποτα! Γιατ χουν στν καρδιά τους τ μεγαλύτερο γαθό: τν διο τ Θεό!
Πόσο πλανιονται ο νθρωποι πο ναζητον τν ετυχία μακρι π τν αυτό τους, στς ξένες χρες κα στ ταξίδια, στν πλοτο κα στ δόξα, στς μεγάλες περιουσίες κα στς πολαύσεις, στς δονς κα σ᾿ λες τς χλιδς κα ματαιότητες, πο κατάληξή τους χουν τν πίκρα! νέγερση το πύργου τς ετυχίας ξω π τν καρδιά μας, μοιάζει μ οκοδόμηση κτιρίου σ δαφος πο σαλεύεται π συνεχες σεισμούς. Σύντομα να τέτοιο οκοδόμημα θ σωριαστε στ γ...
δελφοί μου! ετυχία βρίσκεται μέσα στν διο σας τν αυτό, κα μακάριος εναι νθρωπος πο τ κατάλαβε ατό. ξετάστε τν καρδιά σας κα δετε τν πνευματική της κατάσταση. Μήπως χασε τν παρρησία της πρς τ Θεό; Μήπως συνείδηση διαμαρτύρεται γι παράβαση τν ντολν Του; Μήπως σς κατηγορε γι δικίες, γι ψέματα, γι παραμέληση τν καθηκόντων πρς τ Θε κα τν πλησίον; ρευνστε μήπως κακίες κα πάθη γέμισαν τν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε ατ σ δρόμους στραβος κα δύσβατους...
Δυστυχς, κενος πο παραμέλησε τν καρδιά του, στερήθηκε λα τ᾿ γαθ κι πεσε σ πλθος κακν. διωξε τ χαρ κα γέμισε μ πίκρα, θλίψη κα στενοχώρια. διωξε τν ερήνη κα πόκτησε γχος, ταραχ κα τρόμο. διωξε τν γάπη κα δέχτηκε τ μίσος. διωξε, τέλος, λα τ χαρίσματα κα τος καρπος το γίου Πνεύματος, πο δέχτηκε μ τ βάπτισμα, κα οκειώθηκε λες τς κακίες κενες, πο κάνουν τν νθρωπο λεειν κα τρισάθλιο.
δελφοί μου! Πολυέλεος Θες θέλει τν ετυχία λων μας κα σ᾿ ατ κα στν λλη ζωή. Γι᾿ ατ δρυσε τν γία Του κκλησία. Γι ν μς καθαρίζει ατ π τν μαρτία, ν μς γιάζει, ν μς συμφιλιώνει μαζί Του, ν μς χαρίζει τς ελογίες το ορανο.
κκλησία χει νοιχτ τν γκαλιά της, γι ν μς ποδεχθε. ς τρέξουμε γρήγορα σοι χουμε βαρι τ συνείδηση. ς τρέξουμε κα κκλησία εναι τοιμη ν σηκώσει τ βαρ φορτίο μας, ν μς χαρίσει τν παρρησία πρς τ Θεό, ν γεμίσει τν καρδιά μας μ ετυχία κα μακαριότητα...

Τ γιο βάπτισμα

"σοι βαπτιστήκατε στ νομα το Χριστο, ντυθήκατε τ Χριστό" (Γαλ. 3:27).
Πόσο μεγάλη λήθεια μς πισημαίνει μ᾿ ατ τ λόγια πόστολος Παλος!
Ο βαπτισμένοι χριστιανο δν φορον τν παλαι νθρωπο μ τ πάθη κα τς μαρτωλς πιθυμίες του, λλ εναι ντυμένοι τν καινούριο νθρωπο. Ντύθηκαν τν διο τ Χριστό, πο ζε τώρα μέσα στς καρδιές τους. Κα λέξη "ντύθηκαν" δν ναφέρεται σ κάποια πλ κα ξωτερικ στολή, λλ σ κάτι βαθύτερο, σ κάτι οσιαστικ κα ναφαίρετο.
Μ τν πίστη μας στ Χριστ κα μ τ βάπτισή μας ντυνόμαστε τν διο τ Χριστ κα γινόμαστε παιδι το Θεο, οκητήρια το Παναγίου Πνεύματος, ναο το Θεο, γιοι κα τέλειοι, Θεο κατ χάριν.
στε λοιπν ρίξαμε π πάνω μας τ φθορ κα ντυθήκαμε τν φθαρσία.
Ξεντυθήκαμε τν νθρωπο τς μαρτίας κα ντυθήκαμε τν νθρωπο τς δικαιοσύνης κα τς χάριτος. Διώξαμε τ θάνατο κα ντυθήκαμε τν θανασία...
Συλλογιστήκαμε μως κα τς μεγάλες ποχρεώσεις, πού, μ τ βάπτισμά μας, ναλάβαμε νώπιον το Θεο; Συνειδητοποιήσαμε τι φείλουμε ν συμπεριφερόμαστε σν παιδι το Θεο κα σν δελφο το Κυρίου μας; τι χουμε χρέος ν συνταυτίσουμε τ δικό μας θέλημα μ τ θέλημα το Θεο; τι πρέπει, σν παιδι δικά Του, ν μένουμε λεύθεροι π τν μαρτία; τι φείλουμε ν Τν γαπμε μ᾿ λη μας τ δύναμη, π τ βάθη τς ψυχς κα τς καρδις μας; τι φείλουμε ν Τν λατρεύουμε κα ν λαχταρομε τν νωση μαζί Του γι πάντα;
Σκεφτήκαμε, ραγε, τι καρδιά μας πρέπει νά᾿ ναι πλημμυρισμένη π τν γάπη, στε ατ ν ξεχύνεται κα στν πλησίον μας; χουμε τ συναίσθηση τι φείλουμε ν γίνουμε γιοι κα τέλειοι κα εκόνες το Θεο κα παιδι το Θεο κα κληρονόμοι τς βασιλείας τν ορανν;
Γι λ᾿ ατ χουμε χρέος ν᾿ γωνιστομε, στε ν μ φανομε νάξιοι στ κάλεσμα πο μς κανε Θες κα ποδοκιμαστομε... Ναί, δελφοί μου, ς παλέψουμε μ ζλο κα αταπάρνηση γι ν νικήσουμε. Κανείς μας ς μ χάσει τ θάρρος του, ς μν μελήσει, ς μ δειλιάσει, ς μν πτοηθε μπροστ στ σκάμματα το πνευματικο γώνα. Γιατ χουμε βοηθ τ Θεό, πο μς δυναμώνει στν δύσκολο δρόμο τς ρετς.

Πνευματικς γώνας

Σκοπς τς ζως μας εναι ν γίνουμε τέλειοι κα γιοι. Ν ναδειχθομε παιδι το Θεο κα κληρονόμοι τς βασιλείας τν ορανν. ς προσέξουμε μήπως, γι χάρη τς παρούσας ζως, στερηθομε τ μέλλουσα, μήπως, π τς βιοτικς φροντίδες κα μέριμνες, μελήσουμε τ σκοπ τς ζως μας.
νηστεία, γρυπνία κα προσευχ π μόνες τους δν φέρνουν τος πιθυμητος καρπούς, γιατ ατς δν εναι σκοπς τς ζως μας, ποτελον τ μέσα γι ν πετύχουμε τ σκοπό.
Στολίστε τς λαμπάδες σας μ ρετές. γωνιστετε ν᾿ ποβάλετε τ πάθη τς ψυχς.
Καθαρίστε τν καρδιά σας π κάθε ρύπο κα διατηρστε την γνή, γι ν ρθει κα ν κατοικήσει μέσα σας Κύριος, γι ν σς πλημμυρίσει τ γιο Πνεμα μ τς θεες δωρεές.
Παιδιά μου γαπητά, λη σας σχολία κα φροντίδα σ᾿ ατ ν εναι. Ατ ν᾿ ποτελον σκοπ κα πόθο σας σταμάτητο. Γι᾿ ατ ν προσεύχεστε στ Θεό.
Ν ζηττε καθημεριν τν Κύριο, λλ μέσα στν καρδιά σας κα χι ξω π ατήν.
Κα ταν Τν βρετε, σταθετε μ φόβο κα τρόμο, πως τ Χερουβεμ κα τ Σεραφείμ, γιατ καρδιά σας γινε θρόνος το Θεο. λλ γι ν βρετε τν Κύριο, ταπεινωθετε μέχρι τ χμα, γιατ Κύριος βδελύσσεται τος περήφανους, ν γαπάει κα πισκέπτεται τος ταπεινος στν καρδιά.
ν γωνίζεσαι τν γώνα τν καλό, Θες θ σ νισχύσει. Στν γώνα ντοπίζουμε τς δυναμίες, τς λλείψεις κα τ λαττώματά μας. Εναι καθρέφτης τς πνευματικς μας καταστάσεως. ποιος δν γωνίστηκε, δν γνώρισε τν αυτό του.
Προσέχετε κα τ μικρ κόμα παραπτώματα. ν σς συμβε π προσεξία κάποια μαρτία, μν πελπιστετε, λλ σηκωθετε γρήγορα κα προσπέστε στ Θεό, πο χει τ δύναμη ν σς νορθώσει.
Μέσα μας χουμε δυναμίες κα πάθη κα λαττώματα βαθι ριζωμένα, πολλ εναι κα κληρονομικά. λα ατ δν κόβονται μ μία σπασμωδικ κίνηση οτε μ τν δημονία
κα τ βαρει θλίψη, λλ μ πομον κα πιμονή, μ καρτερία, μ φροντίδα κα προσοχή.
περβολικ λύπη κρύβει μέσα της περηφάνεια. Γι᾿ ατ εναι βλαβερ κα πικίνδυνη, κα πολλς φορς παροξύνεται π τ διάβολο, γι ν᾿ νακόψει τν πορεία το γωνιστ.
δρόμος πο δηγε στν τελειότητα εναι μακρύς. Εχεστε στ Θε ν σς δυναμώνει. Ν ντιμετωπίζετε μ πομον τς πτώσεις σας καί, φο γρήγορα σηκωθετε, ν τρέχετε κα ν μ στέκεστε, σν τ παιδιά, στν τόπο πο πέσατε, κλαίγοντας κα θρηνώντας παρηγόρητα.
γρυπνετε κα προσεύχεστε, γι ν μν μπετε σ πειρασμό. Μν πελπίζεστε, νπέφτετε συνέχεια σ παλις μαρτίες. Πολλς π᾿ ατς εναι κα π τ φύση τους σχυρς κα π τ συνήθεια. Μ τν πάροδο το χρόνου, μως, κα μ τν πιμέλεια νικιονται. Τίποτα ν μ σς πελπίζει.

Πειρασμοί

Ο πειρασμο παραχωρονται γι ν φανερωθον τ κρυμμένα πάθη, ν καταπολεμηθον κι τσι ν θεραπευθε ψυχή. Εναι κα ατο δεγμα το θείου λέους.
Γι᾿ ατ φησε μ μπιστοσύνη τν αυτό σου στ χέρια το Θεο κα ζήτησε τ βοήθειά Του, στε ν σ δυναμώσει στν γώνα σου. λπίδα στ Θε δν δηγε ποτ στν πελπισία. Ο πειρασμο φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Θες ξέρει τν ντοχ το καθενός μας κα παραχωρε τος πειρασμος κατ τ μέτρο τν δυνάμεών μας. Ν φροντίζουμε μως κι μες ν εμαστε γρυπνοι κα προσεκτικοί, γι ν μ βάλουμε μόνοι μας τν αυτό μας σ πειρασμό.
μπιστευτετε στ Θε τν γαθό, τν σχυρό, τν Ζντα, κα Ατς θ σς δηγήσει στν νάπαυση. Μετ τς δοκιμασίες κολουθε πνευματικ χαρά. Κύριος παρακολουθε σους πομένουν τς δοκιμασίες κα τς θλίψεις γι τ δική Του γάπη.
Μ λιποψυχετε λοιπν κα μ δειλιάζετε. Δν θέλω ν θλίβεστε κα ν συγχύζεστε γι σα συμβαίνουν ντίθετα στ θέλησή σας, σο δίκαιη κι ν εναι ατή. Μι τέτοια θλίψη μαρτυρε τν παρξη γωισμο.
Προσέχετε τν γωισμό, πο κρύβεται κάτω π τ μορφ το δικαιώματος.
Προσέχετε κα τν καιρη λύπη, δημιουργεται στερ᾿ π ναν δίκαιο λεγχο. περβολικ θλίψη γι λα ατ εναι το πειρασμο. Μία εναι ληθιν θλίψη. Ατ πο δημιουργεται, ταν γνωρίσουμε καλ τν θλια κατάσταση τς ψυχς μας. λες ο λλες θλίψεις δν χουν καμι σχέση μ τ χάρη το Θεο.
Φροντίζετε ν περιφρουρετε στν καρδιά σας τ χαρ το γίου Πνεύματος κα ν μν πιτρέπετε στν πονηρ ν χύνει τ φαρμάκι του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως παράδεισος, πο πάρχει μέσα σας, μετατραπε σ κόλαση.

Προσευχή

Τ κύριο ργο το νθρώπου εναι προσευχή. νθρωπος πλάστηκε γι ν μνε τ Θεό. Ατ εναι τ ργο πο το ρμόζει. Ατ μόνο ξηγε τν πνευματική του πόσταση. Ατ μόνο δικαιώνει τν ξέχουσα θέση του μέσα στ δημιουργία. νθρωπος πλάστηκε γι ν λατρεύει τ Θε κα ν μετέχει στ θεία Του γαθότητα κα μακαριότητα.
ς εκόνα το Θεο πο εναι, λαχταράει γι τ Θε κα τρέχει μ πόθο ν νυψωθε πρς Ατόν. Μ τν προσευχ κα τν μνωδία εφραίνεται. Τ πνεμα του γάλλεται κα καρδιά το σκιρτάει. σο περισσότερο προσεύχεται, τόσο ψυχή του πογυμνώνεται π τς κοσμικς πιθυμίες κα γεμίζει π τ οράνια γαθά. Κα σο ποχωρίζεται τ γήινα κα τς δονς το βίου, τόσο περισσότερο πολαμβάνει τν οράνια εφροσύνη. δοκιμ κα πείρα μς πιβεβαιώνουν τν λήθεια ατή.
Θες εαρεστεται στς προσευχς κενες πο προσφέρονται μ τν πρέποντα τρόπο, δηλαδ μ συναίσθηση τς τέλειας κα τς ναξιότητός μας. Γι ν πάρξει μως τέτοια συναίσθηση, παιτεται τέλεια αταπάρνηση το κακο μας αυτο κα ποταγ στς ντολς το Θεο, παιτεται ταπείνωση κα διάλειπτη πνευματικ ργασία.
ναθέστε λες τς φροντίδες σας στ Θεό. κενος προνοε γι σς. Μ γίνεστε λιγόψυχοι κα μν ταράζεστε. Ατς πο ξετάζει τ πόκρυφα βάθη τς ψυχς τν νθρώπων, γνωρίζει κα τς δικές σας πιθυμίες κα χει τ δύναμη ν τς κπληρώσει πως Ατς γνωρίζει. σες ν ζηττε π τ Θε κα ν μ χάνετε τ θάρρος σάς. Μ νομίζετε τι, πειδ πόθος σας εναι γιος, χετε δικαίωμα ν παραπονιέστε, ταν ο προσευχές σας δν εσακούονται. Θες κπληρώνει τος πόθους σας μ τρόπο πο σες δν γνωρίζετε. Ν ερηνεύετε λοιπν κα ν πικαλεστε τ Θεό.
Ο προσευχς κα ο δεήσεις π μόνες τους δν μς δηγον στν τελειότητα. Στν τελείωση δηγε Κύριος, πο ρχεται κα κατοικε μέσα μας, ταν μες κτελομε τς ντολές Του. Κα μία π τς πρτες ντολς εναι ν γίνεται στ ζωή μας τ θέλημα χι τ δικό μας, λλ το Θεο. Κα ν γίνεται μ τν κρίβεια πο γίνεται στν οραν π τος γγέλους. Γι ν μπορομε κι μες ν λέμε: "Κύριε, χι πως γ θέλω, λλ᾿ πως σύ, "γεννηθήτω τ θέλημά Σου, ς ν οραν κα π τς γς". Χωρς λοιπν τ Χριστ μέσα μας, ο προσευχς κα ο δεήσεις δηγον στν πλάνη.

Ερήνη

ερήνη εναι θεο δρο, πο χορηγεται πλουσιοπάροχα σ᾿ σους συμφιλιώνονται μ τ Θε κα κτελον τ θεα Του προστάγματα.
ερήνη εναι φς κα φεύγει π τν μαρτία, πο εναι σκοτάδι. νας μαρτωλς ποτ δν ερηνεύει.
Ν γωνίζεστε ναντίον τς μαρτίας κα ν μ σς ταράζει ξέγερση τν παθν μέσα σας. Γιατ, ν στν πάλη μαζί τους νικήσετε, τ ξεσήκωμα τν παθν γινε γι σς φορμ νέας χαρς κα ερήνης.
πιδιώκετε τν ερήνη μ λους, πιδιώκετε κα τν γιότητα, χωρς τν ποία κανες δν θ᾿ ντικρύσει τν Κύριο" (βρ.12, 14).
ερήνη κα γιασμς εναι δυ ναγκαες προϋποθέσεις γι ποιον ζητάει μ πόθο ν δε τ πρόσωπο το Θεο. ερήνη εναι τ θεμέλιο στ ποο στηρίζεται γιασμός.
γιασμς δν παραμένει σ ταραγμένη κα ργισμένη καρδιά. ργή, ταν χρονίζει στν ψυχή, δημιουργε τν χθρα κα τ μίσος ναντίον το πλησίον. Γι᾿ ατ πιβάλλεται γρήγορη συμφιλίωση μ τν δελφό μας, στε ν μ στερηθομε τ χάρη το Θεο πο γιάζει τν καρδιά μας.
κενος πο ερηνεύει μ τν αυτό του, ερηνεύει κα μ τν πλησίον του, ερηνεύει κα μ τ Θεό. νας τέτοιος νθρωπος εναι γιασμένος, γιατ διος Θες κατοικε μέσα του.

γάπη

πιδιώκετε τν γάπη. Ζηττε καθημεριν π τ Θε τν γάπη. Μαζ μ τν γάπη ρχεται κα λο τ πλθος τν γαθν κα τν ρετν. γαπτε, γι ν᾿ γαπιέστε κι σες π τος λλους. Δστε στ Θε λη σας τν καρδιά, στε ν μένετε στν γάπη. "ποιος ζε μέσα στν γάπη, ζε μέσα στ Θεό, κι Θες μέσα σ᾿ ατόν" (Α´ω. 4, 16).
φείλετε ν χετε πολλ προσοχ στς μεταξύ σας σχέσεις κα ν σέβεστε νας τν λλον ς πρόσωπα ερά, ς εκόνες το Θεο. Ν μν ποβλέπετε ποτ στ σμα στν μορφιά του, λλ στν ψυχή. Προσέχετε τ ασθημα τς γάπης, γιατ, ταν καρδι δν θερμαίνεται π τν καθαρ προσευχή, γάπη κινδυνεύει ν γίνει σαρκικ κα φύσικη, κινδυνεύει ν σκοτίσει τ νο κα ν κατακάψει τν καρδιά.
Πρέπει ν ξετάζουμε καθημερινά, μήπως γάπη μας δν πορρέει π τ σύνδεσμο τς κοινς μας γάπης πρς τ Χριστό, μήπως δν πηγάζει π τ πλήρωμα τς γάπης μας πρς τν Κύριο. Ατς πο γρυπνε ν διατηρήσει γν τν γάπη, θ φυλαχθε π τς παγίδες το πονηρο, πο προσπαθε σιγ-σιγ ν μετατρέψει τν χριστιανικὴ ἀγάπη σ γάπη κοιν κα συναισθηματική.

Διάκριση

Σς συνιστ ν χετε σ λα διάκριση κα φρόνηση. Ν᾿ ποφεύγετε τ κρα. Ο αστηρότητες συμβαδίζουν μ τ μέτρα τς ρετς. Ατς πο δν χει μεγάλες ρετς κα συναγωνίζεται μ τος τέλειους, θέλοντας ν ζε μ αστηρότητα, πως ο γιοι σκητές, ατς κινδυνεύει ν περηφανευθε κα ν πέσει. Γι᾿ ατ ν πορεύεσθε μ διάκριση κα ν μν ξαντλετε τ σμα μ πέρμετρους κόπους. Ν θυμάστε πς σκηση το σώματος πλς βοηθάει τν ψυχ ν φτάσει στν τελειότητα, τελειότητα κατορθώνεται κυρίως μ τν γώνα τς ψυχς.
Μν τεντώνετε περισσότερο π τ μέτρο τ χορδή. Ν ξέρετε τι Θες δν κβιάζεται στς δωρεές Του δίνει, ταν ατς θέλει. ,τι · παίρνουμε, τ παίρνουμε δωρεν π τ θεο λεος.
Μ ζηττε ν φτάσετε ψηλ μ μεγάλες σκήσεις χωρς ν χετε ρετές, γιατ κινδυνεύετε ν πέσετε σ πλάνη γι τν παρση κα τν τόλμη σας. ποιος πιζητε θεα χαρίσματα κα ψηλς θεωρίες, ν εναι κόμα φορτωμένος μ πάθη, ατός, σν νόητος κα περήφανος, πλανιέται. Πρτα π᾿ λα φείλει ν᾿ γωνιστε γι τν κάθαρσή του. θεία χάρη στέλνει τ χαρίσματα σν μοιβ σ᾿ σους χουν καθαριστε π τ πάθη. Τος πισκέπτεται χωρς θόρυβο κα σ ρα πο δν γνωρίζουν.

περηφάνεια

περηφάνεια το νο εναι σατανικ περηφάνεια, ποία ρνεται τ Θε κα βλασφημε τ γιο Πνεμα, γι᾿ ατ κα πολ δύσκολα θεραπεύεται. Εναι να βαθ σκοτάδι, τ ποο μποδίζει τ μάτια τς ψυχς ν δον τ φς πο πάρχει μέσα της κα πο δηγε στ Θεό, στν ταπείνωση, στν πιθυμία το γαθο.
ντίθετα, περηφάνεια τς καρδις δν εναι γέννημα τς σατανικς περηφάνειας, λλ δημιουργεται π διάφορες καταστάσεις κα γεγονότα: πλοτο, δόξα, τιμές, πνευματικ σωματικ χαρίσματα (εφυΐα, μορφιά, δύναμη, δεξιοτεχνία κ.λπ). λα ατ σηκώνουν ψηλ τ μυαλ τν νόητων νθρώπων, πο γίνονται τσι ματαιόφρονες, χωρς μως ν εναι κα θεοι... Ατο πολλς φορς λεονται π τ Θεό, παιδαγωγονται κα σωφρονίζονται. καρδιά τους συντρίβεται, παύει ν πιζητε δόξες κα ματαιότητες, κι τσι θεραπεύονται.
πνευματική σας ργασία ν εναι ξέταση τς καρδις σας. Μήπως φωλιάζει σ᾿ ατν σν φαρμακερ φίδι περηφάνεια, τ πάθος πο γεννάει πολλ κακά, πο πονεκρώνει κάθε ρετή, πο δηλητηριάζει τ πάντα; Σ᾿ ατ τν ωσφορικ κακία πρέπει ν στραφε λη σας φροντίδα. Μέρα κα νύχτα ν σς γίνει ργο διάλειπτο ρευνά της.
Θ εναι λήθεια, νομίζω, ν π τι λη πνευματική μας φροντίδα συνίσταται στν ναζήτηση κα ξόντωση τς περηφάνειας κα τν παιδιν της. ν παλλαγομε π᾿ ατν κα θρονιάσουμε στν καρδιά μας τν ταπεινοφροσύνη, τότε χουμε τ πν. Γιατ που βρίσκεται ληθιν κατ Χριστν ταπείνωση, κε βρίσκονται μαζεμένες κα λες ο λλες ρετές, πο μς ψώνουν ς τ Θεό.

Χριστιανικ εγένεια

Ο χριστιανο χουν χρέος, σύμφωνα μ τν ντολ το Κυρίου, ν γίνουν γιοι κα τέλειοι. τελειότητα κα γιότητα χαράσσονται πρτα βαθι στν ψυχ το χριστιανο, κα π κε τυπώνονται κα στς σκέψεις του, στς πιθυμίες του, στ λόγια του, στς πράξεις του. τσι, χάρη το Θεο, πο πάρχει στν ψυχή, ξεχύνεται κα σ᾿ λο τν ξωτερικ χαρακτήρα. χριστιανς φείλει ν εναι εγενικός με λους. Τ λόγια κα τ ργα του ν ποπνέουν τ χάρη το γίου Πνεύματος πο κατοικε στν ψυχή του, στε ν μαρτυρεται χριστιανική του πολιτεία κα ν δοξάζεται τ νομα το Θεο.
ποιος εναι μετρημένος στ λόγια, εναι μετρημένος κα στ ργα. ποιος ξετάζει τ λόγια πο πρόκειται ν πε, ξετάζει κα τς πράξεις πο πρόκειται ν κτελέσει, κα ποτέ του δν θ περβε τ ρια τς καλς κα νάρετης συμπεριφορς.
Τ χαριτωμένα λόγια το χριστιανο χαρακτηρίζονται π λεπτότητα κα εγένεια.
Ατ εναι πο γεννον τν γάπη, φέρνουν τν ερήνη κα τ χαρά. ντίθετα, ργολογία γεννάει μίση, χθρες, θλίψεις, φιλονικίες, ταραχς κα πολέμους.
ς εμαστε λοιπν πάντοτε εγενικοί. Ποτ π τ χείλη μας ν μ βγε λόγος κακός, λόγος πο δν εναι λατισμένος μ τ χάρη το Θεο, λλ πάντοτε λόγοι χαριτωμένοι, λόγοι γαθοί, λόγοι πο μαρτυρον τν κατ Χριστν εγένεια κα τν ψυχική μας καλλιέργεια.

Δοξολογία

χριστιανς φείλει ν δοξάζει τ Θε κα μ τ σμα του κα μ τ πνεμα του.
λλωστε, κα τ δυ νήκουν στ Θε καί, πομένως, δν χει ξουσία ν τ τιμάζει ν τ διαφθείρει, λλ ς για κα ερ πρέπει ν τ χρησιμοποιε μ πολλ εχαριστία.
ποιος θυμται τι τ σμα του κα τ πνεμα του νήκουν στ Θεό, χει μία ελάβεια κι να μυστικ φόβο γι᾿ ατά, κα τοτο συντελε στ ν τ διατηρε γν κα καθαρ π κάθε ρύπο, σ διάλειπτη πικοινωνία μ᾿ κενον, π τν ποο γιάζονται κα νισχύονται.
νθρωπος δοξάζει τ Θε μ τ σμα του κα μ τ πνεμα του, πρτα, ταν θυμται τι γιάστηκε π τ Θε κα νώθηκε μαζί του, κα στερα, ταν νώνει τ θέλησή του μ τ θέληση το Θεο, στε ν κτελε πάντοτε τ γαθ κα εάρεστο κα τέλειο θέλημά Του. νας τέτοιος νθρωπος δν ζε γι τν αυτό του, λλ γι τ Θεό.
ργάζεται γι τ βασιλεία το Θεο στ γ. Δοξάζει σ λα τ Θεό, μ λόγια κα μ ργα. Ο πράξεις του, πο γίνονται γι τ καλ τν συνανθρώπων του, δίνουν φορμ δοξολογίας το θείου νόματος. ζωή του, καταυγαζόμενη π τ θεο φς, λάμπει σν φς δυνατό. τσι πολιτεία του γίνεται δηγς πρς τ Θε γι σους κόμα δν Τν γνώρισαν.


Ποιοι βλασφημούν κατά του Αγίου Πνεύματος

α) Όσοι αρνούνται τη χάρη του Θεού, την θεία ευσπλαχνία, τη φιλανθρωπία και την Πρόνοια του Θεού.
β) Όσοι περιφρονούν τον θειο νόμο.
γ) Όσοι αρνούνται τις ενέργειες τού Άγιου Πνεύματος και αποδίδουν αυτές σε άλλες δυνάμεις (στις δυνάμεις τού σκότους, στον πονηρό).
δ) Όσοι αρνούνται τις δωρεές και τούς καρπούς τού Άγιου Πνεύματος. Οι Φαρισαίοι βλασφημούσαν κατά τού Άγιου Πνεύματος όταν έλεγαν ότι: «Ούτος ουκ εκβάλλει τά δαιμόνια ειμή εν τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων» (Ματθ. ιβ’, 24), δηλαδή: «Οι Φαρισαίοι, όταν είδαν ότι όλα τα πλήθη τού λαού εκπλήσσονταν από τη διδασκαλία και τα θαύματα τού Χριστού και Τον ακολουθούσαν με πίστη ως Σωτήρα και Λυτρωτή τους, τότε φθόνησαν τόσο πολύ τη δόξα τού Χριστού και για να εξουδετερώσουν την εντύπωση πού προκαλούσαν τα θαύματα Του είπαν: Αυτός δεν βγάζει τα δαιμόνια παρά με την βοήθεια και τη δύναμη τού Βελζεβούλ, τού σατανά, πού είναι ό άρχοντας των δαιμονίων».
ε) Όσοι έχουν περισσή πεποίθηση στην ευσπλαχνία [μόνο] τού Θεού και αρνούνται τη δικαιοσύνη Του.
στ) Όσοι δεν έχουν καμιά ελπίδα στον Θεό (δηλαδή, όσοι έπαψαν νά ελπίζουν στον Θεό και απελπίστηκαν).
ζ) Όσοι αθετούν την πίστη στον Υιό τού Θεού, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.
η) Όσοι πολεμούν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
θ) Οι κακόδοξοι πού καταδιώκουν την Εκκλησία.
ι) Οι απεγνωσμένοι (δηλαδή, όσοι κυριεύτηκαν τελείως από την απελπισία και αρνούνται την παντοδυναμία, τη φιλανθρωπία, την αγαθότητα και την Πρόνοια τού Θεού)].

 (Αγίου Νεκταρίου- Κεφάλαια Ορθόδοξης Κατήχησης, μετφρ. Δ.Μούζη, σελ 123


Αποσπάσματα

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

1. Εκτός από τη δημιουργία του αισθητού κόσμου και τη δημιουργία του ανθρώπου, δημιούργησε ο Θεός και άλλα λογικά όντα;

Μάλιστα. Ο Θεός δημιούργησε και έναν άλλο κόσμο, πνευματικό, που υπερβαίνει τον αισθητό, και άλλα όντα, νοερά, λογικά και αυτεξούσια.

2. Από που γνωρίζουμε για τον υπεραισθητό κόσμο;

Μαθαίνουμε για αυτόν και την ύπαρξη των αγγέλων από τις Άγιες Γραφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

3. Που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη η ύπαρξη των αγγέλων;

α) Στη Γένεση, και συγκεκριμένα στο εδάφιο 16:78 κτλ., αναφέρεται ότι φανερώθηκε άγγελος στην Άγαρ. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά σε αγγέλους, ακολουθούν, όμως, και διάφορες άλλες αναφορές σε αγγέλους στο βιβλίο της Γένεσης.
β) Στο Δευτερονόμιο, εκεί που μιλάει ο Μωϋσής για αγγέλους, διαβάζουμε, ότι «όταν ξεχώριζε ο Κύριος τα έθνη, διασπείροντας τα παιδιά του Αδάμ, καθόρισε όρια για τα έθνη που αντιστοιχούσαν σε αριθμό με τους αγγέλους του Θεού» (Δευτ. 32:8-9).
γ) Επίσης σε όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής υπάρχουν αναφορές σε αγγέλους. Στο βιβλίο του Ιώβ λέγονται τα εξής αξιοσημείωτα: «Ιδού ήλθαν οι άγγελοι του Θεού και παρουσιάστηκαν ενώπιον του Κυρίου, και ήλθε μαζί τους και ο Διάβολος» (Ιώβ 1:6), και πιο κάτω, «όταν έγιναν τα άστρα, τότε οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή» (38:7, παράβαλε και 40:14). Επίσης υπάρχουν αναφορές στο βιβλίο των Βασιλειών, των Αριθμών, κτλ.[1]

4. Που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη η δημιουργία του υπεραισθητού κόσμου;

Υπάρχουν πολλά σημεία στην Καινή Διαθήκη που αναφέρουν αγγέλους ή αγαθά πνεύματα, όπως επίσης και διαβόλους και πονηρά πνεύματα. Ιδιαίτερα για τη δημιουργία των αγγέλων μας αναφέρει ο απόστολος Παύλος τα εξής: ότι «Στον Υιό βασίστηκε η κτίση όλων των κτισμάτων που βρίσκονται στον ουρανό και στη γη, των ορατών και των αοράτων, δηλ. οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, όλα έγιναν για Εκείνον και με αναφορά σε Εκείνον» (Κολ. 1:16).

5. Γιατί οι άγγελοι ονομάζονται πνεύματα;

Ονομάζονται πνεύματα επειδή η φύση τους είναι πνευματική και επειδή είναι άϋλοι και ασώματοι.

6. Που αναφέρεται στην Αγία Γραφή ότι οι άγγελοι είναι ασώματοι;

Στον Ευαγγελιστή Λουκά αναφέρονται τα εξής: «Ψηλαφίστε με και δείτε ότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως με βλέπετε να έχω εγώ» (Λουκ. 24:39). Επίσης, ο απόστολος Παύλος, όταν παραινεί τους Εφεσίους να ενδυθούν ολόκληρη την πανοπλία του Θεού για να μπορέσουν να αντισταθούν στις μεθοδίες του διαβόλου, λέει τα εξής: «ότι η πάλη αυτή δεν είναι ενάντια σε αίμα και σάρκα, αλλά στις αρχές και εξουσίες, στους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου, δηλ. στα πνευματικά (όντα) της πονηρίας που βρίσκονται στα επουράνια» (Εφ. 6:12-13).

7. Τι λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας για την πνευματική φύση των αγγέλων;

Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε, ότι οι άγγελοι δεν μετέχουν στην παχυλή γήινη ύλη. Η γνώμη αυτή των Πατέρων διατυπώθηκε στην 7ηΟικουμενική Σύνοδο (787) που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας και έχει ως εξής: «Αυτές λοιπόν τις πολύτιμες και σεπτές εικόνες, όπως προελέχθη, τις τιμούμε, τις ασπαζόμαστε και τις προσκυνούμε τιμητικά, δηλ. τις εικόνες των ... και των αγίων και ασωμάτων αγγέλων». Ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει στους αγγέλους ένα σώμα που είναι αέρινο και πύρινο. Στο 16ο κεφάλαιο του συγγράμματός του Περί του Αγίου Πνεύματος αναφέρει τα εξής: «Οι Άγγελοι έχουν ένα πάρα πολύ λεπτό σώμα, διότι δεν είναι εντελώς ασώματοι όπως είναι ο Θεός. Για αυτό το λόγο βρίσκονται σε κάποιο τόπο, και γίνονται ορατοί με το είδος του δικού τους σώματος όταν φανερώνονται στους αγίους». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεωρούν τους αγγέλους ασώματους σε σύγκριση με τον άνθρωπο. «Λέγονται ασώματοι και άυλοι σε σύγκριση με εμάς, γιατί κάθε τι το κτιστό που συγκρίνεται με τον Θεό, ο οποίος είναι ο μόνος ασύγκριτος, βρίσκεται να είναι κάπως παχύ και υλικό, αφού μόνο το Θείο είναι πραγματικά άυλο και ασώματο». Ο άγιος Ιλάριος λέει, ότι «κάθε τι το κτιστό είναι κατ ανάγκη και σωματικό». Ο Ωριγένης θεωρεί τους αγγέλους λεπτοσώματους και το ίδιο ισχύει και με πολλούς άλλους Πατέρες.

8. Υπόκειντο οι άγγελοι στην αμαρτία;

Μάλιστα, υπόκειντο, επειδή κάθε λογικό και ηθικά ελεύθερο δημιούργημα, που έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ελεύθερα, υπόκειται στην αμαρτία. Κατά συνέπεια αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Ο Δαμασκηνός αναφέρει τα εξής: «είναι λοιπόν η φύση των αγγέλων λογική, νοερά και αυτεξούσια, τρεπτή κατά τη γνώμη, δηλαδή εθελότρεπτη, αφού κάθε τι το κτιστό είναι και τρεπτό».

9. Τι λέει η Αγία Γραφή γι αυτό;

Η Αγία Γραφή λέει, ότι μερικά από τα αγγελικά τάγματα έπεσαν σε αμαρτία. Ο απόστολος Ιούδας λέει «ότι τους αγγέλους που δεν τήρησαν την αρχή τους, αλλά εγκατέλειψαν το κατοικητήριό τους, τους επιφυλάσσει αιώνια δεσμά σε ζοφερό σκοτάδι την ημέρα της μεγάλης κρίσης» (Ιούδας 6). Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός λέει, ότι «έβλεπε το Σατανά να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή» (Λουκάς 4:18).

10. Πως ονομάζονται οι άγγελοι που τήρησαν την αρχή τους;

Οι άγγελοι αυτοί ονομάζονται αγαθά πνεύματα, αντίθετα μ’ εκείνους που δεν τήρησαν την αρχή τους και ονομάζονται πονηρά πνεύματα και διάβολοι.

11. Υπόκεινται τώρα πλέον οι αγαθοί άγγελοι στην αμαρτία;

Όχι δεν υπόκεινται, διότι η εμμονή τους στην αγάπη και κοινωνία προς το Θεό, και η ελεύθερη ροπή τους προς το αγαθό, αλλά και η (αγαθή) εκλογή τους απέβη για αυτούς κατά κάποιο τρόπο φυσική και ηθική αναγκαιότητα. Έτσι η εκλογή τους είναι πάντα το αγαθό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος τους αγιάζει και τους διατηρεί πάντοτε αγαθούς. Συνεπώς οι άγγελοι αυτοί έχουν αποβεί άτρεπτοι. Ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης λέει: ότι «Οι άγγελοι είναι δυσκίνητοι προς το κακό, όχι όμως ακίνητοι. Μετά την Ανάσταση του Χριστού έγιναν ολοκληρωτικά ακίνητοι, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη. Για αυτούς σωτηρία είναι η ατρεψία, που τους κάνει να μη φοβούνται την μεταβολή προς το χειρότερο και την απώλεια που επακολουθεί με αυτήν. Έτσι λοιπόν έλαβαν οι άγγελοι την ατρεψία, δηλ. από αυτό που πήραν από το Δεσπότη έμπρακτα, δηλ. τη γνώση της οδού προς την σωτηρία, την εξύψωση και την ομοίωση με Αυτόν, δηλ. την ταπείνωση που είναι αντίθετη από την έπαρση».

12. Υπάρχει τώρα πλέον στα πονηρά πνεύματα η δυνατότητα επιστροφής τους στο Θεό;

Όχι δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή, και πρώτα-πρώτα γιατί η βούλησή τους ταυτίστηκε με το κακό, για αυτό και πάντοτε σκέπτονται και εκλέγουν το κακό. Έπειτα, γιατί έγιναν και παραμένουν εχθροί του Θεού. Και τρίτον, γιατί αποχωρίστηκαν από το Θεό, και ο χωρισμός τους αυτός σημαίνει αιώνιος θάνατος. Αυτό που είναι θάνατος για τον αμαρτωλό είναι η πτώση από την αρχή τους για τους πονηρούς αγγέλους.

13. Πόσα είναι τα αγγελικά τάγματα, δηλ. τα τάγματα της ουράνιας ιεραρχίας;

Τα αγγελικά τάγματα είναι εννέα, και υποδιαιρούνται σε τρεις τριαδικές διακοσμήσεις. Η πρώτη τριάδα είναι: τα Σεραφείμ, τα Χερουβίμ και οι Θρόνοι. Η δεύτερη τριάδα είναι: οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις και οι Εξουσίες. Η Τρίτη τριάδα είναι: οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι.

14. Τι λένε οι Γραφές για τον αριθμό των αγγέλων;

Οι Γραφές λένε ότι ο αριθμός των αγγέλων είναι πολύ μεγάλος: «χιλιάδες χιλιάδων και μυριάδες μυριάδων» (Δανιήλ 7:10). Ότι υπάρχουν «περισσότερες από δέκα λεγεώνες αγγέλων» (Ματθ. 6:33). Ότι αποτελούν «πλήθος ουρανίου στρατιάς» (Λουκάς 2:13). Ότι υπάρχουν «μυριάδες αγγέλων» (Προς Εβραίους 12:22).

15. Τι λένε οι Γραφές για τη δύναμη των αγγέλων;

Οι Γραφές λένε ότι η δύναμη των αγγέλων είναι πολύ μεγάλη και ενεργεί και στον πνευματικό και στον υλικό κόσμο. Μέσα στη Γραφή αναφέρονται ως «άγγελοι ισχυροί» και ως «εξέχοντες σε δύναμη» (Β΄ Προς Θεσσαλονικείς 1:7, Ψαλμός 103:20, Βασιλειών 19:35).

16. Ποιες είναι οι ενασχολήσεις των αγγέλων;

Οι άγγελοι βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και Τον λατρεύουν, αλλά και διακονούν τις βουλές της Θείας Πρόνοιας (Ματθ. 18:10, Αποκ. 5:11, Α Πετρ. 1:12, Γεν. 28:12, Πράξεις 12:7,23, Ψαλμός 91:10-12, Βασιλειών Β 19:35, Χρονικών Β 16, Ματθ. 13:30-39 και 25:17).

17. Είναι οι άγγελοι αθάνατοι κατά φύση;

Όχι, δεν είναι. Οι άγγελοι είναι αθάνατοι κατά χάρη, αφού είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο Δαμασκηνός λεει ρητά: «άγγελος είναι ουσία νοερά … αθάνατη, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη, γιατί κάθε τι που έχει αρχή έχει κατά φύση και τέλος. Μόνον ο Θεός που υπάρχει πάντοτε καί που υπερβαίνει και το ‘πάντοτε’ κτλ., είναι κυριολεκτικά αθάνατος».

18. Ποιές είναι οι διάφορες σημασίες που έχει η λέξη άγγελος στην Αγία Γραφή;

Σημαίνει απλούς απεσταλμένους (Ιώβ 1:14, Λουκάς 7:24, 9:52),Προφήτες (Ησ. 42:19, Μαλαχ. 3:1), Ιερείς (Μαλαχ. 2:7), ιεροκήρυκες της Νέας Διαθήκης (Αποκάλ. 1:20), απρόσωπους πράκτορες, όπως π.χ. ένας στύλος νεφέλης (Εξ. 14:9), μιά πανώλη (Β Σαμ. 24:16,17), ανέμους (Ψαλμ. 104:4),Λοιμούς – ένα όνομα που προσδίδεται στους κακοποιούς αγγέλους (Ψαλμ. 78:49), σκόλοπα εις την σάρκα του Παύλου, δηλ. σκόλοπα ‘άγγελο σατάν’(Βν Κορ. 12:7), το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος: “Άγγελον του προσώπου αυτού” και “Άγγελον της Διαθήκης” (Ησ. 63:9, Μαλαχ. 3:1). Η λέξη όμως άγγελος κυρίως εφαρμόζεται στα λογικά και ουράνια όντα (Ματθ. 25: 31).

19. Τι ήσαν τα Χερουβίμ;

Τα Χερουβίμ ήσαν ιδανικά πλάσματα που συνίσταντο από τέσσερα μέρη, δηλ. από άνθρωπο, βου, λέοντα και αετό. «Η υπερέχουσα όψη ήταν η όψη του ανθρώπου, αλλά ο αριθμός των προσώπων, ποδών και χειρών διέφερε ανάλογα με τις περιστάσεις. (Ιεζεκ. 1:6, πρβλ. και Ιεζεκ. 41:18, 19, και Έξοδ. 25:20).

20. Ποιά είναι η ετυμολογία της λέξης Σεραφείμ, και τι λένε οι Γραφές περί αυτών;

Η λέξη σημαίνει κάτι που καίει, λάμπει, θαμπώνει και αναφέρεται στην Γραφή μόνο μία φορά (Ης. 6:2,6).

21. Υπάρχει απόδειξη ότι οι άγγελοι ανήκουν σε διάφορες τάξεις;

Μάλιστα υπάρχει· 1ον) από τη διατύπωση της Γραφής: ο Γαβριήλ διακρίνεται από το ότι στέκεται ενώπιον του Θεού (Λουκ. 1:9) με την έννοια ότι κατέχει κάποια υψηλή θέση. Ο Μιχαήλ διακρίνεται ως ένας από τους άρχοντες (Δανιήλ 10:13). Επίσης τα επίθετα αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, κυριότητες, δυνάμεις (Ιούδ. 9, Εφ. 1:21) μαρτυρούν την ύπαρξη τάξεων.

Σημειώσεις

[1] Ο Μωυσής δεν αναφέρει στη Γένεση και μάλιστα στα κεφάλαια περί δημιουργίας του κόσμου τίποτε το σχετικό με τη δημιουργία των αγγέλων, επειδή ο σκοπός του είναι να παρουσιάσει τη δημιουργία του ορατού κόσμου (Βλ. Χρυσόστομο και Ψαλμ. 8:4, Ιώβιο Μοναχό στου Φωτίου την Βιβλιοθήκη, κώδ. 222, σ. 591). Ο Αθανάσιος (ερώτ. 4) λέει: για ότι το έκανε αυτό ο Μωυσής για να μη δώσει αφορμή ειδωλολατρείας στους Ιουδαίους (Βλ. Θεοδωρ., ερώτ. 2 Εις την Γένεσιν και Χρυσοστόμου Εις την Γένεσιν Ομιλ. 1). Όσο αφορα στο χρόνο κατά τον οποίον δημιουργήθηκαν οι άγγελοι οι γνώμες των θεολόγων διχάζονται. Ο Ωριγένης πίστευε ότι η δημιουργία των αγγέλων προηγήθηκε από τη δημιουργία των ανθρώπων και του αισθητού κόσμου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιωάννης, ο Δαμασκηνός και άλλοι Πατέρες διδάσκουν ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τα ορατά κτίσματα. Ο Θεοδώρητος δέχεται ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν την πρώτη ημέρα, όπως λέγεται στην αρχή της Γενέσεως, ότι δηλ. ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη την πρώτη ημέρα. Ο άγιος Επιφάνιος συμφωνεί με τη γνώμη αυτή. Από το εδάφιο Ιώβ 38:1 εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι άγγελοι υπήρχαν την τέταρτη ημέρα, διότι λέει ο Κύριος στον Ιώβ: «Όταν έγιναν τα άστρα, τότε όλοι οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή». Τη διάκριση του πλήθους των αγγέλων σε τάξεις ή τάγματα (Δαν. 7:10, Ματθ. 26:53, Λουκάς 2:13, Εβρ. 12:22, Αποκ. 5:11) την μαρτυρούν εκτός από τους Πατέρες (Κλήμης Ρώμης 6:1, 6:16, 7:2, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις 6:6, 7:11, 11:11, 17:23, Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος 34, Δαμασκηνός Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως II:3, και ιδιαιτέρως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο Περί Ουρανίου Ιεραρχίας 6 και άλλοι) και η Αγία Γραφή η οποία διακρίνει: Αγγέλους (Α Πέτρ. 3:22ff), Αρχαγγέλους (Α Θεσσ. 10:16, Ιούδας 9), Χερουβίμ (Γεν. 3:24, Αποκ. 4, 5, 6), Σεραφείμ (Ησ. 6:2,1), Δυνάμεις (Εφ. 1:21, Ρωμ. 8:31), Θρόνοι, Αρχές, Εξουσίες και Κυριότητες (Εφ. 1:21, Κολ. 1:16, Ρωμ. 8:31, Δαν. 10:13); Γι' αυτό και η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Ωριγένη που είπε μεταξύ άλλων ότι όλοι οι άγγελοι είχαν την ίδια φύση και δύναμη, και μόνο εκείνοι από αυτούς που αποστάτησαν διακρίθηκαν σε τάξεις (Βλ. 5η Οικουμ. Σύνοδος κανόνες 2 και 14). Βλ. Επίσης Δαν. 7:10, Ψαλμ. 96:1, 102:20, 148:2, Αποκ. 4:1, 7:11-12, Βασιλείου του Μεγ. Εις τον Ψαλμόν 27, Εις τον Ησαίαν 6, Γρηγόριος Θεολόγος Λόγος 34, Θεοδωρήτου Επιτομή θείων δογμάτων 7, Ιωάννου Δαμασκηνού Έκδοση της Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙ,10. Ψαλμ. 101:20.

Γιατί αλλάζει όνομα κάποιος που Γίνεται Μονάχος;

Στους μοναχούς που υπόσχονται να ζουν ενάρετη ζωή επικράτησε η αλλαγή του ονόματός τους. Ο μοναχός αλλάζει το όνομά του για δύο σπουδαιότατους λόγους.
Πρώτος λόγος που αλλάζει το όνομα του κάποιος που γίνεται μοναχός είναι η απάρνηση ολοκληρωτικά της προηγούμενης ζωής και η συνεχής ενθύμηση της μεταβολής της, και δεύτερον, για να έχουμε παράδειγμα τον άγιο στην πορεία της ζωής μας, του οποίου φέρουμε το όνομα.
Η αλλαγή του ονόματος, μας βοηθά να ξεχνούμε το παρελθόν και συνεχώς υπενθυμίζει την μεταβολή που έγινε σ’ αυτόν που άλλαξε τον τρόπο της ζωής του και τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, που οφείλει να εκπληρώνει με πολλή αγάπη και προθυμία.
Το όνομα είναι τόσο πολύ συνδεδεμένο με το πρόσωπο, ώστε να μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προσωπικότητά μας από αυτό. Γι’ αυτό και η ενθύμηση του ενός φέρνει στην μνήμη το άλλο και η αναφορά στο ένα γίνεται ταυτόχρονα και προς το άλλο. Εφόσον έχουμε το παλιό όνομα υπάρχει αναπόσπαστη η μνήμη του παλαιού ανθρώπου, αντίθετα όταν ακούμε το νέο όνομα υπάρχει μνήμη του νέου ανθρώπου.
Επικράτησε να γίνεται η αλλαγή του ονόματος, για την ηθική δύναμη που έχει. Η αλλαγή όμως χάνει τη δύναμή της, όταν η θέλησή μας αδρανεί να εκτελεί και να εφαρμόζει τις υποσχέσεις, που υπενθυμίζει το νέο όνομα στους μοναχούς. Αυτό δε συμβαίνει, διότι ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος και αγαπούν περισσότερο αυτόν από τον νέο, γι’ αυτό και αδιαφορούν στις συνεχείς υπομνήσεις που γίνονται σ’ αυτούς όταν τους καλούν με το νέο όνομα.
Η αδιαφορία αυτή προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπενθυμίζει στους μοναχούς το όνομα, μαρτυρεί την ύπαρξη ενός άλλου κακού, την αθέτηση της φωνής της συνειδήσεως. Διότι σε κάθε αθέτηση του καθήκοντος της νέας ζωής, που υπενθυμίζει πάντοτε το νέο όνομα, η συνείδηση επαναστατεί και διαμαρτύρεται, αλλά δεν εισακούεται, διότι κυριαρχεί ο παλαιός άνθρωπος, ο οποίος περιφρονεί τις αξιώσεις του νέου ανθρώπου, που εκφράζονται από τη φωνή της συνειδήσεως.
Η περιφρόνηση αυτή φθάνει μέχρι τέτοιο σημείο, ώστε και να αποδοκιμάζει τη φωνή της συνειδήσεως, ότι αξιώνει ανόητα και παράλογα, και στο τέλος της επιβάλλει τη σιωπή. Η κατάσταση αυτή μοιάζει με την πώρωση της συνειδήσεως.
Ο δε μοναχός που περιφρόνησε τη φωνή για την τήρηση των υποχρεώσεών του, αυτός έπαθε, ό,τι υποφέρουν όσοι έχουν πώρωση συνειδήσεως και αλλοίμονο σ’ αυτόν. Αυτός θα κατακριθεί, διότι δεν έζησε κατά Θεόν, και έβαλε το εγώ του και τη δική του γνώση πάνω από τη γνώση των Οσίων Πατέρων, και διότι δεν έκανε καλή προσφορά.
Πρόσφεραν στον Θεό θυσίες οι αδελφοί Κάιν και Άβελ, αλλά ο Κάιν δεν έκανε καλή προσφορά και αποδοκιμάστηκε από τον Θεό. Πρόσφερε ο Οζίας θυμίαμα στο Θεό με χρυσό θυμιατήριο, αλλά κατακρίθηκε, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Και ο Σαούλ πρόσφερε θυσίες στο Θεό αλλά κατακρίθηκε και αποδοκιμάστηκε αυτός και ο οίκος του, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά.
Πρόσφεραν και οι Ιουδαίοι θυσίες, αλλά ο Θεός τις αποδοκίμασε και έλεγε «μισεί αυτάς η ψυχή μου»· ώστε δεν είναι αρκετό για να ευαρεστήσει κάποιος το Θεό να προσφέρει μόνο θυσίες, δώρα και προσευχές, αλλά να κάνει καλή προσφορά δηλαδή να έχει συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς του. Αλλά για -να υπάρχει τέτοια συναίσθηση απαιτείταιτέλεια αυταπάρνηση και υποταγή στις εντολές του Θεού, και ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.
Εάν λοιπόν μόνον έτσι προσφέρουμε επάξια θυσίες στο Θεό, πρώτη δε και μέγιστη θυσία του προσφέρουμε την καρδιά μας, πώς η θυσία και η προσφορά μας θα γίνουν ευπρόσδεκτες στον Θεό, όταν δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε θυσία ευάρεστη, ούτε τα προσφερόμενα είναι ως προσφορά άξια για τον Θεό;
Γι’ αυτό μην επαναπαυόμαστε στις δεήσεις και προσφορές μας, εάν προηγουμένως δεν φροντίσουμε με πολλή επιμέλεια να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους πιστούς και τις θυσίες μας ευπρόσδεκτες στο Θεό. Γι’ αυτό βρίσκονται σε μεγάλη πλάνη όσοι νομίζουν ότι κάθε λατρεία και θυσία είναι ευάρεστες στο Θεό.
Λατρεία ευάρεστη και θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό είναι «πνεύμα συντετριμμένο και καρδία συντετριμμένη», και όχι πνεύμα υπερήφανο και αλαζονικό και καρδία άτεγκτη και εμπαθής.
Αυτά λοιπόν επιζητεί η αλλαγή του ονόματος κατά πρώτο λόγο. Κατά δε τον δεύτερο λόγο επιζητεί την υποχρέωση να έχει υπόδειγμα αρετής και τελειότητας τον βίο και το πολίτευμα του αγίου, του οποίου το όνομα φέρουμε, και σ’ όλη μας τη ζωή να αγωνιζόμαστε για να γίνουμε τέλειοι ακολουθώντας το παράδειγμά του. Το υπόδειγμα της αρετής του αγίου ενισχύει πάρα πολύ τον αγωνιζόμενο.
Απ’ αυτό διδάσκεται, να ταπεινώνεται ακόμα και εάν κατάγεται από βασιλική οικογένεια· μαθαίνει να υπομένει και εάν τα δεινά είναι αφόρητα· μαθαίνει ν’ αγαπά και αυτούς που τον μισούν· μαθαίνει να τιμά και αυτούς που τον προσβάλουν· μαθαίνει να ζει υπέρ των αδελφών και ν’ αποθνήσκει υπέρ του νόμου του Θεού και των θείων εντολών του· μαθαίνει να αγαπά την έσχατη θέση και χαίρεται στην αφάνεια. Και τί δεν μαθαίνει; Εάν απαριθμήσω ένα-ένα όσα μαθαίνουμε από το παράδειγμα τον αγίων, δεν θα με φθάσει ούτε ο χρόνος, ούτε το χαρτί για να τα αναφέρω.


Επιλεγμένα αποσπάσματα για την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας», εκδοθέν το πρώτον το 1892

Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος

Ο Άρειος.
Ο Άρειος εγεννήθη εν Λιβύη περί τα μέσα της γ' μ.Χ. εκατονταετηρίδος, εσπούδασε δε εν Αλεξανδρεία και εγένετο οπαδός του Ωριγένους, του Μελετίου και του προϊσταμένου της Αντιοχειανής Σχολής Λουκιανού του πρεσβυτέρου. Η ευρεία αυτού παιδεία, η φιλοσοφική αυτού μόρφωσις, και η περί την επιστήμην των θείων Γραφών δεινότης, κατέστησαν αυτόν γνωστότατον, το δε εμβριθές αυτού σχήμα, οι οπωσούν αγέρωχοι τρόποι, το μεγαλοπρεπές ανάστημα, και η ευειδής αυτού όψις, ενέπνεον πάσι τον σεβασμόν και συμπάθειαν. Και κατ' αρχάς μεν καταλιπών τον Μελέτιον προεχειρίσθη διάκονος της Εκκλησίας Αλεξανδρείας υπό του Επισκόπου αυτής Πέτρου. Από της εποχής δ' αυτής παρουσιάζεται η του χαρακτήρος αυτού ισχύς και η εμμονή εις τας πεποιθήσεις του. Είτα δε, όταν ο Πέτρος Αλεξανδρείας απεκήρυξε τους συμμετόχους του Μελετίου, και δεν απεδέχετο το βάπτισμα αυτών, ο Άρειος εξανέστη το πρώτον, μεμφόμενος τα γενόμενα και διεμαρτύρετο κατά του μέτρου τούτου του Επισκόπου του. Και κατ' ακολουθίαν τούτου απεπέμφθη από της Αλεξανδρείας. Ότε δε μετά ταύτα τον Πέτρον αποβιώσαντα διεδέξατο ο πραϋς τους τρόπους Αχιλλάς, ο Άρειος αιτήσας συγγνώμην εγένετο δεκτός εν τη Εκκλησία και τω 212ω εχειροτονήθη Πρεσβύτερος. Το περί τριαδικου Θεού δόγμα του Χριστιανισμού, όπερ από της αυτού εμφανίσεως εσκανδάλισεν Ιουδαίους και Έλληνας, από δε των μέσων του β' αιώνος παρουσίασε την αίρεσιν των Μοναρχιανών και προυκάλεσε πολλάς έριδας, παρέσυρε και το ακάθεκτον πνεύμα του Αρείου, το οποίον δυσφόρως έχον προς τον ανυπέρβλητον του δόγματος φραγμόν, και ζητούν την του πνεύματος φίλην ελευθερίαν την υπερπηδώσαν τα πάντα και τα πάντα υποτάσσουσαν τη ιδία εξουσία, διέσπασε του δόγματος τα δεσμά, ίνα εν τη ελευθερία αυτού εισδύση εις τα βασίλεια των μυστηρίων και ερευνήση αυτά και, εί δυνατόν, ψηλαφήση και υπαγάγη αυτά υπό την ιδίαν αντίληψιν. Ο Άρειος μελετήσας καλώς τας θεωρίας της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής Σχολής προσέλαβεν εξ αυτών τα προσφυή ταις αρχαίς αυτού και διεμόρφωσεν ιδίαν θεωρίαν, λαβών παρά μεν του Ωριγένους την υπόταξιν του λόγου, παρά δε του Λουκιανού την άρνησιν της Ομοουσιότητος. Προς διάδοσιν δε της διδασκαλίας αυτού και επικράτησιν συνέταξε διάφορα άσματα και ποιήματα και διεμοίρασεν αυτά εις τον λαόν. Και η διδασκαλία αυτού εύρε πολλούς οπαδούς παρά τε τω Κλήρω και τω λαώ, εξ ών οι μεν ησπάζοντο αυτήν ως ορθήν, οι δε εθεώρουν αυτήν ως ακίνδυνον.
Ο Αθανάσιος.
Μεταξύ των περί τον Αλεξανδρείας Eπίσκοπον Κληρικών ηύξανε και εκραταιούτο νέος τις Διάκονος, μικρός μεν το δέμας και ευτελής το ανάστημα, αλλά περιλαμβάνων εντός σώματος μικρού και ασθενούς ψυxήν φλογεράν, αι λαμπηδόνες της οποίας εξήστραπτον από των ομμάτων αυτού. Ο εικοσιέτης ούτος νέος ο μέλλων να πληρώση την Χριστιανικήν Οικουμένην διά των αρετών αυτού των σπανίων ην ο Αθανάσιος. Νους βαθύς, λογική ισχυρά, επιστήμη ευρεία, ανθηρόν ύφος λόγου, και τέχνη ρητορική απαράμιλλος περιεκόσμουν αυτόν και κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά την προκειμένην σπουδαίαν έριν. Ο Αθανάσιος κεκτημένος οξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεύμα, ευφράδειαν αξιόζηλον, και τόλμην ακάθεκτον, εκ πρώτης αρχής ενόησε περί τίνος επρόκειτο και ευθύς κατενόησε το βάραθρον, εις δεκινδύνευεν η Πίστις ημών να πέση. Ο Αθανάσιος βλέπων το ασταθές του χαρακτήρος του αντιπάλου του, το ευμετάβολον και παλίμβουλον, επείσθη οτι ο Άρειος είτε μη τολμών να εξηγήση σαφώς, είτε μη έχων την συνείδησιν του τελικού συμπεράσματος των συλλογισμών αυτού, έτεινεν όμως εις το ν' αρνηθή την θείαν του Σωτήρος φύσιν και καταβιβάση το κήρυγμά του εις την τάξιν ανθρωπίνου δόγματος, παραδίδων αυτό απογεγυμνωμένον της πανοπλίας της θείας αποκαλύψεως εις τας προσβολάς του φιλοσοφικού πνεύματος. Διό ώρμησεν επί τον αγώνα μετά πολλής πεποιθήσεως και εξήλθεν απ' αυτού επί τέλους νικητής εν θριάμβω, αφιερώσας ολόκληρον την ζωήν αυτού και όλας αυτού τας πνευματικάς και σωματικάς δυνάμεις εις την άμυναν του ενσαρκωθέντος Λόγου μετά τοιούτου ατρομήτου θάρρους, ώστε δικαίως επεκλήθη κατόπιν «Μέγας, στύλος και υποστηρικτής της του Χριστού Εκκλησίας».
Ο Μέγας Κωνσταντίνος.
Η Θεία Πρόνοια εν'τη μερίμνη αυτής υπέρ της του Χριστού Eκκλησίας είχεν εμπιστευθή τα σκήπτρα του αχανούς τότε Ρωμαικού Κράτους εις τον αληθώς Μέγαν και Ισαπόστολον Κωνσταντίνον όπως σώση από του σάλου το κλυδωνιζόμενον σκάφος της Εκκλησίας. Ούτος δυσφορών επί τω επαπειλουμένω τη Eκκλησία σχίσματι απέστειλεν εις Αλεξάνδρειαν πρώτον επιστολήν προς τε Αλέξανδρον τον Επίσκοπον και προς τον Άρειον παραινών αυτούς να καταθέσωσι τα όπλα της συζητήσεως και συνδιαλλαγέντες να επανορθώσωσι την ειρήνην της Εκκλησίας. Αλλ' η φωνή της συνέσεως και της μετριοπαθείας του Βασιλέως επέπρωτο να μη εισακουσθή. Διότι ο κομιστής της ειρηνοποιού ταύτης επιστολής Επίσκοπος Κορδούβης άμα ελθών εις Αλεξάνδρειαν, συνετάχθη μετα του Επισκόπου Αλεξάνδρου και κατεδίκασε τον Άρειον. Ο δε Άρειος έγραψε πρός τον Βασιλέα επιστολήν οπωσούν αυθάδη, παραπονούμενος ότι τω επεβλήθη υπό των ειρημένων αργία (Ευσεβ. βίον Κωνστ. 2, 64.-και Σωκρ. 1, 5.). Ο Κωνσταντίνος ως προς την ουσίαν του ζητήματος δεν είχε σχηματίσει ιδίαν γνώμην και πεποίθησιν κατ' αρχάς δε μάλιστα επεδείξατο αδιαφορίαν τινά σχεδόν θίγουσαν τα όρια της περιφρονήσεως, ως εξάγεται εκ της ειρημένης επιστολής αυτού. Εκ τούτου δε ευλόγως δύναταί τις να συμπεράνη οτι ο Κωνσταντίνος διδούς μάλλον ευήκοον ους εις τας περί των δοξασιων του Αρείου πληροφορίας του Παμφίλου Ευσεβίου, όστις ην πιστός αυτού φίλος και φίλα φρονών τω Αρείω, θεωρών την αίρεσιν του τελευταίου ασήμαντον, δεν εννόησεν εξ' αρχής τον κίνδυνον, ον διέτρεχεν η Πίστις εκ των επιβούλων δοξασιών του Αρείου. Της απάτης όμως αυτής ταχέως εξήλθεν ο Κωνσταντίνος ευθύς, αφού επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ' Αλεξανδρείας ο /Οσιος Κορδούβης άπρακτος και συγχρόνως, αφού έμαθεν ότι εν' Αλεξανδρεία συνέβαινον ταραχαί, καθ' ας οι όχλoι ουδέ τας εικόνας αυτού εσεβάσθησαν. Οργισθείς λοιπόν επί τούτοις ιδίως κατά των περί τον Άρειον εξαπέστειλε νέους επιτρόπους εις Αλεξάνδρειαν κομίζοντας επιστολήν προς τους αιρετικούς αυτούς απειλητικωτάτην, δι' ης προσεκάλει τον Άρειον να προσέλθη και να εξηγήση ενώπιον αυτού όπερ επρέσβευε δόγμα. Ο Άρειος παρέστη αληθώς προ του Βασιλέως, αλλ' εν τη συζητήση, ην επεχείρησε, τοσούτον περιέπλεξε το πνεύμα του Κωνσταντίνου το περί τας τοιαύτας λεπτολογίας ανεπιτήδειον, ώστε ενέβαλε τον ηγεμόνα εις πλείστας όσας αμφιβολίας. Και εν τούτοις εξηκολούθει η διχόνοια και η ταραχή των πνευμάτων, ουδέ εφαίνετο τρόπος θεραπείας, έως ο Βασιλεύς εν τη συνήθει αυτού μεγαλοφυία επενόησε το πρακτέον κατά την προκειμένην δυσχέρειαν και συνεκάλεσεν εν Νικαία της Βιθυνίας τους πανταχού Ιεράρχας της Χριστιανωσύνης εις Οικουμενικήν Σύνοδον, όπως εξετάσασα την του Αρείου διδασκαλίαν λύση οριστικώς την μεγάλην ταύτην διαφοράν και αποδώση τη Εκκλησία την ποθουμένην ειρήνην.
Η Α' εν' Νiκαία Οικουμενική Σύνοδος.
Και αληθώς η ρύθμισις και εξασφάλισις του Χριστιανικού δόγματος ην ζήτημα ζωής και θανάτου διά τον τότε κόσμον, από δε της διαρρυθμίσεως ταύτης εξηρτάτο η γενική του κόσμου ηθική ανακαίνισις. Διό προσκληθέντες συνήλθον εν Νικαία 318 Πατέρες της Εκκλησίας περί τα μέσα Ιουνίου του 325 μ.Χ. και συνεκρότησαν τήν Α' εκκλησιαστικήν Οικουμενικήν Σύνοδον. Τούτων δε προίσταντo Αλέξανδρος o Κωνσταντινουπόλεως, ο γηραιός Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας υπό του νεαρού αυτού Συμβούλου και Διακόνου δορυφορούμενος, του Μ. Αθανασίου. Τον δε Πάπαν Ρώμης Σίλβεστρον και τον διάδοχον αυτού Ιούλιον αντεπροσώπευσαν οι παρ' αυτού αποσταλέντες πληρεξούσιοι, ο 'Οσιος Κορδούβης Επίσκοπος της Ισπανίας και δύω πρεσβύτεροι, οι Βικέντιος και Βίτων. Παρ' αυτοίς δε παρέστησαν οι Παφνούτιος, Σπυρίδων, Νικόλαος, Ιάκωβος, Μάξιμος και άλλοι κεκοσμημένοι πάντες δι' αποστολικών χαρισμάτων. Ουχ ήτον προς τούτοις παρίστατο και πλήθος άλλο Κληρικών, Πρεσβυτέρων και Διακόνων. Κατά την πρώτην αυτών επίσημον συνεδρίαν την γενομένην την 5ην ή 6ην Ιουλίου ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεφώνησε τον εναρκτήριον λόγον εν τη λατινική γλώσση μεθερμηνευόμενον αυτοστιγμεί εις την ελληνικήν, δι' ου έλεγεν ότι ο της ιεράς ταύτης θρησκείας νόμος εκ των κόλπων της Ανατολής προέκυψεν, αποκαλών τους λειτουργούς αυτής αρχηγούς της των εθνών σωτηρίας. Είτα δε κατά σειράν και εν τάξει εξετέθησαν υπό του Αρείου και των αυτού οπαδών αι γνώμαι και δοξασίαι, αλλά γενναίως και λογικώς επολεμήθησαν αύται υπό των Πατέρων της Εκκλησίας.
Σπουδαιότης της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
Ίνα κατανοηθή δε η σπουδαιότης αυτής της Συνόδου, πρέπει να εκτεθή ενταύθα διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί και, ει δυνατόν ψηλαφήση παν ό, τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως. Τον Χριστιανισμόν αναφανέντα σκάνδαλον μεν τοις Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοις Έλλησιν, εζήτουν αμφότεροι, Ιουδαίοι τε και 'Ελληνες, διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ' αποκαλύψεως, σύστημά τι φιλοσοφικόν μάλλον ικανοποιούν τας απαιτήσεις της υπερηφάνου του ανθρώπου φιλοσοφίας, η επαναπαύον το θρησκευτικόν αίσθημα του ανθρώπου. Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τας απαιτήσεις της καρδίας της τερπομένης εν τω μυστηρίω της θρησκείας εζήτουν να ικανοποιήσωσι τον νουν δι' απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν. Αλλ' ηγνόουν ότι υπάρχουσι και αλήθειαι, ανώτεραι, της νοητικής ημών αντιλήψεως, μη γινόμεναι καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου, ήτις λαμβάνει γνώσιν αυτών, πείθεταi δε περί της πραγματικότητος αυτών, και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών. Ηγνόουν ότι ο άνθρωπος δεν εγεννήθη, ίνα αποβή μόνον φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικόν. Καίτοι φιλοσοφούντες εδείκνυντο το αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες, διότι ο άνθρωπος δεν είναι, μόνον νους, αλλά και καρδία αι δυνάμεις των δύο τούτων κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε δια μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο. Εάν ο νους ήνε ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, του οποίου ίσως καθ' ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ' έκαστα ακριβώς, όταν δια της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου, φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ' όλου, αλλά το κατά μέρος. Ενόσω δε δεν αναχθή εις το καθ' όλου, ήτοι εις την καθ' όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν η περιέχεται ό,τε αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ' αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ' όλου άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τω υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ' όλου. Υπό την μίαν ταύτην όψιν εξήτασεν ανέκαθεν τον χριστιανισμόν ό,τε Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία. Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντηθέντα εν Αιγύπτω εν κοινώ σταδίω και επωφεληθέντα άλληλα εμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας και φιλοσοφικά συστήματα. Η Αλεξάνδρεια εν μεταιχμίω τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής κτισθείσα εν τω κέντρω ούτως ειπείν του αρχαίου κόσμου, υπήρξεν η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων. Η Πυθαγόρειος φιλοσοφία, η προ ικανών χρόνων εν ταις δε τοις των εκλιπόντων φιλοσοφικών συστημάτων εγγραφείσα, ανεφάνη μετά τας αρχάς της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφήν της Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Οι εν' Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι δια της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ης ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωίκων ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τω ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τω του Φίλωνος συγγράμματι, εις ου την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία. Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο το φιλοσοφικόν πνεύμα μη δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ' εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ' ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει, και τείνον μεσαίαν τινά να ανακαλύψη αρχήν συμβιβάζουσαν εκατέρωθεν την αλήθειαν, ευρίσκετο εν ζωηρώ φιλοσοφικώ οργασμώ. Εν τω χρόνω τούτω ενεφανίσθη ο χριστιανισμός επαγγελλόμενος την πλήρη των απαιτήσεων ικανοποίησιν. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων ευρόντες εν αυτώ τον σύνδεσμον των μονομερών αληθειών των εν τε τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ευρισκομένων προσωκειώθησαν αυτόν. Επειδή όμως ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ' όλου τοις μέτρω φιλοσοφικώς μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ' όλου, αλλά κατά μέρος. Επειδή όμως το μέρος δεν ηδύνατο να ικανοποιήση τας απαιτήσεις του φιλοσοφικού νοός, ούτος εμόρφου ίδιον σύστημα, εν ω εφρόνει ότι ευρίσκετο η όλη αλήθεια. Το σύστημα τούτο υπό της Εκκλησίας αποδοκιμαζόμενον εκαλείτο αίρεσις τοιούτω τρόπω εμoρφώθησαν αι διάφοροι αιρέσεις, αίτινες ουδέν άλλο ήσαν η φιλοσοφικά συστήματα φέροντα αντί του φιλοσoφικoύ τρίβωνος την χριστιανικήν αλουργίδα. Ο χριστιανικός αυτών χαρακτήρ ην απλώς η εξωτερική αυτών χροιά ουσιαστικώς όμως ήσαν καθαρά προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η ανάπτυξις της διδασκαλίας του Αρείου ικανώς απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας των. Η χριστιανική άρα διδασκαλία, φανείσα εν εποχή πλήρει φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ' απάντων πολεμουμένη, εξ άπαντος τελείως θα διεστρέφετo και θα ηλλοιούτο, εάν μη ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τας ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μη απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μη συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής.
Η διδασκαλία του Aρείου.
Ο Άρειος δογματίσας, ως ανωτέρω ερρήθη, ότι ο υιός και λόγος του Θεού είναι μεν προ παντός χρόνου, αλλ' ουχί και υπάρχων, «ην ότε ουκ ην» και ότι δεν εγεννήθη εκ του πατρός, αλλά θελήματι του πατρός εκ του μηδενός εκτίσθη και επομένως ήτο κτίσμα εξ ουκ όντων ότι ο Θεός δεν ήτο πάντοτε πατήρ, ουδ' ο υιός υπήρχε πριν γεννηθή, δηλ. κτισθή, αλλ' ουδέ εκ της ουσίας του πατρός αλλά ξένος αυτού κατ' ουσίαν, και επομένως ουδέ Θεός αληθινός, αλλά μετοχή θεοποιηθείς, ανέπτυξε το φιλοσοφικόν του σύστημα, ήτοι την αίρεσίν του, δι' ου φρονεί ότι συμβιβάζει την Μοναρχίαν και Μονοθείαν προς την περί Τριαδικού Θεού του Χριστιανισμού διδασκαλίαν.
Κρίσεις επί της αιρέσεως του Aρείου.
Ο κατά του Αρειανισμού αγών εν τη Εκκλησία εγένετο λίαν σφοδρός διότι η περι Θεού έννoια αυτού δεν είχεν απλώς Ιουδαϊκόν χαρακτήρα, αλλ' ήτο ανάμιξις Ιουδαϊκών και Εθνικών στοιχείων, και κατά τούτο ο Αρειανισμός απέβαινε λίαν επικίνδυνος. Αντί της υψηλοτέρας ενότητος, ήτις συνάπτει εν εαυτή το εν ταις προ Χριστού θρησκείαις περιεχόμενον αληθές, ο Αρειανισμός έθετο φαινομένην τινά ενότητα συνάπτουσαν το εν τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ψευδές και αποκλείουσαν το εν αυταίς αληθές. Το μεν εν τω Ιουδαϊσμώ αληθές είναι η μεταξύ Θεού και κόσμου διαφoρά το δε εν τω Εθνισμώ α-ληθές είναι η εσωτερική ενότης μεταξύ θεότητος και ανθρωπότητος. Τας αληθείας ταύτας αμφοτέρας περιέχει η ορθόδοξος χριστιανική Πίστις. Το εν τω Ιουδαϊσμώ ψευδές είναι ο χωρισμός μεταξύ θεού και κόσμου, το δε εν τω Εθνισμώ η ανάμιξις θεότητος και ανθρωπότητος. Ο Αρειανισμός αποκλείσας το εν αμφοτέροις αληθές απεδέξατο μόνον το εν αμφοτέροις ψευδές διότι αποδεχόμενος παρά του Εθνισμού την ανάμιξιν θεότητος και ανθρωπότητος αποδίδει εις την κτίσιν, εις ην κατατάσσει και τον Υιόν, ον θεωρεί ως κτίσμα, θείαν ιδιότητα και καθιστά δημιουργόν του κόσμου και αντικείμενον θείας προσκυνήσεως, παρά δε του Ιουδαϊσμού αποδεχόμενος τον χωρισμόν μεταξύ Θεού και κόσμου, ήτοι τον Διισμόν, θεωρεί την γέννησιν του κόσμου ως όλως τυχαίαν και ούτω η μεταξύ θεού και κόσμου σχέσις στηρίζεται επί αυθαιρέτου λόγου.
Διδασκαλία του Αθανασίου και των επισήμων Πατέρων της Εκκλησίας.
Τοιαύτη ην η διδασκαλία του Αρείου, ην ώφειλoν να καταπολεμήσουν οι οπαδοί της Ορθοδόξου Πίστεως, και τοιούτος ο λόγος της συγκροτήσεως της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Οποία δε η διδασκαλία των Πατέρων και πόσον σοφώς συνδυάζει τας δύο αληθείας τας εν τε τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ ταύτην εκθέτομεν εν τοις εφεξής. Εις την ανάμιξιν των εκ του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού ειλημμένων στοιχείων του ψεύδους, ην παριστά ο Αρειανισμός, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια, ήτις είναι η αληθής υψηλοτέρα ενότης των εν τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ περιεχομένων στοιχείων της αληθείας. Την γνησίαν ταύτην περί Θεού έννοιαν της Χριστιανικής θρησκείας ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού πρώτος Ο Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι επίσημοι Πατέρες, ιδίως ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπερενίκησαν την πανθεϊστικήν και διϊστικήν αρχήν αναχθέντες εις εσωτερικάς εν τω Θεώ διακρίσεις. Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής οτι ο Θεός, ως Θεός ζων, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού. Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον, προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού, δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν, εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τω Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού ίνα δε ο Χριστός ήνε πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας, ανάγκη να ήνε ο εν τω Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν επίσης τέλειος ως ο Πατήρ διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ' όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός, διότι ουχί μετά τινος κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ' αμέσως μετ' αυτού του Θεού. Ο Αθανάσιος και οι μετ' αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να ήναι εν εαυτώ ζων, όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού ό κόσμος. 'Οθεν κατ' αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ' ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον όν, διότι κατ' αυτούς ο Θεός είναι αίδιος ζωή και κίνησις. Αλλ' ίνα ήναι ο Θεός αίδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ έξ εαυτού έχει ύπαρξιν. Kατ' αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά, εις δε το φως αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να ήναι και ανενέργητος, και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση. Eπειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή, είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού, κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν διότι ο Θεός είναι αίδιος αιτιότης εαυτού, καθ' όσον είναι αίτιον και αιτιατόν συγχρόνως δε, καθ' όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αίδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον. Ταύτην την εν τω Θεώ αιτιότητα εαυτού, ης ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τας εν τω Θεώ υποστατικάς διακρίσεις. Το μεν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας. Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον ο Θεός δεν είναι απλή μονάς διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα ήναι κίνησις και ζωή. Εν τω Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας. Κατά τον άγιον Αθανάσιον και τον Ιλάριον ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ' όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή ως Πατήρ ως αίτιον, ορά εαυτόν εν τω αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι. Όθεν αι διακρινόμεναι εν τω Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον άγιον Αθανάσιον. Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προυποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τω Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν δια της αγάπης εις τον κόσμον. Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν ότι η Μονάς ίνα νοηθή ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα διότι άλλως ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζων, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι, όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τω αγώνι των Πατέρων της Έκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν.
Το Ιερόν Σύμβολον της Ορθοδόξου Πίστεως.
Επι είκοσι περίπου ήμέρας (1) [(1) Κατ' άλλους η Σύνοδος αύτη διήρκεσε 3 1/ 2 έτη, κατά δε τον Γελάσιον παρά Φωτίω 6 1/ 2 έτη αποτελουμένη εκ 256 Πατέρων.] ενασχοληθείσα η Α' εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος εις τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα έλυσεν εντός του βραχυτάτου τούτου χρονικού διαστήματος πλην άλλων δευτερευόντων το δυσχερέστατον ζήτημα, όπερ προ μικρού είχε διαταράξη την Εκκλησίαν, καθιερώσασα την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, ην παρεδέξατο έκτοτε η Ορθόδοξος Πίστις διά του τοις πάσι γνωστού θείου και ιερού Συμβόλου, εν ω τον Υιόν του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν ομοούσιον τω Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τω Πατρί, επομένως την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αιδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα έχει δε επιλέξει ούτω. «Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο τα εν τω Ουρανώ και τα εν τη Γη, τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα, και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς και εις το Πνεύμα το Άγιον Τους δε λέγοντας ότι ην ποτε, ότε ουκ ην, και πριν γεννηθήναι ουκ ην, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, η τρεπτόν η αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού, τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Aποστολική Εκκλησία» Τούτο το Σύμβολον ο μεν Ιεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ορθήν ομολογίαν ωνόμασεν. Ο δε Ρώμης Δάμασος τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου και απλώς παρά πάσης της Εκκλησίας καλείται η χαρακτηριστική σημαία των Ορθοδόξων, η διακρίνουσα αυτούς των ψευδαδέλφων και κακοδόξων. H λέξις Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων διότι σύμβολον παρ' αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων. Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ', και τον Α' της εν' Αντιοχεία και Συντγμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας. Τα πρακτικά όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται ούτε Ελληνιστί ούτε Λατινιστί. Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν επί Ζήνωνος τω 476. Την του Γελασίου συγγραφήν ο μεν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Kυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108).
Το αποτέλεσμα της A' Οικουμενικής Συνόδου.
Διά της οριστικής λοιπόν λύσεως του ακαvθωδεστάτου και σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικού προβλήματος, του από πολλού ήδη διχοτομήσαντος την Εκκλησίαν εις δύω αντίπαλα στρατόπεδα και την Πολιτείαν εκ τούτου διαταράξαντος, η μεν Ορθοδοξία εδέξατο το Ιερόν Σύμβολον της εν Nικαία Α' αγίας Οικoυμενικής Συνόδου, οι δε αντιδοξούντες αvεθεματίσθησαν και ο αιρεσιάρχης Άρειος μετά των πεισματωδεστέρων ομοφρόνων αυτού εξωρίσθησαν εις Γαλατίαν της Μικράς, Ασίας. Οι δύω Ευσέβιοι επί μικρόν διστάσαντες να υπογράψωσι την ομολογίαν της Πίστεως ενέδωκαν τέλος εις τήν μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθόσον μάλιστα ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απέδειξεν οτι έχει αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Iεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικης αυτού χειρός επικυρωθέντα, εκδούς συγχρόνως και ίδιον κατά των αντιδοξούντων Βασιλ. διάταγμα, εν ω ρητώς ωνόμαζε τον Άρειον μαθητήν του Πορφυρίου, ενός των οπαδών της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, διέτασσε να καώσι τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε ποινήν θανάτου κατά παντός, όστις έμελλε να φωραθή ότι κρύπτει τι τούτων των αιρετικών συγγραμμάτων. Ούτω δε απεδόθη δικαίως δόξα τω εν Yψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.
Η εκ της Α' Οικουμενικής Συνόδου ωφέλεια
H πρώτη εν Nικαία Οικουμενική Σύνοδος αποκηρύξασα την διδακαλίαν του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμόν από προφανεστάτης διαστροφής. Eάν δε η Οικ. αύτη Σύνοδος δεν απεκήρυττε τον Άρειον ως κακόδοξον και αιρετικόν, η διδασκαλία αυτού, ως κατά το φαινόμενον ορθολογιστική, ήθελεν αποβή ταχέως διδασκαλία της Eκκλησίας, όπερ ολίγου δειν και μετά ταύτα εγένετο επί της βασιλείας του Αρειανού Ουάλεντος, εάν μη η Οικουμενική Α' Σύνοδος ίστατο ως προπύργιον διά των αποφάνσεών της κατά των Αρειανικών προσβολών και μη περιεχάραττε τον χώρον της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως. Εάν δε εις τον Σωτήρα Χριστόν οφείλωμεν την αληθή γνώσιν του Θεού, εις την Αγίαν Α' Οικουμενικήν Σύνοδον οφείλομεν την υποστήριξιν αυτής διότι, εάν αύτη μη συνεκροτείτο, τολμώ να είπω ότι η αληθής Ορθόδοξος Πίστις θά εξηφανίζετο, το δε έργον της Σωτηρίας θά έμενεν ημιτελές. H συγκρότησις λοιπόν της Α' Οικουμ. Συνόδου ήτο κατά νεύσιν της Θείας Βουλής, ίνα το έργον της Σωτηρίας διαφυλάξη τέλειον, και ως ασφαλής θεματοφύλαξ παραδώση αυτό ταις κατόπιν γενεαίς. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες οι αναλαβόντες τον αγώνα κατά του Αρείου, ο δε Μέγας Αυτοκράτωρ άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευσιν προέβη εις την συγκρότησιν της Αγίας Οικουμ. Συνόδου το Πνεύμα το θείον ήτο το διδόν τοις Αγίοις Πατράσι στόμα και σοφίαν, η ουκ ηδυνήθησαν αντιστήναι, ουδ' αντειπείν πάντες οι αντικείμενοι αυτής. Αυτό εδίδαξεν αυτούς αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν .

Η προς την Α' εν Nικαία Οικουμενικήν Σύνοδον οφειλομένη ευγνωμοσύνη των Χριστιανών και ιδία των Ελλήνων.

Πρo της Ιεράς μνήμης της Iεράς ταύτης Οικουμ. Συνόδου οφείλομεν οι την Πίστιν αυτής ομολογούντες να αποκαλυπτώμεθα και μετά σεβασμού το όνομα αυτής να εορτάζωμεν ετησίως, όπως έργω εκδηλώμεν ό, τι λόγω παραδεχόμεθα να εκχέωμεν δε τας καρδίας ημών προς τον Θεόν εξ' αισθήματος ευγνωμοσύνης και να δοξάζωμεν τους Αγίους Πατέρας, τους αηττήτους προμάχους της ορθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες εναρμονίως όσα αυτοί καλώς εδογμάτισαν και εμελώδησαν. Και μεταξύ μεν των θεσπεσίων ανδρών, οίτινες διέλαμψαν κατά την μεγάλην εκείνην εποχήν της κρίσεως και της ακμής της θρησκείας, εν τη οφειλομέννη ευγνωμοσύνη ευγvωμοσύννη ημών πρέπει πάντως να κατέχη την εξαιρετικήν θέσιν ο πρώτος απάντων και καθηγούμενος Μέγας Αθανάσιος διότι ούτος θεσπίσας ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Mονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες», απεσκυβάλισεν εις τους απίστους πάντα, όστις δεν απεδέχετο ολόκληρον την σειράν των αρρήτων τούτων αληθειών, διήνοιξεν ανυπέρβλητον χάσμα μεταξύ Αρείου και Εκκλησίας οχυρώσας την Χριστιανικήν ενότητα διά πανοπλίας, ήτις επήρκεσεν αυτή επί πεντεκαίδεκα όλους αιώνας, και διά της ασφαλείας, δι' ης περιέβαλε την Πίστιν, εμφυσήσας θάρρος και πειθώ ακαταγώνιστον εις άπαντας τους Κήρυκας του θείου Λόγου από των χρόνων αυτού μέχρι σήμερον. Αλλά και οι μετά του Αγίου Αθανασίου ευθαρσώς και γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες παρά πάντων μεν των Χριστιανών δέον να ώσι σεβαστοί, κατ' εξοχήν όμως παρά των Ελλήνων διότι ούτοι πλην του θρησκευτικου λόγου, δι' ον οφείλουσιν ευγνωμοσύνην προς αυτήν, έχουσι και λόγους πολιτικούς, λόγους εθνικούς, δι' ους οφείλουσι να τιμώσι και γεραίρωσι την μνήμην αυτής. Και τω όντι εν τη Ιερά ταύτη Συνόδω ο διασπαρείς Ελληνισμός από του Μεγάλου Αλεξάνδρου του προπαρασκευάσαντος την οδόν του Χριστιανισμού υπό Αυτοκράτορα τον Μέγαν Κωνσταντίνον, Ρωμαίον μεν το γένος και την αρχήν, αλλ' Έλληνα την διάθεσιν διά την επίδρασιν της θρησκείας της Ελληνικώς αναπτυχθείσης, συναθροίζεται από των περάτων του Ρωμαικού κράτους εν Nικαία, ίνα κανονίση την πίστιν των Ρωμαίων υπηκόων αυτού, αυθεντικώς αποφανθή κατά της παλαιάς πλάνης, και ανακηρύξη την ορθήν διδασκαλίαν, ην ώφειλεν η Οικουμένη άπασα να ασπασθή, ως τον κανόνα και οδηγόν της αληθείας της κανονιζούσης τα ευγενέστερα του άνθρώπου αισθήματα. Εν ταύτη ο Ελληνισμός ενίκησεν ουχί μόνον την αίρεσιν, αλλά και την εθνικήν πλάνην της παλαιάς λατρείας και την Ρωμαϊκήν εξουσίαν εν ταύτη εξεδηλώθη η ισχύς του Ελληνικού στοιχείου αύτη δε υπήρξεν ο πρώτος σπινθήρ του αναλάμψαντος μετά ταύτα Eλληνισμού αύτη ήτο η πρώτη ζύμη η συγκεντρώσασα περί εαυτήν και ζυμώσασα όλον τον Ρωμαϊσμόν, ον εντός ολίγου ανέδειξεν Eλληνισμόν, και αύτη ην το χωνευτήριον το καθαρίσαντα στοιχεία του κράτους και αναχωνεύσαν το Βυζαντινόν Eλληνικόν βασίλειον. H Eλληνική φιλοσοφία εν αυτή διέλαμψεν, ο δε Πλάτων και ο Αριστοτέλης ήσαν οι επίκουροι της αληθείας πρόμαχοι. Πάντως λοιπόν η θεία Πρόνοια παρουσίασεν αυτούς προ του Χριστιανισμού, όπως βοηθήσωσιν αυτόν εν τη πάλη κατά του ψεύδους. Εν τη Συνόδω ταύτη έστη το τρόπαιον του Eλληνισμού εν ταύτη ο Eλληνισμός, ως άλλη Αθηνά ανέθορεν εκ της κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους, όπως διευθύνη διά της σοφίας αυτής τας συνειδήσεις των ανθρώπων και συμβουλεύση τα άριστα. H Νίκαια, η Eλληνικωτάτη αύτη πόλις, ήτο ο θρίαμβος των Αθηνών κατά της Ρώμης, ήτο η πτώσις αυτής και η ανόρθωσις της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας πρωτευούσης του Ελληνισμoύ εν ταύτη ανεφάνη η ισχύς αυτού, ανεδείχθη το κράτος αυτού και διέλαμψεν η περιφάνεια του πνεύματος αυτού. Ιδού εν αυτή τα πάντα Ελληνικά, τά Μέλη της Συνόδου, η Γλώσσα, αι συζητήσεις, τα Πρακτικά, τα Βουλεύματα και εν γένει πάντα τα χαρακτηρίζοντα Eλληνικήν Βουλήν. H Σύνοδος αύτη είναι τιμητικόν παράσημον, το οποίον ετίμησε, τιμά και θα τιμά το στήθος παντός Έλληνος εν αυτή εδείχθη ότι ο Ελληνισμός δεν θνήσκει, αλλ' ότι πίπτων εγείρεται ισχυρότερος, ότι έχει το μυστήριον να κατακτά πνευματικώς τους κατακτώντας τας χώρας του, και ότι προώρισται να ζη, όπως ζωογονή. Η Α' Οικουμενική αύτη Σύνοδος δέον να διδάξη τα έθνη και τους λαούς ότι οφείλουσι να σέβωνται και τιμώσι τον Ελληνισμόν διά τε τας μεγάλας εκδουλεύσεις, ας παρέσχε τη ανθρωπότητι εν γένει, και διά τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα αυτού, δι' ων δύναται να φαίνηται αείποτε ωφέλιμος τη ανθρωπότητι. Τοιαύτη η πρώτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, και τοιαύται αι αρεταί και αι υπηρεσίαι αυτής προς τε την ανθρωπότητα και ιδίως προς τον Ελληνισμόν διό πάντες μεν οφείλουσι να τιμώσιν αυτήν, ιδίως όμως ο Ελληνισμός διότι αύτη υπήρξε δι' αυτόν ναυς περισώσασα και αναδείξασα θρησκείαν και εθνικότητα.


Ιερόν και Φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα. Τόμος Α' 1895, Τόμος Β' 1896 Περί της Ελληνικής Φιλοσοφίας

Προθεωρία
Αξιότιμοι Κύριοι,
Το θέμα ταύτης της μελέτης μου προήλθεν εκ των μελετών, εις ας από τινών ετών ασχολούμαι. Οι Έλληνες συγγραφείς υπήρξαν το υποκείμενον των μελετών μου· ωρμήθην διά φλέγοντος πόθου, όπως αθροίσω παν ό,τι περί Θεού, περί ψυχής, και περί αρετής υγιές ειρήκασι, και θησαυρίσω τας σοφάς των σοφών Ελλήνων γνώμας εν ενί τεύχει προς διδασκαλίαν των περί τας μελέτας ασχολουμένων. Εκ της μελέτης ταύτης και της διευθετήσεως της ύλης επείσθην, ότι οι Έλληνες σοφοί εν όλω και εν μέρει υπήρξαν διδάσκαλοι της αληθείας, ότι ταύτης εγένοντο ερασταί και ταύτην επεζήτησαν, και ότι ο έρως της γνώσεως της αληθείας ην ο προς την αληθή φιλοσοφίαν αυτούς άγων· ούτος ήγαγε κατά μικρόν το Ελληνικόν έθνος προς την ευκρινεστέραν γνώσιν της αληθείας και τελευταίον προς την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν.
Η Ελληνική φιλοσοφία εγένετο τη Ελληνική φυλή παιδαγωγός προς κατανόησιν της αποκαλυφθείσης αληθείας. Ο έρως προς την φιλοσοφίαν εγένετο έρως προς τον χριστιανισμόν, και η φιλοσοφία απέβη πίστις εις Χριστόν. Ο έρως άρα προς την αλήθειαν υπήρξεν ο λόγος, δι' ον η Ελληνική φυλή άμα τη εμφανίσει της αποκαλυφθείσης αληθείας εγένετο ταύτης εραστής και οπαδός και ενεστερνίσθη και ενεκολπώθη αυτήν και το αίμα αυτής αφειδώς υπέρ αυτής εξέχεεν. Επειδή λοιπόν τοιαύτη η Ελληνική φιλοσοφία και ούτος ο λόγος, δι' ον η Ελληνική φυλή πρώτη ησπάσθη τον χριστιανισμόν, διά τούτο έλαβον ως θέμα μελέτης την Ελληνικήν φιλοσοφίαν ως προπαιδείαν εις τον χριστιανισμόν, ως θέμα πολλής σπουδαιότητος διά τους Έλληνας.
ΙΙΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΙΙΑΙΔΑΓΩΓΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΙΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΝ
Ελληνική φιλοσοφία. Δύο λέξεις· αλλά λέξεις μεσταί μεγάλων και υψηλών εννοιών· εν αυταίς εγκολπούται η τελεία περί ανθρώπου έννοια· εν αυταίς συνάπτονται τα πέρατα της φιλοσοφικής ενεργείας· εν αυταίς περιλαμβάνεται το σύνολον των επιστημονικών αρχών· εν αυταίς εκφράζεται το πνεύμα της αναπτυχθείσης ανθρωπότητος· εν αυταίς χαρακτηρίζεται η τελεία του ανθρώπου εικών· εν αυταίς ομολογείται το μέγεθος του ανθρωπίνου νου· το ύψoς της ανθρωπίνης διανοίας, το βάθος των εννοιών, η ισχύς και το κάλλος του λόγου, η λεπτότης των διανοημάτων, η ευκρίνεια και η σαφήνεια αυτών, η δύναμις, η χάρις αυτών, και τέλος η θειότης του ανθρώπου. Η ελληνική φιλοσοφία είναι η θεμελιώδης αρχή της αληθούς αναπτύξεως και μορφώσεως, είναι ο παιδαγωγός του ανθρώπου, ο ποδηγέτης προς την ευσέβειαν. Αύτη εγένετο διδάσκαλος της αληθείας, διδάσκουσα τον άνθρωπον τις εστί, τις η εν τω κόσμω αποστολή αυτού, και τι δέον εργάζεσθαι, διδάσκουσα αυτόν την ύπαρξιν του Θεού, την σχέσιν αυτού προς το θείον, και την σχέσιν του Θεού προς τον άνθρωπον· διδάσκουσα τα θεία ιδιώματα και την συγγένειαν του ανθρώπου προς το θείον. Η Ελληνική φιλοσοφία εδίδαξεν την πρόνοιαν του Θεού προς την ανθρωπότητα και εγένετο διά των υγιών αυτής θεωριών παιδαγωγός της ανθρωπότητος εις Χριστόν.
Η φιλοσοφία είναι αληθώς αναφαίρετον κτήμα του Έλληνος· διαδιδομένη ανά τα έθνη προσηλυτίζει αυτά και καθιστά αυτά ελληνικά, ουδέποτε δε παύεται ούσα Ελληνική· οι οπαδοί αυτής, οι ομιληταί αυτής αποβάλοντες το ξένον και βάρβαρον περιβάλλονται το ελληνικόν και την ευγένειαν· η Ελληνική φιλοσοφία προώρισται ίνα καταστήση τους πάντας Έλληνας· εγεννήθη υπέρ του χριστιανισμού και συνεταυτίσθη μετ' αυτού, όπως εργασθή προς σωτηρίαν της ανθρωπότητος. Έλλην και φιλοσοφία εισί δύο τινά αναπόσπαστα· μαρτυρεί δε και ο Απόστολος των εθνών Παύλος λέγων: Έλληνες σοφίαν ζητούσιν. Ο Έλλην αληθώς εγεννήθη, ίνα φιλοσοφή· διότι εγεννήθη διδάσκαλος της ανθρωπότητος. Αλλ' εάν η φιλοσοφία εγένετο παιδαγωγός εις Χριστόν έπεται ότι ο Έλλην πλασθείς φιλόσοφος επλάσθη χριστιανός, επλάσθη ίνα γνωρίση την αλήθειαν καί διαδώ αυτήν τοις έθνεσιν.
Ναι ο Έλλην εγεννήθη κατά θείαν πρόνοιαν διδάσκαλος της ανθρωπότητος· τούτο το έργον εκληρώθη αυτώ· αύτη ην η αποστολή αυτού· αύτη η κλήσις αυτού εν τοις έθνεσιν· μαρτύριον η εθνική αυτού ιστορία· μαρτύριον η φιλοσοφία αυτού· μαρτύριον η κλίσις αυτού· μαρτύριον αι ευγενείς αυτού διαθέσεις· μαρτύριον η παγκόσμιος ιστορία· μαρτύριον η μακροβιότης αυτού, εξ ης δυνάμεθα αδιστάκτως να συμπεράνωμεν και την αιωνιότητα αυτού, διά το αιώνιον έργον του Χριστιανισμού μεθ' ου συνεδέθη ο Ελληνισμός· διότι ενώ όλα τα έθνη τα εμφανισθέντα επί της παγκοσμίου σκηνής ήλθον και παρήλθον, μόνον το Ελληνικόν έμεινε ως πρόσωπον δρων επί της παγκοσμίου σκηνής καθ' όλους τους αιώνας· και τούτο, διότι η ανθρωπότης δείται αιωνίων διδασκάλων· μαρτύριον τέλος η εκλογή αυτού μεταξύ των εθνών υπό της θείας προνοίας, όπως εμπιστευθή αυτώ, την ιεράν παρακαταθήκην την αγίαν πίστιν, την θρησκείαν της αποκαλύψεως και το θείον έργον της αποστολής αυτής, το αιώνιον έργον της σωτηρίας διά της διαπλάσεως απάσης της ανθρωπότητος κατά τας αρχάς της αποκαλυφθείσης θρησκείας. Το έργον τούτο αληθώς ανετέθη τη Ελληνική φυλή· τούτο μαρτυρείται υπό της ιστορίας· εν μόνον βλέμμα ριπτόμενον εις την ιστορίαν του χριστιανισμού επαρκεί όπως πιστώση την αλήθειαν ταύτην. Εν τη ιστορία του χριστιανισμού από της πρώτης σελίδος αυτής αναφαίνεται η της Ελληνικής φυλής εν τω χριστιανισμώ δράσις, και η κλήσις αυτής, ίνα αναλάβη το μέγα της αποστολής του χριστιανισμού έργον. Οι θείοι του Σωτήρος λόγοι "νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου", ότε ανηγγέλθη αυτώ, ότι Έλληνες ήθελον ιδείν αυτόν, ενείχον βαθείαν έννοιαν· η ρήσις ην προφητεία, πρόρρησις των μελλόντων· οι εκεί εμφανισθέντες Έλληνες ήσαν οι αντιπρόσωποι όλου του Ελληνικού έθνους· εν τη παρουσία αυτών διείδεν ο θεάνθρωπος Ιησούς το έθνος εκείνο, εις ο έμελλε να παραδώση την ιεράν παρακαταθήκην, ίνα διαφυλαχθή τη ανθρωπότητι. Εν τη επιζητήσει αυτών διέγνω την προθυμίαν της αποδοχής της εαυτού διδασκαλίας, διείδε την εαυτού δόξαν, την εκ της πίστεως των εθνών, και ανεγνώρισε το έθνος, όπερ προς τον σκοπόν τούτον προώριστο από καταβολής κόσμου.
Το Ελληνικόν έθνος αληθώς προς τον σκοπόν τούτον εκλήθη από καταβολής κόσμου και προς τούτον μαρτυρείται διαπεπλασμένον· ο Θεός εν τη θεία αυτού προνοία διέπλασεν αυτό οφθαλμόν του σώματος του συγκροτουμένου υφ' απάσης της ανθρωπότητος· ως όργανον τοιούτον εν τω σώματι της ανθρωπότητος ο Έλλην εκλήθη ίνα εργασθή και εν τω έργω της αναγεννήσεως.
Tο Ελληνικόν έθνος ένεκα της φυσικής αυτού ταύτης ιδιότητος απέβη αληθώς οφθαλμός ετάζων τα τε εμφανή και τα κεκαλυμμένα υπό του πέπλου του μυστηρίου· ητένισεν έκθαμβον προς το έκπαγλον κάλλος του κόσμου της δημιουργίας, και ανεζήτησε τον θείον αυτής δημιουργόν· αφοσιώθη εις την προσφιλή αυτώ έρευναν και ανεύρε τον θείον δημιουργόν εν τοις δημιουργήμασιν αυτού· η εικών του θείου καλλιτέχνου δημιουργού θείω δακτύλω εγγεγραμμένη εν τοις δημιουργήμασιν αυτού προσείλκυσεν αυτόν και αφήρπασεν. Η εικών του Θεού κατενοήθη εν μικρογραφία εν τη καλλιτεχνική κατασκευή των όντων, τοσούτω εν τη θαυμασία κατασκευή του μικρού θαλερού του ωραιοτάτου και τερψιθύμου ανθυλλίου, όσω και εν τη κατασκευή των μεγίστων δημιουργημάτων· η αναρίθμητος ποικιλία η από των ελαχίστων δι' απείρου σοφίας εκτυλισσομένη και προς τα μέγιστα καταλήγουσα, αποβαίνει τω φιλοσόφω απειροβάθμιος κλίμαξ, ης η κορυφή εν τω Ουρανώ, ην θαρραλέω βήματι αναβαίνων ανέρχεται αυτήν αδιαλείπτως τας βαθμίδας αμείβων, και μόνον προς ουρανόν ατενίζων αίρεται ολονέν από της γης, αποδυόμενος τον περιττόν γήινον φόρτον, και ζητεί να αποβή πνεύμα, όπως προσεγγίση τω θείω πνεύματι, ούτινος τον θρόνον τίθησιν εν Ουρανώ· εννοεί ότι μία αρχή, μία δύναμις, μία άπειρος σοφία, εν ον θείον αγαθόν εγένετο ο δημιουργός της θαυμαστής ταύτης δημιουργίας. Η κατανόησις του θείου εκ των θείων αυτού ιδιοτήτων γεννά εν αυτώ το συναίσθημα της αγάπης και της λατρείας· η καρδία αυτού πληρούται θείου τινός έρωτος και θερμαίνεται υπό θείου πυρός· αισθάνεται, ότι εν αυτώ, κατοικεί μυστική τις δύναμις, έλκουσα αυτόν προς το θείον· η ισχύς αυτής είναι ακατάληπτος αλλ' ισχυρά ως δύναμις θεία· κυριεύει αυτού και διευθύνει τας τε πνευματικάς αυτού και σωματικάς δυνάμεις κατά την ιδίαν βούλησιν· έχει βούλησιν ετέραν παρά την θέλησιν του αισθητικού ανθρώπου· αύτη εν αυτώ κρατεί και ευθύνει τα πάντα· περίεργον το φαινόμενον· τι τούτο, ερωτά, το γεννηθέν εν εμοί; τις η σχέσις εμού προς το θείον, προς ο η εν εμοί αύτη δύναμις σπεύδει ακατάσχετος, προς ο ζητεί να προσπελάση, προς ο τείνει να αφομοιωθή; Πώς η φύσις η εν εμοί υπετάγη τη υπερφυσική ταύτη δυνάμει; πώς δε εγώ ο φυσικός άνθρωπος εκουσίως υποτάσσομαι τη υπερφυσικότητι; χαίρω δε επί τη τοιαύτη υποταγή μάλλον ή επί τη φυσική των ορμών ελευθερία; τις λοιπόν ειμί εγώ ο εκ της γης προελθών και τον ουρανόν επιζητών; τις η σχέσις της γης προς τον Ουρανόν; των αισθητών προς τα υπέρ αίσθησιν; τις η σχέσις η εμή προς το θείον; διατί αγαπώ αυτό; διατί επιποθώ αυτό; διατί επιθυμώ να εξομοιωθώ προς αυτό; ειμί λοιπόν πνεύμα; ειμί λοιπόν ον τι υπερφυσικόν; αλλ' ιδού αποθνήσκω και ο τάφος καλύπτει το άπνουν και νεκρόν μου σώμα· πώς όμως o θάνατος αδυνατεί να με πείση ότι αποθνήσκω εις το παντελές; πώς έτι ελπίζω ότι ζωή αιώνιος μοι επιφυλάσσεται; πόθεν η πληροφορία αύτη περί αιωνίου ζωής; βλέπω ότι αποθνήσκω, και όμως πέποιθα ότι ζήσομαι εις αιώνα· ο βίος μου άπας τούτο μαρτυρεί· o βίος των ανθρώπων απάντων τούτο μαρτυρεί· οι άνθρωποι ζώσι διά την αιωνιότητα· ο άνθρωπος άρα έχει κοινήν την πληροφορίαν περί της αιωνιότητός του· η εν αυτώ οικούσα θεία εκείνη δύναμις η έλκουσα προς το θείον αύτη περί της αθανασίας και αιωνιότητός του εδίδαξεν αυτόν· αύτη μυστικώς επληροφόρησεν αυτόν, το δε κύρος του λόγου αυτής έπεισεν αυτόν. Ιδού ο λόγος της πίστεως αυτού προς την αθανασίαν. Είναι λοιπόν ο άνθρωπος ον αθάνατον, διότι νοεί το θείον, διότι έλκεται προς το θείον, διότι αγαπά το θείον, διότι λατρεύει το θείον, διότι πληροφορείται διά της εν αυτώ μυστηριώδους δυνάμεως υπ' αυτού του θείου.
Ο Έλλην λοιπόν διά της φιλοσοφίας εγνώρισε πρώτον την ύπαρξιν του θείου και είτα εαυτόν, οίος αληθώς εστί· διά της γνώσεως του Θεού έσχε τελείαν εαυτού γνώσιν· γνωρίσας δε εαυτόν έγνω την σχέσιν αυτού προς το θείον, την ευγένειαν αυτού, και έγνω ότι η προς το θείον αφομοίωσις είναι το πρώτιστον των καθηκόντων. Έγνω δ' ότι η εν τω κόσμω αποστολή του είναι η τελείωσις, η ανύψωσις αυτού από του υλικού κόσμου προς τον πνευματικόν· ότι ο πνευματικός κόσμος δέον εστί να ζωογονή τον υλικόν κόσμον, ότι το πνεύμα ανάγκη να επικρατήση της ύλης, ότι οι πνευματικοί νόμοι δέον εστί να ώσιν ισχυρότεροι των εν αυτώ φυσικών νόμων· ότι πρέπον εστίν εν αυτώ να επικρατώσιν ούτοι ως λογικοί· ότι ο άνθρωπος γίνεται τέλειος αφομοιούμενος τω Θεώ, και ότι αφομοιούται προς το θείον όταν κοσμήται υπό της ευσεβείας, της δικαιοσύνης, της αληθείας και της επιστήμης· διότι αληθώς αι αρεταί αύται κέκτηνται τελειωτικήν εν αυταίς δύναμιν· διότι η μεν ευσέβεια γίνεται προσπέλασις προς το θείον, η δε δικαιοσύνη, η αλήθεια, και η επιστήμη, γίνονται αυτώ εις εικόνα και ομοίωμα θείον.
Ο Έλλην γνωρίσας τις είναι και τις οφείλει να αποβή, σκοπόν έθετο την εαυτού τελείωσιν· εγένετο εραστής του πνεύματος και εδημιούργησε κόσμον πνευματικόν, εν ω ήθελε να ζη· η γνώσις του καλού, του αγαθού, του αληθούς και η έμφυτος προς τον πλησίον αγάπη ανέπτυξεν εν τη καρδία του Έλληνος τον πόθον της αυτομεταδόσεως, και ο Έλλην απέβη διδάσκαλος της ανθρωπότητος· ο Έλλην εζήτησε να αφομοιώση τους πάντας προς εαυτόν· ο Έλλην δεν εγεννήθη κατακτητής του σώματος, αλλά του πνεύματος, δεν εζήτησε δούλους αλλ' ελευθέρους. Τούτο ηγάπησε και η θεία αύτη αγάπη εγένετο το ελατήριον όλων των ορμών του· αύτη εμόρφωσε και τον εθνικόν αυτού χαρακτήρα, όστις διέμεινεν αναλλοίωτος.
Τοιούτος επλάσθη ο Έλλην και τοιούτος διαμορφώθη ο ηθικός αυτού χαρακτήρ. Ο τοιούτος χαρακτήρ δεν ηδύνατο ή να ενθουσιασθή εκ των αρχών του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός ην αγάπη επηγγέλλετο δε να διδάξη τους ανθρώπους την αλήθειαν υπό την τελείαν και πλήρη αυτής μορφήν, ενισχύση και ανυψώση την φιλοσοφίαν εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αποκαλύψη αυτή τα μυστήρια τα κεκαλυμμένα μείναντα τη φιλοσοφία, παράσχη την λύσιν των αιωνίων προβλημάτων, άρη την αχλύν την περιβάλλουσαν τους οφθαλμούς της διανοίας των ανθρώπων, εγείρη αυτόν καθεύδοντα, απαλλάξη της δεισιδαιμονίας, συνδέση την ανθρωπότητα διά του δεσμού της αδελφικής αγάπης, αγάγη προς τον Θεόν, και σώση αυτόν της καταδυναστείας του αντιπάλου, χαριζόμενος εν μεν τω παρόντι βίω την αληθή ευδαιμονίαν, εν δε τω μέλλοντι την αιωνίαν μακαριότητα. Ο Έλλην ανευρών εν τω χριστιανισμώ τας αυτάς αρχάς και την εικόνα του τελείου, του ιδανικού αυτού, και τον μόνον διδάσκαλον τον δυνάμενον να διδάξη αυτόν παν ό,τι επεθύμει να γνωρίση, να μάθη, και ό,τι αυτός επόθει και επεζήτει, και ευρών αυτόν ερμηνευτήν των αισθημάτων αυτού, ενεκολπώθη αυτόν και περιέθαλψεν. Ο χριστιανισμός ως πρώτον δώρον αυτού εδωρήσατο αυτώ νέαν ζωήν· ο δε Έλλην υπεστήριξεν αυτόν διά των αγώνων και των αιμάτων του.
Η Ελληνική φιλοσοφία εποδηγέτει το Ελληνικόν έθνος εις τον χριστιανισμόν· ότι δε η Ελληνική φιλοσοφία τοιούτος υπήρξε ποδηγέτης μαρτυρεί και o ιερός πατήρ Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγων: "ην μεν ουν προ της του Κυρίου παρουσίας εις δικαιοσύνην Έλλησιν αναγκαία· νυνί δε χρησίμη προς θεοσέβειαν γίνεται, προπαιδεία τις ούσα τοις την πίστιν δι' αποδείξεως καρπουμένοις· ότι ο πους σου φησίν (Παροιμ.) ου μη προσκόψη, επί την πρόνοιαν τα καλά αναφέροντος εάν τε ελληνικά η, εάν τε ημέτερα· πάντων γαρ αίτιος των καλών ο Θεός, αλλά των μεν κατά προηγούμενον, ως της τε διαθήκης της Παλαιάς και της Νέας· τοις δε κατ' επακολούθημα, ως της φιλοσοφίας· τάχα δε και προηγουμένως τοις Έλλησιν εδόθη τότε πριν ή τον Κύριον καλέσαι και τους Έλληνας· επαιδαγώγει γαρ και αυτό το Ελληνικόν, ως ο νόμος τους Εβραίους εις Χριστόν.
Προπαρασκευάζει τοίνυν η φιλοσοφία προοδοποιούσα τον υπό Χριστού τελειούμενον... μία γαρ η της αληθείας οδός αλλ' εις αυτήν καθάπερ εις αέναον ποταμόν εκρέουσι τα ρείθρα άλλα άλλοθεν".
Και αύθις ο ιερός πατήρ λέγει περί της Ελληνικής φιλοσοφίας· "αλλ' ει μεν μη καταλαμβάνει η Ελληνική φιλοσοφία το μέγεθος της αληθείας, έτι δε εξασθενεί πράττειν τας κυριακάς εντολάς, αλλ' ουν γε προκατασκευάζει την οδόν τη βασιλικωτάτη διδασκαλία, αμηγέπη σωφρονίζουσα, και το ήθος προτυπούσα και προστύφουσα εις παραδοχήν της αληθείας".
Ο Κλήμης δέχεται ότι παν ό,τι είπον υγιές οι φιλοσοφήσαντες, τούτο θείας οικονομίας ήτο έργον. Ιδού τι λέγει·
"Ειτ' ουν κατά περίπτωσιν φασίν αποφθέγξασθαι τινά της αληθούς φιλοσοφίας τους Έλληνας, θείας οικονομίας η περίπτωσις· ου γαρ ταυτόματον εκθειάσει τις διά την προς ημάς φιλοτιμίαν, είτε κατά συντυχίαν, ουκ απρονόητος η συντυχία· ειτ' αυ φυσικήν έννοιαν εσχηκέναι τους Έλληνας λέγοι, τον της φύσεως δημιουργόν ένα γινώσκομεν, καθό και την δικαιοσύνην φυσικήν ειρήκαμεν κτλ.".
Ο Κλήμης ομιλών περί του έργου της Ελληνικής φιλοσοφίας δεικνύει τίνι τρόπω αύτη εποδηγέτει προς την αλήθειαν και ότι έργον αυτής και ο κατά του ψεύδους πόλεμος· "προσιούσα δε η φιλοσοφία η Ελληνική, ου δυνατωτέραν ποιεί την αλήθειαν, αλλ' αδύνατον παρέχουσα την κατ' αυτής σοφιστικήν επίχειρησιν, και διακρουομένη τας δολεράς κατά της αληθείας επιβουλάς, φραγμός οικείως είρηται και θριγκός είναι του αμπελώνος".
Ότι πάσα σοφία και δη και η Ελληνική φιλοσοφία από Θεού, μαρτυρεί και η Γραφή λέγουσα· "Απέστειλεν η σοφία τους εαυτής δούλους συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα οίνου λέγουσα· ος εστίν άφρων εκκλινάτω προς με…".
Ότι η Ελληνική φιλοσοφία είναι δώρο Θεού και ότι πάσα σοφία από Θεού εστίν, τούτο και εν Παροιμίαις λέγεται και εν τω Εκκλησιαστή και εν τω σοφώ Σειράχ. Εν Παροιμίαις κεφ. β' 3-10 φέρονται τα εξής· "εάν γαρ την σοφίαν επικαλέση και τη συνέσει δως φωνήν σου, την δε αίσθησιν ζητήσης μεγάλη τη φωνή, και αν ζητήσης αυτήν ως αργύριον, και ως θησαυρούς εξερευνήσης αυτήν, τότε συνήσεις φόβον Κυρίου και επίγνωσιν Θεού ευρήσεις· ότι Κύριος δίδωσιν σοφίαν, και από προσώπου αυτού γνώσις και σύνεσις· και θησαυρίζει τοις κατορθούσι σωτηρίαν, υπερασπιεί την πορείαν αυτών του φυλάξαι οδούς δικαιωμάτων, και οδούς ευλαβουμένων αυτόν διαφυλάξει".
Ο Κλήμης παραβάλλει την σοφίαν προς τον υετόν, τους δε φιλοσοφούντας προς τας ποικίλας βοτάνας της γης, αίτινες καίτοι υπό των αυτών ποτίζονται ναμάτων, εκάστη όμως προς την ιδίαν φύσιν τον χυμόν μεταβάλλει. Ιδού οι λόγοι αυτού: "Καταφαίνεται τοίνυν προπαιδεία η Ελληνική, συν και αυτή φιλοσοφία θεόθεν ήκειν εις ανθρώπους, ου κατά προηγούμενον, αλλ' ον τρόπον οι υετοί καταρρήγνυνται εις την γην την αγαθήν, και εις την κοπρίαν, και επί τα δωμάτια, βλαστάνει δ' ομοίως και πόα, και πυρός, φύεταί τε και επί των μνημάτων συκή, και ει τι των αναιδεστέρων δένδρων· και τα φυόμενα εν τύπω προκύπτει των αληθών".
Εντεύθεν δήλον ότι ο Κλήμης δεν παραδέχεται φιλοσοφίαν ειμή την υγιαίνουσαν. Τούτο δηλούται και εκ των εφεξής.
"Ου μην απλώς πάσαν φιλοσοφίαν αποδεχόμεθα, λέγει" αλλ' εκείνην περί ης και ο παρά Πλάτωνι λέγει Σωκράτης. Εισί γαρ δη, ως φασί, περί τας τελετάς, ναρθηκοφόροι μεν πολλοί Βάκχοι δε παύροι· πολλούς μεν τους κλητούς, ολίγους δε τους εκλεκτούς αινιττόμενος· επιφέρει γουν σαφώς. Ούτοι δε εισί κατά την εμήν δόξαν, ουκ άλλοι ή οι πεφιλοσοφηκότες ορθώς· ων δη καγώ, κατά γε το δυνατόν, ουδέν απέλιπον εν τω βίω, αλλά παντί τρόπω προυθυμήθην καί τι ηνύσαμεν εκείσε ελθόντες, το σαφές εισόμεθα, εάν ο Θεός θέλη, ολίγον ύστερον.
Ο Κλήμης διακρίνει την αληθή φιλοσοφίαν της σοφιστείας και τα καλώς παρ' αυτής ειρημένα των μη καλώς ειρημένων· τούτο δείκνυται και εκ των εξής. "Φιλοσοφίαν ου την Στωικήν λέγω, ουδέ την Πλατωνικήν, ή την Επικούρειον τε και Αριστοτελικήν· αλλ' όσα είρηται παρ' εκάστη των αιρέσεων τούτων καλώς, δικαιοσύνην μετ' ευσεβούς επιστήμης εκδιδάσκοντα, τούτο σύμπαν το εκλεκτικόν φιλοσοφίαν φημί· όσα δε ανθρωπίνων λογισμών αποτεμόμενοι παρεχάραξαν, ταύτα ουκ αν ποτέ θεία είποιμ' αν".
Ο Ιερός Κλήμης την φιλοσοφίαν ταύτην ως υγιή θεωρεί ανωτέραν παντός ψόγου· διό ίνα προλάβη πάντα κατ' αυτής ψόγον εκ της παρερμηνείας χωρίων τινών της Ιεράς Γραφής ερμηνεύει ταύτα και λέγει. "Όταν η Γραφή λέγη περί των Ελλήνων σοφών φίλαυτοι και αλαζόνες", σοφούς λέγουσα η Γραφή, ου τους όντως σοφούς διαβάλλει, αλλά τους δοκήσει σοφούς. Κατά τούτων φησίν, απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω".
Ο Κλήμης επί τοσούτον προβαίνει εν τη θεωρία αυτού ότι εκ του Θεού πάσα σοφία και ότι η θεία σοφία εφώτιζε και εποδηγέτει το ελληνικόν έθνος, ώστε φρονεί, ότι τα ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μετεφράσθησαν κατά θείαν πρόνοιαν Ελληνιστί, και τα της Καινής Διαθήκης εγράφησαν Ελληνιστί, όπως το Ελληνικόν έθνος το διά της φυσικής θεογνωσίας εις την εύρεσιν της αληθείας προδηγετηθέν, γνωρίση και την δι' αποκαλύψεως γνωσθείσαν τοις ανθρώποις αλήθειαν και δι' αμφοτέρων οδηγηθή προς την υψίστην αλήθειαν.
Ιδού ο Κλήμης τι λέγει περί της ερμηνείας των Ιερών Γραφών εν τη Ελληνική φωνή:
"Διά τούτο γαρ Ελλήνων φωνή ερμηνεύθησαν αι Γραφαί ως μη πρόφασιν αγνοίας προβάλλεσθαι δυνηθήναι ποτέ αυτούς, οίους τε όντας επακούσαι και των παρ' ημίν, ην μόνον εθελήσωσιν".
Εκ τούτων δηλούται ότι ο Κλήμης δέχεται θείαν πρόνοιαν προνοούσαν υπέρ των Ελλήνων όπως γνωρίσωσι την αλήθειαν και μη δι' άγνοιαν της Εβραϊκής γλώσσης αγνοήσωσι την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν και πλανηθώσι της ευθείας της αγούσης εις την εαυτών αποστολήν. Προς την γνώμην ταύτην και ημείς συντασσόμεθα· και αληθώς, δύναταί τις να ερωτήση· διατί Ελληνιστί να γραφώσιν αι Γραφαί και ουχί Ρωμαϊστί; ή εν άλλη τινί γλώσση; Η θεία πρόνοια υπέρ αυτού πάντως έσχε λόγον την εκλογήν του Ελλην. έθνους από της εμφανίσεώς του διά τον χριστιανισμόν. Πάντως το Ελλην. έθνος είχε κληθή ίνα εργασθή υπέρ του χριστιανισμού και διά τούτο η υπέρ αυτού πρόνοια προς γνώσιν της αποκαλυφθείσης αληθείας διά τε της φιλοσοφίας και της Αποκαλύψεως· ήδη δυνάμεθα να είπωμεν ότι η φιλοσοφία εποδηγέτει το Ελληνικόν εις Χριστόν όπως αναδείξη αυτό κατάλληλον όργανον προς διάδοσιν των θείων αυτού αρχών.
Και τοιαύτη η εμή πεποίθησις. Επειδή όμως ενδεχόμενον να υπάρχωσι τινές φρονούντες ότι η Ελληνική φιλοσοφία είναι η έκφρασις της ισχύος της ανθρωπίνης διανοίας και το τέλος και ο σκοπός των ενεργειών του πνευματικού βίου του ανθρώπου εν ω η πλήρωσις των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου και το πλήρωμα των εγκαρδίων αυτού πόθων, το φέρον την ευδαιμονίαν και την μακαριότητα, επιχειρούμεν διά βραχέων να υποδείξωμεν τους λόγους δι' ους η Ελληνική φιλοσοφία δεν ηδύνατο να η σκοπός, αλλά συναίτιον αίτιον και ποδηγέτης προς τον σκοπόν.
Περί του ζητήματος τούτου ο Ιερός Κλήμης ιδού τι λέγει:
"Η φιλοσοφία ζήτησις ούσα της αληθείας προς κατάληψιν της αληθείας, συλλαμβάνεται ουκ αιτία ούσα καταλήψεως, αλλά συν τοις άλλοις (αιτίοις) αιτία και συνεργός, τάχα δε και συναίτιον αίτιον· ως δε ενός όντος του ευδαιμονείν αιτίαι τυγχάνουσιν αι αρεταί, πλείονες υπάρχουσαι... ούτω μιάς ούσης της αληθείας πολλά τα συλλαμβανόμενα προς ζήτησιν αυτής".
Αληθώς η Ελληνική φιλοσοφία ήτο συναίτιον αίτιον και συνεργός και αιτία καταλήξεως της αληθείας, ουχί δε αυτή η αλήθεια, ήτις ηδύνατο να θεωρηθή το τέρμα των ενεργειών της ανθρωπότητος και το τέλος και ο σκοπός της δράσεως αυτής. Εν τη καρδία του ανθρώπου εναπελείπετο πάντοτε τι κενόν, όπερ η φιλοσοφία ηδυνάτει να πληρώση· η φιλοσοφία ου μόνον δεν εγίνετο πληρωτική του κενού της καρδίας, αλλά μάλλον εμεγέθυνε αυτό ανευρίσκουσα μεν τον Θεόν εν τοις δημιουργήμασι και αναπτύσσουσα εν τη καρδία τον προς αυτόν έρωτα, αδυνατούσα όμως να προσπελάση αυτώ και εγκολπωθή αυτόν· η φιλοσοφία, λέγει ο Κλήμης, έβλεπε την εικόνα της αληθείας ως εν εσόπτρω ως φαντασία καθοράται εν τοις ύδασιν, και διά διαφανών και διαυγών σωμάτων· η ανθρωπότης όμως ήθελε να ίδη καθαρώς, επεζήτει την μετά του θείου ένωσιν· η δε φιλοσοφία ηννόει μεν τον Θεόν εκ των θείων αυτού ιδιοτήτων, συνησθάνετο το άπειρον αυτού μεγαλείον, αλλ' έβλεπεν αυτόν ως εν εικόνι, ηδυνάτει δε να ενώση τον άνθρωπον μετά του θείου. Η διά της φιλοσοφίας νόησις των θείων ιδιοτήτων εδίδαξεν τον άνθρωπον τας ηθικάς αρετάς όπως δι' αυτών αφομοιωθή προς το θείον· αλλ' η διδασκαλία μόνη ηδυνάτει να ανυψώση τον άνθρωπον μέχρι τού θρόνου του Θεού προς ον επεθύμει να φθάση ίνα ίδη αυτόν πρόσωπον προς πρόσωπον· ηδυνάτει, διότι ηδυνάτει να άρη το μεσότειχον το ανεγερθέν υπό της αμαρτίας μεταξύ Θεού και ανθρώπων· ηδυνάτει, διότι ηδυνάτει να διαπλάση τον υπό της αμαρτίας διαφθαρέντα άνθρωπον στερουμένη θείας διαπλαστικής δυνάμεως· ηδυνάτει, διότι εστερείτο θείου κύρους· ηδυνάτει, διότι εστερείτο πίστεως πληροφορούσης μυστικώς την καρδίαν προς αποδοχήν της διδασκαλίας άνευ επιφυλάξεως· ηδυνάτει, διότι εστερείτο ελπίδος αϊδίου, αμειώτου, καθαράς παντός φόβου, πάσης μεταμελείας, ελπίδος εχούσης εν εαυτή το πλήρωμα της ευδαιμονίας· ηδυνάτει, διότι εστερείτο δυνάμεως προς ανακούφισιν των καρδιών της πασχούσης ανθρωπότητος· ηδυνάτει, διότι εστερείτο της ισχύος της Χριστιανικής αγάπης της αμειβομένης υπό της θείας αγάπης της δαψιλευούσης την ευδαιμονίαν και μακαριότητα· ηδυνάτει, διότι εστερείτο πίστεως πληροφορούσης την καρδίαν των οπαδών αυτής περί της απολύτου αληθείας των εαυτής αρχών·ηδυνάτει, διότι εστερείτο θείας δυνάμεως ελκούσης την ανθρωπότητα εις εαυτήν· ηδυνάτει, διότι εστερείτο δυνάμεως πειθούσης εν τε τοις λόγοις και τοις έργοις· ηδυνάτει, διότι εστερείτο της μεγαλουργού δυνάμεως της εκθαμβούσης και καταπληττούσης· ηδυνάτει, διότι εστερείτο των εκ των άνωθεν μαρτυρίων προς πίστωσιν της αληθείας των εαυτής λόγων· ηδυνάτει, διότι εστερείτο θείων χαρισμάτων δαψιλευομένων τοις οπαδοίς υπό του ουρανού· ηδυνάτει, διότι εστερείτο των καρπών της χάριτος του αγίου Πνεύματος· ηδυνάτει, διότι εστερείτο αγιασμού και της μεταδοτικής τούτου δυνάμεως· ηδυνάτει τέλος, διότι εστερείτο θείας αποκαλύψεως και θρησκευτικού κύρους επαναπαύοντος τας καρδίας των οπαδών αυτής. Τούτων δε απάντων εδέετο η ανθρωπότης όπως πεισθή, όπως βαδίση την ευθείαν οδόν, αποστή της πλάνης, αναπλασθή, και τύχη της μακαριότητος· η ένδεια αύτη της φιλοσοφίας καθίστα αυτήν ανίσχυρον ίνα αποβή ο σκοπός και το τέλος του πνευματικού του ανθρώπου βίου· εντεύθεν η πεποίθησις ημών ότι η φιλοσοφία εγένετο παιδαγωγός εις τον Χριστιανισμόν εν ω ευρίσκετο το πλήρωμα των ελλείψεων της φιλοσοφίας, και η τελεία ικανοποίησις των πόθων της καρδίας του ανθρώπου και ουχί σκοπός και τελικόν όριον.
Ότι η Ελληνική φιλοσοφία δεν ηδύνατο να είναι ο σκοπός και τελικόν όριον του πνευματικού βίου του ανθρώπου και το πλήρωμα των πόθων της καρδίας αυτού δείκνυται και εκ της αδυναμίας όπως λύση και τα εξής τρία σπουδαιότατα ζητήματα τα απασχολήσαντα απ' αιώνων το πνεύμα της ανθρωπότητος, και πείση αυτήν αδιστάκτως περί της αληθείας των εαυτής λόγων. Η ανθρωπότης επεθύμει να γνωρίση και πιστεύση τον αληθή Θεόν, διότι ησθάνετο την ανάγκην να προσπελάση αυτώ· επεθύμει να γνωρίση και πεισθή περί της αξίας εαυτού και της σχέσεως αυτού προς το θείον· και τρίτον επεθύμει να γνωρίση τα περί της αιωνιότητός του. Η φιλοσοφία ηδύνατο να αγάγη τους φιλοσοφούντας προς την αλήθειαν ως και να φανερώση αυτοίς την εικόνα της αληθείας ως εν εσόπτρω και διά σωμάτων διαυγών και διαφανών, αλλ' ηδυνάτει διδάσκουσα περί αυτών να πείση, και άρη το βάρος το επιβαρύνον τας καρδίας των ανθρώπων· προς τα ζητήματα ταύτα συνεδέετο άπας ο ηθικός και πνευματικός βίος του ανθρώπου, πάσα η εν τω βίω αυτού δράσις. Ο άνθρωπος επεθύμει να πληροφορηθή και βεβαιωθή όπως κανονίση τον ηθικόν αυτού βίον·διότι ουδείς επί αβεβαίων και σαλευομένων αρχών, αρχών μάλιστα στερουμένων θείου κύρους οικοδομεί στερρώς τον εαυτού ηθικόν βίον· η φιλοσοφία εδίδαξεν υγιείς θεωρίας, αλλ' ουδείς επείσθη να κανονίση τον εαυτού βίον προς τας καλάς θεωρίας διά την έλλειψιν θείου κύρους και ενδομύχου πληροφορίας· o άνθρωπος επεζήτει πληροφορίας εζήτει την απόδειξιν της αληθείας της διδασκαλίας της φιλοσοφίας· η δε απόδειξις έλειπεν. Η απαίτησις αύτη, απαίτησις του πνεύματος και της καρδίας του ανθρώπου, ούσα το προοίμιον της συγκαταθέσεως της καρδίας και του νου προς άσκησιν ηθικού βίου, ουχί δε και το μέσον προς κατόρθωσιν, διότι απητούντο πάντα, όσα ανωτέρω εδείξαμεν, υπήρξεν ο σκόπελος προς ον ευθύς εξ αρχής άμα αναγομένη πλησίστιος και εναυάγει προσαράσσουσα η φιλοσοφία. Η υπό της ιστορίας μαρτυρουμένη αδυναμία και ανικανότης προς ηθικοποίησιν της ανθρωπότητος και προς ικανοποίησιν των ακορέστων πόθων της καρδίας και των απαιτήσεων του νου, δεικνύει το ανεπαρκές της φιλοσοφίας προς το μέγα έργον του φωτισμού και της διαπλάσεως της ανθρωπότητος. Η ανθρωπότης εζήτει θείαν αποκάλυψιν όπως μάθη την αλήθειαν και βεβαιωθή και πεισθή· η ανθρωπότης εδείτο θείου διαπλάστου· η δε φιλοσοφία εστερείτο τούτων. Η ανθρωπότης εύρεν ταύτα εν τω χριστιανισμώ προς ον εποδηγέτει η Ελληνική φιλοσοφία· αύτη η εμή περί του ζητήματος τούτου ταπεινή γνώμη.

Εν Αθήναις τη 17 Ιουνίου 1896.
Ο Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


Μελέτη περί αθανασίας της ψυχής και περί των ιερών μνημοσύνων. 1901

(κείμενο του Αγίου περί Ιερών Μνημοσύνων από το βιβλίο του «Μελέτη περί αθανασίας της ψυχής και ιερών μνημοσύνων»)

ΠΕΡΙ TΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Eκκλησία τελεί ετήσια μνημόσυνα υπέρ των τέκνων αυτής των μη τυχόντων των νενομισμένων, και στερηθέντων της εκ τούτων ωφελείας διά το αποθανείν αυτά είτε εν ξένη γη, εν θαλάσση, είτ' εν ερήμω. Ώδε εκτίθενται οι λόγοι οι εν τω Tριωδίω, δι ους η Εκκλησία τελεί το υπέρ των κεοιμημένων μνημόσυνον τω Σαββάτω τω πρό της απόκρεως, όπερ και πρώτον λέγεται, (κοινώς ψυχοσάββατον).

α'. Περί του πρώτου ψυχοσαββάτου. Υπόμνημα περί του πρώτου ετησίου μνημοσύνου.

«Τη αυτή ημέρα μνείαν ποιείσθαι των απ' αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν». «Αμνημόνησον πταισμάτων νεκροίς,, Λόγε, τα Χρηστά νεκρά σπλάγχνα σου μή δεικνύων». «Επειδή τινες άωρον πολλάκις επί ξένης υπέστησαν θάνατον εν θαλάσση τε και αβάτοις όρεσι, κρημνοίς τε και χάσμασι, καί λοιμοίς, και λιμοίς, και πολέμοις και εμπρησμοίς, και κρυμοίς, και άλλους παντοίους θανάτους υπομεμενηκότες, ίσως και πένητες όντες και άποροι και των νενομισμένων ψαλμωδιών και μνημοσύνων ουκ έτυχον, φιλανθρώπως οι θείοι Πατέρες κινούμενοι κοινώς τούτων μνείαν απάντων την καθολικήν Εκκλησίαν ποιείσθαι εθέσπισαν, από των Ιερών Αποστόλων διαδεξάμενοι, ίνα και οι των νενομισμένων ανά μέρος διά τινος συμβάντος μη τετυχηκότες, τη νυν κοινή μνεία κακείνοι περιλαμβάνοιντο δεικνύντες ως και τα υπέρ αυτών γινόμενα μεγάλην αυτοίς προξενεί την ωφέλειαν. Καθ' ένα μέν ουν τρόπον ούτως η του Θεού Εκκλησία μνείαν επιτελεί των ψυχων, δεύτερον δέ, επειδή την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν θείναι τη επαύριον έμελλον, αρμοζόντως και των ψυχών μνημονεύουσιν. Ωσανεί τον φοβερόν Κριτήν καί απαραλόγιστον ιλεούμενοι τη συνήθει προς αυτάς χρήσασθαι συμπαθεία, και τη επηγγελμένη ταύτας κατατάξαι τρυφή. Άλλως τε και την του Αδάμ εξορίαν οι άγιοι μέλλοντες τη εσομένη εκθείναι Κυριακή, ώσπερ τινα κατάπαυσιν προσεπινοούσι, και τέλος παντων των καθ' ημάς δια της παρούσης νυν καταπαύσεως, ίνα εκείθεν ως απ' αρχής άρξωνται, το γαρ ύστατον των παρ' ημίν πάντων, η των βεβιωμένων παρά του αδεκάστου Κριτού έσται εξέτασις, και ίνα τους ανθρώπους διά τούτων φοβήσαντες, προς τους της νηστείας αγώνας ποιήσωσιν ευχερείς. Εν Σαββάτω δε την των ψυχων μνείαν ποιούμεθα, ότι το Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Εβραιστί και των τεθνεώτων τοίνυν, ως των βιωτικών και των λοιπών απάντων καταπαυσαμένων, καν τη καταπαυσίμω των ημερών τας υπέρ αυτών δεήσεις ποιούμεθα, ο δη και επί παν κεκράτηκε γίνεσθαι Σάββατον. Το δε γε νυν καθολικώς μνημονεύομεν υπέρ παντός δεόμενοι ευσεβούς, ειδότες και γαρ οι Θείοι Πατέρες, ως τα υπέρ των κεκοιμημένων γινόμενα Μνημόσυνα, λέγω ελεημοσύναι και λειτουργίαι, και ιδίως και κοινή την Εκκλησίαν τούτο ποιείν επιτρέπουσι, παρά των Αγίων Αποστόλων τούτο παραλαβόντες, ως είρηται, καθ' α και ο Αρεοπαγίτης φησί Διονύσιος». Εν τω Η'. Βιβλίω των Αποστολικών διαταγών εν κεφαλαίω μα'. Υπάρχει προσφώνησις υπέρ των κεκοιμημένων έχουσα ώδε: «Υπέρ του αναπαυσαμένου εν Χριστώ αδελφού ημών δεηθώμεν, όπως ο φιλάνθρωπος Θεός, ο προσδεξάμενος αυτού την ψυχήν, παρίδη αυτώ παν αμάρτημα εκούσιόν τε και ακούσιον, και ίλεως και ευμενής γενόμενος, κατατάξη εις χώραν ευσεβών ανειμένων εις κόλπον Αβραάμ, και Ισαάκ, και Ιακώβ μετά πάντων των απ' αιώνως ευαρεστησάντων και ποιησάντων το θέλημα αυτού. Όθεν απέδρα οδύνη λύπη και στεναγμός». Και αύθις, «Αυτός και νυν έπιδε επί τον δούλον σου τον δε, ον εξελέξω και προσελάβου εις ετέραν λήξιν και συγχώρησον αυτώ ει τι εκών ή άκων εξήμαρτε και Αγγέλους ευμενείς παράστησον αυτώ και κατάταξον αυτόν εν τω κόλπω των Πατριαρχών και των Προφητών και των Αποστόλων, και πάντων των απ' αιώνως σοι ευαρεστησάντων, όπου ουκ ένι οδύνη, λύπη και στεναγμός, αλλά χορός ευσεβών ανειμένος και γη ευθεία συνανειμένη και των εν αυτή ορώντων την δόξαν Χριστού κτλ.» Εν δε τω μβ' κεφ. υπάρχει διάταξις περί του πως δει και πότε γίνεσθαι τας των κοιμηθέντων πιστών μνείας, και οτι εκ των υπαρχώντων αυτοίς δει παρέχεσθαι πένησι, έχουσα ώδε: «Επιτελείσθω δε τρίτα των κεκοιμημένων εν ψαλμοίς και αναγνώσεσι και προσευχαίς διά τον διά τριών ημερών εγερθέντα, και ένατα εις υπόμνησιν των περιόντων και των κεκοιμημένων, και τεσσαράκοντα κατά τον παλαιόν τύπον. Μωσήν γαρ ούτως ο λαός επένθησε, και ενιαύσια υπέρ μνείας αυτού, και διδόσθω εκ των υπαρχόντων αυτού πένησιν εις ανάμνησιν αυτού». Εν δε μγ'. κεφαλ. λέγονται τα εξής περί των εν ευσεβεία τελευτησαντων, οτι τους ασεβείς τελευτώντας ουδέν ωφελούσι μνείαι η εντολαί. «Ταύτα δε περί ευσεβών λέγομεν, περί γαρ ασεβών, εάν τα του κόσμου δως πένησιν ουδέν ονήσεις αυτόν, ω γάρ περιόντι εχθρόν ην το θείον, δήλον οτι και μεταστάντι, ου γαρ εστιν αδικία παρ' αυτώ, δίκαιος γαρ ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε και ιδού άνθρωπος και το έργον αυτού». Εν τώ συγγράμματι τού Αθανασίου του Παρίου αναγιγνώσκομεν τα εξής: «Ουκ οίμαι θαυμαστόν είναι, όπερ ο νομομαθής και προφητοδίδακτος Ιούδας ο Mακκαβαίος περί αθανασίας της ψυχής καλώς εφρόνει. Το θαυμαστόν δήπου εκείνο εστιν, ότι άπαντα σχεδόν τά έθνη πεπεισμένα εστίν, ότι παρά ταύτην και άλλη τις εστι ζωή τέλος μη έχουσα. Και τις των πάλαι σοφών, ότι μεγίστην έχει δύναμιν έφασκε παρ' ημίν, περί της των ψυχών αθανασίας η ομοφωνία των ανθρώπων εκείνων, ότι τινές η φοβούνται η τιμώσι τους καταχθονίους. Μαρτυρεί δε και ο Mακρόβιος, ακριβής ανιχνευτής της αρχαίας σοφίας, ότι κοινή ην γνώμη την ψυχήν ουχ ήττον αθάνατον είναι ή ασώματον. Εν όλη τη Αμερική τη τε προς Βορράν, τη τε προς Νότον η ιδέα μιας άλλης ζωής πη μεν μάλλον, πη δ' ήττον καθαρά, το θεμελιον έστι της εαυτων θρησκείας, τουτ' αυτο ειρήσθω και περί πάντων των της Αφρικής αγρίων λαών, των της Σιβηρίας, των Σαμοιέδων, των Σκυθών. Άπαντα τα βάρβαρα ταύτα έθνη τους εαυτών νεκρούς ενταφιάζουσι μετά παρασκευών τοιούτων, αι το χρήσιμον εαυτών εις έτερων βίον επιδεικνύονται, και υπέρ αυτών ετησίως δέονται». Το πνεύμα, και ο τρόπος και ο λόγος της δεήσεως της Εκκλησίας εμφαίνονται έντε ταις ευχαίς και τοις τροπαρίοις των μνημοσύνων, τα οποία αντιγράφομεν ώδε. α'.) «Των απ' αιώνος σήμερον νεκρών απάντων κατ' όνομα μετά πίστεως ζησάντων ευσεβώς μνήμην τελούντες οι πιστοί τον Σωτήρα και Κύριον ανυμνήσωμεν αιτούντες εκτενώς τούτους εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δούναι αυτώ τω Θεώ ημών τω πάσαν κρίνοντι την γην, της δεξιάς αυτού παραστάσεως τυχόντες εν χαρά, εν μερίδι Δικαίων, και εν αγίω κλήρω φωτεινώ, και αξίους γενέσθαι της ουρανίου βασιλείας αυτού». β'.) «Ο εν τω οικείω αίματι Σωτήρ βροτούς εκπριάμενος, και θανάτω Σου θανάτου του πικρού εκλυτρωσάμενος ημάς και ζωήν την αιώνιον παρασχών τη αναστασει Σου ημίν, πάντας ανάπαυσον, Kύριε, τους κοιμηθέντας ευσεβώς, ή εν ερήμοις, ή πόλεσιν, ή εν θαλάσση ή εν γη, ή εν παντί τόπω, Βασιλείς τε, Ιερείς, Αρχιερείς, Μοναστάς καί μιγάδας, εν ηλικία πάση παγγενεί, και αξίωσον αυτούς της ουρανίου βασιλείας σου». γ'.) «Τη εκ νεκρών εγέρσει Σου Χριστέ ουκέτι ο θάνατος κυριεύει των θανόντων ευσεβώς, διό αιτούμεν εκτενώς τους Σους δού-λους ανάπαυσον εν αυλαίς Σου καί εν κόλποις Αβραάμ, τους εξ Αδάμ μέχρι σήμερον λατρεύσαντάς Σοι καθαρώς πατέρας καί αδελφούς ημών, φίλους ομού και συγγενείς, άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα καλώς και προς Σε μεταστάντα πολυειδώς καί πολυτρόπως ο Θεός, και αξίωσον τούτους της ουρανίου βασιλείας Σου». Η δε αίτησις έχει ώδε: « 'Eλέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον, και ελέησον. Έτι δεόμθα υπέρ μακαρίας μνήμης καί αωνίου αναπαύσεως πάντων των κεκoιμημένων ευλαβών και ορθοδόξων Χριστιανών, βασιλέων, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων και προπάππων, εκ των απ' αρχής και μέχρι των εσχάτων και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτοίς παν πλημμελημα εκούσιόν τε και ακούσιον» . (Έπειτα αι συνήθεις ευχαί).

β'. Περί του δευτέρου ετnσίου μνημοσύνου.

Το δεύτερον ετήσιον μνημόσυνον υπέρ των ψυχών των κεκοιμημενων η Εκκλησία τελεί λίαν καταλλήλως ημέρας 9 μετά την Ανάληψιν του Σωτήρος Χριστού, ήτoι τω Σαββάτω τω προ της Πεντηκοστής του Πάσχα, ο «ψυχοσάββατον» επίσης καλείται, ως το προ της Κυριακής των Απόκρεων Σάββατoν «πρώτον ψυχoσάββατον». Κατα την ημέραν ταύτην μνήμην ποιείται η Εκκλησία πάντων των από Αδάμ ευσεβώς κοιμηθέντων, δέεται υπέρ αυτών, και αιτείται παρά Χριστου του Θεού του αναληφθέντος εις τους ουρανούς και εν δεξιά καθεσθέντος του Πατρός, όπως εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δώσωσιν αυτώ τω Πάσαν κρινοντι την Γην, τύχωσι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν χαρά, εν μερίδι δικαίων, και κλήρω φωτεινώ αγίων, και γείνωσιν άξιοι της ουρανίου βασιλίας κληρονόμοι. Η Εκκλησία δεομένη υπέρ πάντων των από Αδάμ μέχρι σήμεpον ευσεβώς κοιμηθέντων εύχεται ουχί βεβαίως μόνον υπέρ Χριστιανών, διότι ουδείς Χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλ' υπέp πάσης ψυχής παντός γένους βροτών εναρέτως βιωσάσης είτε εν νόμω, είτε εν ακροβυστία, εύχεται δ' εν τοις τροπαρίοις, ίνα «άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα πιστώς και προς Θεόν μεταστάντα πολυειδώς και πολυτρόπως ο Θεός αξιώση της ουρανίου βασιλείας αυτού». Δια της τοιαύτης υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων διαταχθείσης ακολουθίας η Εκκλησία κηρύττει οτι οι από Αδάμ μέχρι Χριστού τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες εισίν άξιοι τού θείου ελέους και δέεται του Θεού υπέρ αυτών, όπως δώση αυτοίς εν τη ημέρα της κρίσεως ευπρόσδεκτον απολογίαν. Το φρόνιμα τούτο της Eκκλησίας, όπερ από των αποστολικων χρόνων γινώσκομεν, είναι λίαν ορθόν δίκαιον, διότι, αφού ο Κύριος ημών ήλθεν, ίνα σώση τον κόσμον, έπεται οτι έμελε να σώση και πάντας τους εναρέτως διαβιώσαντας, προ της αφίξεως αυτού , διότι ουχί η έλλειψις αρετής εν τω κόσμω προυκάλεσε την ανάγκην της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλ' η έλλειψις της προς τον Θεόν φιλίας και το μεσότοιχον της έχθρας το διαχωρίζον Θεόν και άνθρωπον και, όπερ ο Υιός του Θεού ήλθε να καθέλη. Λόγος λοιπόν της αφίξεως του Υιού του Θεού ήτο η συμφιλίωσις Θεού μετά του ανθρώπου και ουχί η έλλειψις αρετής. Είναι αληθές ότι ο Ιησούς διά της θείας αυτού διδασκαλίας απεκάλυψε τοις ανθρώποις νέας τελειωτικάς αρχάς και υπέδειξεν αυτοίς ουρανόν καινόν, και γην καινήν, αλλα τούτο δεν αναιρεί την ύπαρξιν αρετής εν τω κόσμω, η αρετή λοιπόν εν τω κόσμω υφίστατο, αλλ' ο άνθρωπος ευρίσκετο υπό δυσμένειαν και εδέετο διαλάκτου, τούτου δε ελθόντος ο ενάρετος εύρε χάριν παρά τω Θεώ και έτυχε της σωτηρίας. Ότι τοις δικαίοις επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού, τούτο διδασκόμεθα εκ της Παλαιάς Διαθήκης, εν ταύτη ο Θεός υπέσχετο τοις Ιουδαίοις σωτηρίαν, εάν ετήρουν τον νόμον, τούτο εβεβαίωσε και ο Σωτήρ, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ειπών προς τον ερωτήσαντα τι να ποιήση, ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήση, ότι αρκετή ήτο προς τούτο η των εντολών τήρησις. Βεβαίως ουδέποτε θα έλεγεν αυτώ να τηρήση τας εντολάς (Ματθ. 19. 17), εάν εν τη τηρήσει των εντολών δεν τω επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού. Επίσης ουδέ προς τους ελέγχοντας αυτόν Φαρισαίους οτι μετά αμαρτωλών και τελωνών εσθίει και πίνει, θα έλεγεν ο Ιησούς, το «οι ισχύοντες ουκ έχουσι χρείαν ιατρού, αλλ' οι κακώς έχοντες…ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9.12.13). Οι λόγοι ούτοι του Ιησού αποδεικνύουσι σαφώς ότι οι δίκαιοι είχον μερίδα εν τη διά του Ιησού Χριστού ελευσομένη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Αφού δε οι υπό νόμον είχον μέρος εν τη σωτηρία, διατί τα έθνη τά έχοντα τον νόμον γραπτόν εις τας καρδίας αυτών και ποιούντα αυτόν να αποκλεισθώσι της σωτηρίας; μη προσωπολήπτης ο Θεός; ή μήπως Ιουδαίων ο Θεός μόνον; άπαγε ! ο Θεός είναι Θεός δίκαιος καί πατήρ πάσης φυλής καί γένους ανθρώπων, εάν λοιπόν υπεσχέθη σωτηρίαν τοις υπό νόμον, εάν τηρήσωσι τον νόμον, θέλει σώσει και τους εν τη ακροβυστία τους τηρήσαντας τον νόμον τον γεγραμμένον εν ταις καρδίαις αυτών. Ο Άγιος 'Αναστάσιος ο Πατpιάρχης Αντιοχείας διαβεβαιοί ότι δι' αποκαλύψεως εγνώσθη αυτώ η των εθνικών δικαίων σωτηρία. αναφέρει δε την καθ' ύπαρ εμφάνειαν του σοφού Πλάτωνος προς τινα ευσεβή μοναχόν εξυβρίζοντα αυτόν διά τινας πλάνας αυτού, και λέγει ότι εμφανισθείς εδίδαξεν αυτόν τα περί της σωτηρίας του διά Ι. Χριστού και προέτρεψε μη αμαρτάνειν υβρίζων. Η μαρτυρία αύτη, καίτοι αξιόπιστος ως από αξιοπίστου συγγραφέως προερχομένη, και αν μη ληφθή υπ' όψει, η δόξα περί της σωτηρίας των εθνικών εδραζομένη επί των ορθών συλλογισμών, ίσταται καθ' εαυτήν. Η σωτηρία λοιπόν η τω ανθρωπίνω γένει χορηγηθείσα διά Ιησού Χριστού, εγένετο γενική πάσι τοις εναρέτως ζήσασι. Διά τα τοσαύτα αγαθά, όσα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρέσχε τη ανθρωπότητι, ήτις πάσα οφείλει νά ευxαριστή τω Θεώ, η Εκκλησία αναπέμπει ευχαριστίας προς αυτόν ως πρός τον Δεσπότην των απάντων και λυτρωτήν, δοξάζει αυτόν ως Θεόν αληθινόν, και δέεται υπέp των ψυχών πάντων των ευσεβώς κοιμηθέντων πάσης φυλής καί γένους.. Ή ακολουθία των κεκοιμημένων ετέθη λίαν καταλλήλως μετά τον χρόνον της Αναλήψεως του Σωτήρος Χριστού, διότι διά ταύτης γενόμενος ο Κύριος εν τοις κόλποις του Πατρός καί λαβών πάσαν εξουσίαν εν Ουρανώ και επί γης, εγένετο ζώντων και τεθνεώτων Δεσπότης, η Εκκλησία λοιπόν ένθεν μεν θέλουσα να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν ζώντων τε και νεκρών εξουσιαστήν, ένθεν δε να ανακηρύξη την πίστιν αυτής εις την δευτέραν παρουσίαν, την υπέρ των κεκοιμημένων ακολουθιαν συνέταξεν.

γ '. Περί τής προσγιvομέvnς ωφελείας ταις ψυχαίς εκ τωv ιερώv μvnμοσύvωv.

Τα ιερά μνημόσυνα και υπό ηθικήν έποψιν εξεταζόμενα εισί λίαν αναγκαία, καθόσον παρέχουσι και τοις επιζώσι μεγάλην ωφέλειαν, δι' αυτών η Εκκλησία διδάσκει τα εαυτής τέκνα την αληθή χριστιανικήν φιλοσοφίαν και υπομιμνήσκει εις αυτά τας θεμελιώδεις αρχάς του Χριστιανισμού, κηρύττει ως δι' υψηλού κηρύγματος την αθανασίαν της ψυχής, και την έναρξιν μετά θάνατον νέου σταδίου ζωής αλήκτου και ατέρμονος. Επίσης κηρύττει την διηνεκή εν τω κόσμω του Σωτήρος Χριστού παρουσίαν, την μεθ' ημών επικοινωνίαν και σχέσιν, των τεθνεώτων και, ίνα συλλήβην περιλάβω άπαν το πνεύμα των τελουμένων μνημοσύνων, δι αυτών διδάσκει η Εκκλησία τα τέκνα της, ότι ο άνθρωπος είναι ουρανοπολίτης, ότι από της εν γή στρατευομένης Εκκλησίας μεταβαίνει εις την εν Ουρανώ θριαμβεύουσαν, οτι αμφοτέρων κεφαλή είναι ο Χριστός, όστις εισακούει πάντων τας δεήσεις και ικεσίας και επικάμπτεται ταις πρεσβείαις των αγίων και της Θεοτόκου, οτι η ελπίς της σωτηρίας του Χριστιανου δεν απόλλυται και μετά θάνατον, οτι η Εκκλησία πιστεύει, οτι αι δεήσεις αυτής και ικεσίαι αι υπέρ των τέκνων αυτής γινόμεναι εισακούονται παρά του φιλανθρώπου Σωτήρος ημών και παρέχεται τοις υπέρ ων γίνονται τα μνημόσυνα άφεσις παραπτωμάτων, οτι η οριστική απόφασις περί της αμοιβής και τιμωρίας εισέτι δεν εξεδόθη, οτι αύτη επιφυλάσσεται εν τη δευτέρα καί φρικτή του Δεσπότου Χριστού παρουσία, ότε έκαστος θα λάβη το γέρας και τους στεφάνους, ου επολιτεύθη βίου, οτι μέχρι της δευτέρας του Χριστού παρουσίας δύναται η Εκκλησία να αναπέμπει ευχάς και δεήσεις προς τον Κύριον υπέρ των τέκνων αυτής, οτι ως εν τη στρατευομενη Εκκλησία οι υπο Εκκλησιαστικήν ποινήν ευρισκόμενοι δια τας πεπραγμένας αυτών αμαρτίας στερούνται των θείων μυστηρίων, ούτω και εν τη θριαμβευούση Εκκλησία οι εν αμαρτίαις θανοντες μακράν των αγίων και δικαίων εισίν εστερημένοι της δόξης και χάριτος της απορρεούσης εκ του αρ--ρήτου κάλλους του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπερ επιποθεί και ζητεί πάσα ψυχή, όπως χορτασθή, κατά το ρητόν, «Χορτασθήσομαι εν τω οφθήναι μοι την δόξαν Σου», πλην ουχί εκτός του Άδου, εν ω έκαστος αποτίνει την ποινήν κατά το βάρος της εαυτού συνειδήσεως, όπως δε υπέρ των κατηχουμένων της στρατευομένης Εκκλησιας εύχεται η Εκκλησία αδιαλείπτως προς τον Κύριον, ίνα ενώση αυτούς τη αγία καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ούτω και υπέρ των εν αμαρτίαις κοιμηθέντων πιστών δύναται να εύχηται και να αιτήται συναντιλήπτορας και τους αγίους της θριαμβευούσης Εκκλησίας, όπως εξιλεώσει τον Θεόν υπέρ αυτών και τάξη αυτούς εν σκηναίς δικαιων, εν κόλποις Αβραάμ, και συναριθμήση αυτούς μετά των σεσωσμένων. Ταύτα πάντα δια των μνημοσύνων διδάσκει η Εκκλησία, δι' ων παραμυθείται και παρηγορεί τους των μεταστάντων συγγενείς και φίλους και θεραπεύει τας τρωθείσας καρδίας δια του ουρανιου βαλσάμου του υπό του Σωτήρος πεμπομένου αυταίς. Διά των μνημοσύνων η Εκκλησία πρώτον συναγείρει το των πιστών σύστημα και παρακελεύεται αυτό να ενδείξη την προς τον μεταστάντα αδελφόν οφειλομένην αγάπην, αφήση αυτώ την οφειλήν, δεηθή υπέρ αυτού μετά της Εκκλησιας προς τον Κύριον των ζώντων τε και νεκρών Δεσπότην και εξουσιαστήν, αιτήσηται παρ' αυτού την συγχώρησιν των υπ' αυτού πραχθέντων πλημμελημάτων, την δαψίλειαν της θείας χάριτος, και την κληρονομίαν της ουρανίου βασιλειας, δεύτερον παραμυθείται η των πιστών ομήγυρις τω τεθλιμμένων τας καρδίας, αίτινες εν τη ενδείξει της αγάπης και της συμπαθείας της όλης Εκκλησίας ευρίσκουσιν ανακούφισιν και παρηγορίαν, διότι ούτω η του πάθους συμ-μετοχή φερει παρηγορίαν τω τεθλιμμένω ως η του βάρους συναντίληψις ελάττωσιν και ανακούφισιν τω πεφορτισμένω, και τρίτον διά των μνημοσύνων γίνεται ανάμνησις του θανάτου, υπόμνησις της ματαιότητος των πραγμάτων του κόσμου, του προσκαίρου βίου και της αιωνίου ζωής, προτροπή προς αρετήν και ενάρετον πολιτείαν, ενθάρυνσις προς ευεργεσίας και αγαθοεργίας, και εν γένει αφορμή προς προκοπήν εν τη αρετή και προς τελείωσιν, και ούτος εστιν ο ηθικός χαρακτήρ των μνημοσύνων.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΟΤΙ ΛΥΣΙΤΕΛΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΙΣΙΝ

α'. Mαρτυρίαι εκ των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Ιωαννης ο Δαμασκηνός ομιλών περί των υπό της Εκκλησίας τελουμένων ιερών μνημοσύνων εν τω λόγω αυτού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» (τόμ. Α'. σελ. 585-595) αναπτύσσει θαυμασίως το περί μνημοσύνων κεφάλαιον ως εξής: «Ίδετε γαρ τι φησιν η θεία Γραφή. «Ώς Ιούδας ο Mακκαβαίος εν τη Σιών τη πόλει του Βασιλέως του Μεγάλου, οπηνίκα τεθανα-τωμένον είδε τον υπ''αυτών λαόν υπό των αλλοφύλων εχθρών, ερευ--νήσας αυτών τους κόλπους και τούτων ένδοθεν ευρών ειδωλεία, εξι-λασμόν αυτίκα υπέρ εκάστου τούτων προς τον εις οίκτον έτοιμον Κύ--ριον προσενήνοχε. πανευσεβώς ποιήσας και φιλαδέλφως λίαν», όθεν και παρά τη θεία Γραφή, ως εν πάσι, και εν τούτω τεθαύμασται. Οι δε γε μύσται και αυτόπται του λόγου, οι τον του κόσμου γύρον ζωγρήσαντες μαθηταί του Σωτήρος και θείοι Απόστολοι, επί των φρικτων και αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων μνήμην ποιείσθαι των πιστώς κοιμηθέντων εθέσπισαν, ο και κατέχει βεβαίως και λίαν, αναντιρρήτως η του Χριστού και Θεού απο περάτων μέχρι περάτων Αποστολική και Καθολική Εκκλησία έκτοτε μέχρι του νυν και της του κόσμου λήξεως άχρι, ουκ αλογίστως πάντως, ουδέ ματαίως, ουδέ εική και ως έτυχε, τούτο θεσπίσαντες. Ουδέν γαρ ανόνητον η των Χριστιανών απλανής θρησκεία παρείληφε και εις αιώνα κατέσχεν απαρασάλευτον, αλλά πάντα επωφελή και θεάρεστα και λίαν ονησι--φόρα, και σωτηρίας μεγίστης πρόξενα». «Mετά δε τούτον αύθις ο της θεολογίας επώνυμος θεορρήμων Γρηγόριος εν τω εις Καισάριον τον αδελφόν επιταφίω λόγω, περί της ιδίας μητρός, «Ηκούσθη, φησί, κήpυγμα πάσης ακοής άξιον, και μητρός πάθος κενούται δι υποσχέσεως καλής και οσίας δούναι τα πάντα τω παιδί τον εκείνου πλούτον υπέρ εκείνου δώρον επιταφιον,» και μεθ έτερα, «τα μεν ουν παρ' ημών τοιαύτα, και τα μεν αποδεδώκαμεν, τα δε δώσομεν τας δι' έτους προςφέροντες τιμάς τε και μνήμας, οίγε τω βίω περιλειπόμενοι.» Οράς πως βεβαιοί και καλάς και οσίας καλεί τας υπέρ των κατοιχομένων τω Θεώ προςαγωγάς και τας ετησίας μνήμας, ειςδέχεται; Είτα μετ' αυτόν ο Χρυσορρήμων όντως και χρυσεπώνυμος Ιωάννης, ο της πτωχείας και της μετανοίας οδηγός και διδάσκαλος εν τη προς Φιλιππησίους αυτού και Γαλάτας θεοφεγγεί ερμηνεία. «Ει γάρ oι Έλληνες, φησί, συγκατακαίουσι τοις απελθούσι τα εαυτών, πόσω γε μάλλον σε τον πιστόν συμπαραπέμψαι δει τω πιστώ τα οικεία, ουχ ίνα τέφρα γένωνται, καθά εκείνα και ταύτα, αλλ' ίνα μείζονα τούτο πεpιβάλης την δόξαν, και ει μεν αμαρτωλός ο τεθνηκώς ή, ίνα τα αμαρτήματα λύση, ει δε δίκαιος, ίνα πpοςθήκη γένηται μισθού και ανταποδόσεως,» και πάλιν εν ετέρω λόγω, «Eπινοήσωμεν, φησί, τοις απελθούσιν ωφέλειαν, δώμεν αυτοίς την προςούσαν βοήθειαν, ελεημοσύνας, λέγω, και προςφοράς, και φέρει τούτοις πολλήν το πράγμα την όνησιν, και μέγα το κέρδος και την ωφέλειαν, ου γαρ είκη και ως έτυχε ταύτα νενομοθέτηται, και τη του Θεού Εκκλησία υπό των αυτού πανσόφων μαθητών παραδέδοται, φημμί δη το επί των φρικτών μυστηρίων ευχήν πιείσθαι τον ιερέα υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων, ει μη ίσασιν αυτοίς πολύ το κέρδος εκ τούτου και πολλήν την ωφέλειαν.» Είτα συν τούτοις ο πάνσοφος αύθις Νυσσαέων Γρηγόριος ούτω φησίν, «ουδέν αλογίστως ουδέ ακερδώς υπό των του Χριστού κηρύκων και μαθητών παραδέδο--ται και εν τη του Θεού πανταχού εκκλησία διακεκράτηται, αλλά το πpάγμα επωφελές και θεάρεστον, το μνήμην δηλονότι ποιείν επί της θείας και παμφαούς μυσταγωγίας των εν ορθή πίστει κεκοιμημμένων. Το γαρ ειπείν ότι, συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, και θερίσει πάς τις, ο έσπειρε, και τα τούτων ακόλουθα, περί παρουσίας πάντως του κτίστου και της τότε φρικής αποφάσεως είρηται και της του κόσμου τούδε συμπερατώσεως. Tότε γαρ όλως βοη--θείας ουκ έστι καιρός, αλλά πάσα παράκλησις άπρακτος. της πανηγύρεως γαρ διαλυθείσης, ουκ έστι πραγματειας εμπόρευμα, που γαρ οι πένητες τότε; που λειτουργίαι; που ψαλμωδίαι; που ευποιίαι; Διό προ της ώρας εκείνης, αλλήλοις επικουρήσωμεν, και τω φιλαδέλφω και φιλανθρώπω και φιλοψύχω Θεώ, τα της φιλαδελφείας προσείσωμεν. Δέχεται γαρ ευ μάλα και τοις ασυμφθάστως και, οίον ειπείν, ανετοίμως εκδημήσασι, τας υπό των οικείων τούτοις προσφερομένας των υστερημάτων αναπληρώσεις, και εις έργον τούτοις και πράξιν λογίζεται. Θέλει γαρ ούτως ο φιλάνθρωπος Κύριος αιτείσθαι, και νέμειν τα των ιδίων κτισμάτων προς σωτηρίαν αιτούμενα, και τότε μάλλον αυτοίς ολικώς επικάμπτεται, ουχ όταν τις μόνον υπέρ ιδίας ψυχής αγωνίζεται, αλλ' όταν και υπέρ του πέλας τούτο εργάζεται, εντεύθεν γαρ επί το θεομίμητον εκτυπούται, και τας ετέρων δωρεάς ως οικείας εξαίτει χάριτας, και της τελείας αγάπης τον όρον εμπερικλείει, και τον μακαρισμόν εκ τούτου πορίζεται και την ιδίαν συν τη του πέλας ευεργετεί ψυχήν ότι μάλιστα. Τι δε και δυσαχθές το πράγμα νενόμισται; Μη οτι την Φαλκονίλλαν η πρωτομάρτυς ουκ έσωσε μετά θάνατον; αλλ' ίσως ερείς οτι αύτη κατ' αξίαν επεί πρωτομάρτυς και ταύτης δέον εισακουσθήναι την δέησιν, εγώ δε προς τούτο φημι, καλώς η πρωτομάρτυς εκεί, σκόπει υπέρ τίνος η αίτησις, οτι περ υπέρ Ελληνίδος ειδωλολάτριδος τε, και πάμπαν ανιέρου και αλλοτρίας Κυρίου εργάτιδος, ενταύθα δε πιστός υπέρ πιστού προς τον αυτόν Δεσπότην, θες τοίνυν και εκ θατέρου εις θάτερον, ως αν το πράγμα εξισωθήσεται, και το διστάζον ουκ υπολειφθήσεται». Δέδεικται τοίνυν τη του Χριστού συνεργεία ότι περ γέγονε και εν τω άδη εξομολόγησις. Ταύταα δε φαμεν, ουχί την προφητείαν αvαιρούντες, μη γέvοιτο, αλλά δείξαι βουλόμενοι τον υπεράγαθον Kύριoν υπό της οικειας φιλανθpωπίας νικώμενον, ώσπερ και το, τη Νινευί, καταστραφήσετε, και αύτη ου κατέστραπται, αλλά νενίκηκε την κρίσιν η αγαθότης. Και εν τω Εζεκία, Τάξαι, φησί περί του οίκου σου, αποθνήσκεις γάρ συ και ου ζήση, και αυτός ουκ απέθανε. Και εν τω Αχαάβ, επάξω, φησί, κακά, και ουκ επήγαγεν, αλλ' είπεν, ίδε πως κατενύγη Αχαάβ, διό ουκ επάξω εν ταις ημέpαις αυτού κακά αλλά και πάλιν την απόφασιν η αγαθότης υπερενίκησεν, ως και εν άλλοις πλείστοις κρίμασι, και εις αεί νικήσει μέχρι της εσχάτης ανταποδόσεως, όταν η λήξις της πανηγύρεως ήξει και βοηθείας ουκ έσται καιρός, αλλ' άνθρωπος και το φορτίον αυτού νυν δε και καιρός πραγματείας, καιρός συναλλάγματος, καιρός κόπου, δρόμου και μόχθου, και μακάριος ο μη οκλάσας μήτε χαυνωθείς τη ελπίδι, μακαριώτερος δε, ο και υπέρ εαυτού και υπέρ του πλησίον αγωνισάμενος. Τούτο γαρ μάλλον και τερπει, και κατευφραίνει τον φιλοικτίρμονα Κύριον, τό σπεύδειν έκαστον εις την του πέλας βοήθειαν, τούτο και θέλει ο ελεήμων και βούλεται, ίνα υπ' αλλήλων οι πάντες ευεργετώμεθα, και ζώντες και μετά θάνατον, ου γαρ αν ημίν αφορμήν εδεδώκει, το μνήμην επί της αναιμάκτου θυσίας ποιείσθαι των προλαβόντων και πάλιν τρίτα και ένατα και τεσσαράκοντα και τας ετησίους μνήμας και τελετάς, άτινα πάσης αντιρρήσεως άνευ η καθολική αυτού και Αποστολική Εκκλησια, και ο ταύτης θεοσύλλεκτος και πανευσεβής λαός απαρασάλευτα κατέχει και αδιάβλήτα, ει μη τούτο ευθές ην εν οφθαλμοίς αυτού. Πάντως γάρ ει χλεύη το πράγμα ην και ακερδές και ανόνητον, πολλών γεγονότων θεοφόρων αγίων πατριαρχών, πατέρων και διδασκάλων, ενέσκηψεν αν τούτων ενί καταπαύσαι την πλάνην, αλλ' ουδείς τούτων ανατρέψαι τούτο ποτε δεδοκίμακε, μάλλον μεν ουν και κεκύρωκε κα οσημέραι το πράγμα επαύξεται και προστίθεται, πpοσθήκην επί προσθήκη δεχόμενον. Και αύθις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ούκ εική ταύτα ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων, το επί των φρικτών μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι των απελθόντων. Ίσασιν αυτοίς πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν. Όταν γαρ εστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν, και πρόκειται η φρικτή θυσία, πως ου δυσωπήσωμεν υπέρ τούτων τον Θεόν παρακαλούντες; αλλά τούτο μεν περί των εν Πίστει παρελθόντων, οι δε κατηχούμενοι ουδέ ταύτης καταξιούνται της παραμυθίας, αλλ' απεστέρηνται πάσης της τοιαύτης βοηθείας, πλην μιας τινος, ποιάς δη ταύτης; ένεστι πένησιν υπέρ αυτών (των κατηχουμένων) διδόναι, ποιείν τινα αυτοίς παραψυχήν το πράγμα, και γαρ παρ' αλλήλων ημάς ωφελείσθαι βούλεται ο Θεός, διατί γαρ υπέρ ειρήνης και ευσταθίας του κόσμου εκέλευσεν εύχεσθαι; διατί περί πάντων ανθρώπων; καίτοι γε ενταύθα εν πάσιν εισι και λησταί και τυμβωρύχοι και κλέπται, και μυρίων κακών γέμοντες, αλλ' όμως υπέρ πάντων ευχόμεθα, ίσως γαρ έσται τις αυτών επιστροφή, ώσπερ ουν υπέρ των ζώντων ευχόμεθα των ουδέν διαλλαττόντων των νεκρών, ούτως ένεστι και υπέρ εκείνων εύχεσθαι. Ο Ιώβ υπέρ των παίδων αυτού εποίει θυσίας, και απήλλαττεν αυτούς των αμαρτημάτων, μήποτε ενενόησαν, φησί, τι εν τη καρδία αυτών». (Χρυσόστομος Τομ ΙΑ. Σελ 217). Και αύθις, «Κλαίωμεν ουν τούτους (τους εν αμαρτίαις αποθανόντας), βοηθώμεν αυτοίς κατά δύναμιν, επινοήσωμεν αυτοίς τινα βοήθειαν, μικράν μεν, βοηθείν δε όμως δυναμένην. Πώς και τίνι τρόπω; Αυτοί τε ευχόμενοι και ετέρους παρακαλούντες ευχάς υπέρ αυτών ποιείσθαι, πένησιν υπέρ αυτών διδόντες συνεχώς. Έχει τινά το πράγμα ωφέλειαν» (αυτόθι). Και αύθις, «Έστι γαρ έστιν, εάν θέλωμεν, κούφην αυτώ γενέσθαι την κόλασιν. Αν ουν ευχάς υπέρ αυτού ποιώμεν συνεχείς, εάν ελεημοσύνην διδώμεν, καν εκείνος ανάξιος, ημάς ο Θεός δυσωπηθήσεται….Περίστησον χήρας….ειπέ τούνομα. Πάσας κέλευσον υπέρ αυτού ποιείσθαι τας δεήσεις και τας ικετηρίας….Ουκ εική προσφοραί γίνονται υπέρ των επελθόντων, ουκ εική ικετηρίας, ουκ εική ελεημοσύναι». (Τομ. ΙΑ. Σελ 174, 175, 217). Και εν ομιλία 41η. «Ει δε και αμαρτωλός απείλθε, και διά τούτο δε χαίρειν, οτι ενεκόπη τα αμαρτήματα, και ου προσέθηκε τη κακία, και βοηθείν, ως οιόν τε η, ου δάκρυσιν, αλλ' ευχαίς και ικετηρίαις και ελεημοσύναις και προσφοραίς. Ου γαρ απλώς ταύτα επινενόηται, ουδέ εική μνήμην ποιούμεθα των απελθόντων επί των θείων μυστηρίων, και υπέρ αυτών πρόσιμεν, δεόμενοι του αμνού του κειμένου, του λαβόντος την αμαρτίαν του κόσμου, αλλ' ίνα τις αυτοίς εντεύθεν γένηται παραμυθία. Ουδέ μάτην ο παρεστώς τω θυσιαστηρίω των φρικτών μυστηρίων τελουμένων βοά υπέρ πάντων των εν Χριστώ κεκοιμημένων και των τας μνείας υπέρ αυτών επιτελούντων. Ει γαρ μη υπέρ αυτών αι μνείαι εγένοντο, ουδ΄αν ταύτα ελέχθη. Ου γαρ εστι σκηνή τα ημέτερα, μη γένοιτο! Πνεύματος γαρ διατάξει ταύτα γίνεται». «Βοηθώμεν τοίνυν αυτοίς , και μνείαν αυτών επιτελώμεν. Ει γαρ τους παίδας του ιώβ εκάθαιρεν η του Πατρός θυσία , τι αμφιβάλλεις, ει και ημών υπέρ των απελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αυτοίς παραμυθία; Είωθε γαρ ο Θεός και ετέροις υπέρ ετέρων χαρίζεσθαι, και τούτο εδείκνυ ο Παύλος λέγων, «Ίνα εκ πολλών προσώπων το εις υμάς χάρισμα διά πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών». Μη δη αποκάμωμεν τοις απελθούσι βοηθούντες, και προσφέροντες υπέρ αυτών και αξιούντες ευχάς υπέρ αυτών τελείσθαι. Και γαρ το κοινόν της οικουμένης κείται καθάρσιον. Διά τούτο θαρρούντες υπέρ της Οικουμένης δεόμεθα τότε και μετά Μαρτύρων αυτούς καλούμεν, μετά Ομολογητών, μετά Ιερέων. Και γαρ εν σώμα εσμεν πάντες, καν λαμπρότερα μέλη μελών, και δυνατόν πάντοθεν συγγνώμην αυτοίς συναγαγείν, από των ευχών, από των υπέρ αυτών δώρων, από των μετ΄αυτών καλουμένων. Τι τοίνυν αλγείς, τι θρηνείς, οπότε τοιαύτην δυνατόν συγγνώμην συναγαγείν τω απελθόντι; Χρησοστόμ. Τομ. Β' ομιλ. 41η Σελ. 525-526). Συμεών ο Θεσσαλονίκης απάντων εις την ερώτησιν «τας εξερχομένας ψυχάς ένας Άγγελος λαμβάνει ή πολλοί, και αν ελεύθεροι απέρχονται, και που πορεύονται»; λέγει, «Λαμβάνεται δε υπ' Αγγέλων αύλων η ψυχή, άυλος ούσα κατά λόγων ορθόν και πρεπόντως, μάλλον δε κατά φύσιν, συγγενώς δε προς τα άυλα και οικείως οι Άγγελοι έχουσιν.» Αι ψυχαί δε πηγαίνουσιν, ως παρά των Αγίων εμάθομεν, εις τόπους αξίους της ζωής και πολιτείας αυτών, και αι μεν πορεύονται εις τον ουρανόν, όσαι δηλαδή και ζώσαι το πολίτευμα εν τοις ουρανοίς, ήγουν έζων εναρέτως, και θεαρέστως, αι οποίαι και μετά του σώματος ούσαι εφέρθησαν εις τους Ουρανούς, καθώς ο Παύλος αρπαχθείς εκείσε, εις τους Ουρανούς, διδάσκει με το να επεθύμει να αναλυθή από την ζωήν, δια να είναι μαζύ με τον Χριστόν, και δια να πληρωθή το ρητόν το λέγον «όπου ειμί εγώ, και αυτοί ώσι μετ' εμού» το οποίον είπεν ο Κύριος, άλλαι δε ψυχαί εις τον Παράδεισον είναι κατά το ρητόν «σήμερον μετ' εμού έσει εν τω παραδείσω» ώστε πρέπει να πιστεύσωμεν, οτι εκεί είναι και όλαι αι ψυχαί εκείνων, οι οποίοι εν μετανοία απέθανον καθώς και η του ευγνώμονος εκείνου ληστού ψυχή. Και δικαίως τούτο ότι, όσοι εμιμήθησαν διόλου τον Χριστόν εις την ζωήν των, πρέπει να συνευρίσκωνται με αυτόν τον Χριστόν, όστις εις τους Ουρανούς ανελήφθη, όσοι δε μετενόησαν καθώς ο ληστής και είναι εις τον παράδεισον, επειδή ο Χριστός και τον ουρανόν και την γην ήνοιξεν. «Αναλόγως δε, ήγουν αρμοδίως, εις την ζωήν κάθε ψυχή δέχεται και την παρηγορίαν από τον Θεόν, όλαι δε είναι ατελείς κατά την απόλαυσιν, έως έλθη ο Κύριος, καθώς διδασκόμεθα, «ίνα μη χωρίς τελειωθώσι, καθώς λέγει ο Παύλος, «και ούτοι πάντες τελειωθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν». Αι δε των Αμαρτωλών και των απίστων ψυχαί ομοίως πρέπει να πιστεύωμεν ότι εις τον άδην είναι εις τόπους σκοτεινούς και θλιβερούς, καθώς και αι των αγίων εν τω Ουρανώ, και κατ' αναλογίαν των αμαρτιώντων, και της απιστίας των υπό των δαιμόνων εξουσιάζονται και τυραννούμενοι καταθλίβονται, δεν παρεδόθησαν όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν, επειδή ακόμη δεν ηνώθησαν με τα σώματά των, με τα οποία και εξήμαρτον, ουδέ ο Κύριος ακόμη ήλθεν εξ ουρανού, ο οποίος θέλει κρίνει όλους, και θέλει αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού, αλλά μήτε κόλασις είναι προτέρα, εις την οποίαν αι αμαρτωλαί ψυχαί εμβαλλόμεναι και τιμωρούμεναι κατά το μέτρον της κακίας των θέλουν ελευθερωθή ποτε από την τιμωρίαν, καθώς τινες δοξάζουσιν. Ειδέ και ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος λέγει, οτι αι ψυχαί εις την φλόγα τιμωρούνται, νοητώς τούτο λέγει, και οτι είναι ως δέσμιοι αι ψυχαί αι αμαρτωλαί εις κάποιον τόπον, ως καταδεδικασμέναι και θλιβόμεναι, και ότι με το πυρ της συνειδήσεως φλέγονται, και οτι χάριν Θεού δεν έχουσι, και οτι υπό δαιμόνων καταθλίβονται, και υπό δαιμόνων οδύνωνται και ταλαιπωρούνται τιμωρούμεναι τω συνειδότει, καθώς και ο Χρυσορρήμων λέγει εν τη Ερμηνεία των πράξεων, «και το μη παρακαλείσθαι και απεκδέχεσθαι την τελευταίαν εκείνην κόλασιν», όλα ταύτα ως νοητώς λεγόμενα πρέπει να τα εκλάβωμεν, εάν λοιπόν και μερικοί ημάρτησαν μετρίως, φθάνει μόνον να εξήλθον με μετάνοιαν από την ζωήν, και δια μέσου της Ιερωτάτης θυσίας, και των ευεργεσιών και ελεών και λοιπών άλλων ειμπορούν να επιτύχουν ελευθερίαν και προτού να έλθη ο κριτής. Τούτο και η Εκκλησία δεχομένη κάμνει τας προσευχάς και θυσίας δια τους κεκοιμημένους, και πολλοί τούτο μαρτυρούσι και μάλιστα οι λυόμενοι και μετά θάνατον από τον δεσμόν της τιμωρίας του αφορισμού, ωσάν όπου βλέπομεν δια των δεήσεων λύονται τα σώματά των. «Όθεν δια τούτο την μεν φλόγα του πλουσίου εκείνου του Ευαγγελίου ας την εννοήσωμεν δια την τιμωρίαν της συνειδήσεως και την στέρησιν της χάριτος του Θεού, το δε οτι έβλεπεν από μακράν τον Αβραάμ τον μακρυσμόν του από τον Θεόν, σημαίνει και την τιμωρίαν και θλίψιν, όπου πάσχει από τους δαίμονας, δεν παρεδόθη όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν. Επειδή είπεν ο Κύριος οτι είναι εν τη γεένη ο πλούσιος, πρέπει και να πιστεύσωμεν οτι είναι και εις την κόλασιν, και οτι είναι εις τας ψυχάς των αμαρτωλών κόλασις αιώνιος και αρραβών της μελλούσης κολάσεως, πλην από όσον εμπορούμεν να εννοήσωμεν από τας γραφάς με το να μη είναι ακόμη ο διάβολος με τους δαίμονας υποκάτω από τα δεσμά, και εις το πυρ το ητοιμασμένον εις αυτούς, αλλ' ακόμη ενεργούσι την κακίαν των εις τον κόσμον, και με τον να μην έγεινεν ακόμη τελεία απόφασις, το «πορεύεσθαι απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον». «Από αυτά λοιπόν πρέπει να συμπεράνωμεν οτι αι ψυχαί των αμαρτωλών δεν παραδίδονται τώρα εις την τελείαν κόλασιν, και θέλει είναι όχι όμως εις την τελείαν, και μήτε δι' αυτήν την κατά μέρος κόλασιν θέλει ελευθερωθή από την τελείαν, καθώς οι Λατίνοι διά το πουργατόριον φρονούσι, και δηλόν τούτο από το ακόλουθον. Λέγων ο Αβραάμ οτι είναι χάσμα μέγα αναμέσον των αμαρτωλών και των δικαίων, το αδύνατον παρασταίνει της ενώσεως, και οτι δεν δύναται να υποστρέψει πλέον εις τους ζώντας, και σωθή δια της μετανοίας, επειδή η εν τω άδη μετάνοια δεν σώζει, αλλά, καθώς δοξάζομεν οτι ακόμη δεν ευρίσκουσι τελείαν δοκιμήν κολάσεως, έως ου φθάση εις καθένα το τέλος και έλθη πάλιν ο Κύριος, θέλει δε είναι υπό δεσμόν και οδύνην το άυλον πνεύμα εις την γέεναν κατά λόγον πρέποντα, και το μανθάνομεν από τας αγίας γραφάς, πλην και εξ όσων συμβαίνουν εδώ εις ημάς, δύναται έκαστος να γνωρίση και στοχασθή διά τα μέλλοντα.

λβ'. Μαρτυρίαι εκ των θείων λειτουργιών

Εν τη Αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου φέρεται η εξής υπέρ των κεκοιμημένων ευχή. «Και τούτων (υπέρ ων προσεκόμισε και εδεήθη) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων Σου σκηναίς, εν τη βασιλεία Σου, χαριζόμενος αυτοίς και τας επαγγελίας Σου, ανεκλάλητα αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασας, ο Θεός, τοις αγαπώσι το όνομά Σου το άγιον. Αυτός μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας Ουρανών αξίωσον,» και εν ετέρω, «και εν τη σήμερον την υπόμνησιν ποιούμεθα.» Εν δε τη Αγία λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω δευτέρω διπτύχω μετά την ανάμνησιν των Αποστόλων, Προφητών, και λοιπών Αγίων, φέρεται. Μνήσθητι Κύριε ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν Ορθοδόξων, εκεί αυτούς ανάπαυσον, εν χώρα ζώντων εν τη βασιλεία Σου, εν τη τρυφή του Παραδείσου, εν τοις κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, των Πατέρων ημών, ένθα απέδρα οδύνη και στεναγμός, ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου Σου και καταλάμπει δια παντώς …. Δος γενέσθαι την προσφοράν ημών ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην εν πνεύματι αγίω, εις εξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και των του λαού αγνοημάτων, και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών». Επίσης και εν τη θεία λειτουργία του Κλήμεντος (Μαθητού του Αποστόλου Πέτρου) Πάπα Ρώμης αναγινώσκομεν. «Έτι δεόμεθά Σου, Κύριε, και υπέρ της αγίας Σου Εκκλησίας της από περάτων έως περάτων … έτι προσφέρομέν Σοι και υπέρ πάντων των απ' αιώνως Σοι ευαρεστησάντων Αγίων, Πατριαρχών, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Επισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Υποδιακόνων, Αναγνωστών, Ψαλτών, Παρθένων, λαικών, και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα.», (ο δε Διάκονος παρακελεύεται τον λαόν, όπως συνδεηθή «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»). Επίσης και εν ταις θείαις λειτουργίαις του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου μνεία γίνεται των κεκοιμημένων. Του Αγίου Ιωάννου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, και πάντων Σου των Αγίων, ων ταις ικεσίαις επίσκεψαι ημάς ο Θεός, και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». (Ενταύθα ο Ιερεύς μνημονεύει ζωντων και τεθνεώτων, ων θέλει, και υπέρ ων παράκλησιν έλαβεν, υπέρ δε των τεθνεώτων λέγει). Υπέρ αναπαύσεως και αφέσεως της ψυχής του δούλου Σου (δείνος) εν τόπω φωτεινώ, ένθα απέδρα λύπη, και στεναγμός, ανάπαυσον αυτόν ο Θεός ημών».


Το γνώθι σαυτόν. 1904

Από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου: Γνώθι σαυτόν. Κεφάλαιο Γ', Περί αγάπης

1. Περί θείου έρωτος

Ο θείος έρως είναι αγάπη του θείου τελεία, εκδηλουμένη ως πόθος του θείου άπαυστος. Ο θείος έρως γεννάται εν τη κεκαθαρμένη καρδία διότι εν αυτή επιφοιτά η θεία χάρις. Ο έρως του Θείου είναι θείον δώρημα, δωρηθέν τη αγνευούση ψυχή υπό της επιφοιτησάσης και αποκαλυφθείσης τη ψυχή θείας χάριτος. Ο θείος έρως ουδενί εγγίγνεται άνευ θείας αποκαλύψεως· διότι η ψυχή η μη δεχθείσα αποκάλυψιν, δεν έσχε την επ' αυτής επίδρασιν της χάριτος και μένει απαθής προς τον θείον έρωτα· αδύνατον δε να γεννηθεί θείος έρως άνευ επενεργούσης θείας δυνάμεως επί της καρδίας. Ο θείος έρως είναι ενέργεια της ενοικούσης εν τη καρδία θείας χάριτος.
Οι ερασταί του Θείου ειλκύσθησαν προς τον θείον έρωτα υπό της επενεργησάσης επί της καθαράς αυτών καρδίας θείας χάριτος, της αποκαλυφθείσης τη ψυχή και ελκυσάσης αυτήν προς τον Θεόν. Ο εραστής του θείου αυτός πρώτος υπό του Θείου ηράσθη, και είτα αυτός ηράσθη του Θείου. Ο εραστής του Θείου πρότερον εγένετο υιός αγάπης και είτα τον ουράνιον ούτος ηγάπησεν Πατέρα.
Η καρδία του ερώντος τον Κύριον ουδέποτε καθεύδει, αλλ' αεί γρηγορεί, διά το πλήθος του έρωτος. Ο άνθρωπος καθεύδει διά την χρείαν της φύσεως, η δε καρδία γρηγορούσα υμνεί το Θείον.
Ο θείος Χρυσόστομος λέγει περί του πνευματικού έρωτος: "Ούτως εστίν επιτακτικός ο πνευματικος έρως, ως μηδενί περιχωρείν καιρώ, αλλ' αεί της ψυχής έχεσθαι του φιλούντος, και μηδεμίαν θλίψιν ή οδύνην συγχωρείν περιγίνεσθαι της ψυχής."
Η τον Θεόν ερώσα ψυχή τω Θεώ προσκολλάται στερρώς και επ' αυτώ πέποιθε και την ελπίδα αυτής άπασαν Αυτώ ανέθετο. Ο θείος αυτής έρως ανάγει αυτήν προς τον Θεόν και Αυτώ διαλέγεται ημέρας και νυκτός.
Η τω θείω έρωτι τρωθείσα ψυχή ουδενός ετέρου εφίεται ή του άκρου αγαθού, κατολιγωρεί δε των πάντων και προς πάντα αηδώς διάκειται.
Η ερώσα του Θεού ψυχή μελέτην αυτής έχει τα λόγια του Θεού και ενδιατριβήν αυτής τα σκηνώματα αυτού. Φθεγγομένη διηγείται τα θαυμάσια του Θεού και διαλεγομένη λαλεί περί της δόξης και μεγαλοπροπέπειας αυτού. Αίνον και ύμνον απαύστως αναπέμπει τω Θεώ, πόθω δε θείω λατρεύει αυτόν. Ούτως ο θείος έρως όλην την ψυχήν εαυτώ μεθηρμόσατο, εαυτώ περιεποιήσατο και εξωκειώσατο.
Η του Θείου ερασθείσα ψυχή επέγνω το θείον, η δε επίγνωσις ανέφλεξε τον θείον έρωτα αυτής. Η του Θεού ερασθείσα ψυχή εγένετο μακαρία, διότι έτυχε του Θείου εφετού του πληρώσαντος τους πόθους αυτής· πάσα επιθυμία, πάσα επιποθία, πάσα έφεσις ξένη προς την θείαν αγάπην, αποκρούεται υπ' αυτής ως ταπεινή και αναξία εαυτής.
Πόσον η προς το Θείον αγάπη επαμειβομένη υπό της θείας αγάπης μεταρσιοί την ερώσαν του Θείου ψυχήν! Αύτη η θεία αγάπη ως νεφέλη κούφη αναλαμβάνουσα την ψυχήν φέρει προς την αέναον πηγήν της αγάπης, προς την αϊδιον αγάπην, και πληροί αυτήν φωτός αϊδίου.
Η υπό του θείου έρωτος τρωθείσα ψυχή αεί χαίρει και αγάλλεται και σκιρτά και χορεύει, διότι ευρίσκεται επαναπαυομένη επί της αγάπης του Κυρίου ως επί ύδατος αναπαύσεως· ουδέν των του κόσμου θλιβερών ισχύει να διαταράξη την γαλήνην και την ειρήνην αυτής, ουδέ την χαράν και την ευφροσύνην αυτής των λυπηρών τι να αφαιρέση.
Η ερώσα του Θείου ψυχή μεταρσιουμένη υπό της αγάπης υπεξίσταταί πως των σωματικών αισθήσεων και αυτού του σώματος πως αποχωρεί και εαυτής επιλανθάνεται διά την τελείαν προς το Θείον αφοσίωσιν.
Η ανερμήνευτος γλυκύτης της θείας αγάπης την μεν καρδίαν καταθέλγει και κατακυριεύει, τον δε νουν έλκει προς το Θείον, ίνα του Θεού απολαύσει εν αγαλλιάσει.
Ο θείος έρως την προς Θεόν προμνηστεύεται οικείωσιν, η δε γεύσις την πείναν.
Η ψυχή, ης θείος άπτεται έρως, ουδέν έτερον λογίζεσθαι δύναται ουδέ επιποθείν, αλλά συνεχώς στενάζουσα λέγει· Κύριε, πότε ήξω προς Σε ο Θεός, ως επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων!
Τοιούτος ο θείος έρως ο κυριεύων της ψυχής.

2. Περί της θείας αγάπης

Ω αγάπη αληθής και βεβαία! Ω αγάπη, της θείας εικόνος ομοίωμα ! Ω αγάπη, της εμής ψυχής γλυκυτάτη απόλαυσις ! Ω αγάπη, της εμής καρδίας θείον πλήρωμα! Ω αγάπη, της εμής ψυχικής ισχύος το κραταίωμα ! Ω αγάπη, της εμής διανοίας διηνεκές μελέτημα. Συ την ψυχήν μου αεί διακατέχουσα αυτήν περιέπεις και διαθερμαίνεις. Συ αυτήν ζωογονείς και προς την θείαν αγάπησιν ανάγεις. Συ την καρδίαν μου πληρούσα τη φλoγί του θείου έρωτος εκκαίεις, και την του άκρου εφετού ζωπυρείς επιπόθησιν. Συ την ισχύν της ψυχής μου τη ζωογόνω σου δυνάμει ενισχύουσα ικανοίς, όπως την οφειλομένην τη θεία αγάπη προσφέρη λατρείαν. Συ την διάνοιάν μου κατέχουσα ελευθεροίς αυτήν των δεσμών των γηίνων και παρέχεις αυτή την ελευθερίαν, ίνα προς την εν Ουρανοίς θείαν αγάπην ακωλύτως ανάγηται. Συ είσαι το πολυτιμότατον των πιστών θησαύρισμα, διότι είσαι το τιμιώτατον των θείων χαρισμάτων δώρημα. Συ είσαι το θεοειδές της ψυχής και της καρψίας αγλάϊσμα, διότι αναδεικνύεις τους πιστούς υιούς Θεού. Συ είσαι το των πιστών εγκαλλώπισμα, διότι σεμνύνειs τους φίλους σου. Συ είσαι το μόνον διηνεκές αγαθόν, διότι είσαι αιωνία. Συ είσαι το ωραιότερον των φίλων του Θεού περιβόλαιον, διότι δι' αυτού περιβεβλημένοι οι πιστοί εμφανίζονται ενώπιον της θείας αγάπης. Συ είσαι το ήδιστον των πιστών εντρύφημα, διότι είσαι καρπός του αγίου Πνεύματος . Συ εισάγεις τους υπό σου αγιασθέντας πιστούς εις την βασιλείαν των Ουρανών. Συ είσαι η ευωδία των πιστών. Διά σου της τρυφής του παραδείσου μεταλαμβάνουσιν οι πιστοί. Διά σου το φως του νοητού ηλίου εν τη ψυχή των πιστών ανατέλλει. Διά σου οι νοεροί οφθαλμοί των πιστών αυγάζονται. Διά σου οι πιστοί θείας δόξης και αιωνίου ζωής μέτοχοι γίνονται. Διά σου ο πόθος των ουρανίων εν ημίν εγγίγνεται. Συ την βασιλείαν του Θεού επί της γης αποκαθιστάς. Συ την ειρήνην τοις ανθρώποις βραβεύεις. Συ την γην προς τον Ουρανόν εξομοιοίς. Συ τους ανθρώπους τοις αγγέλοις συνάπτεις και αρμονικήν υμνωδίαν τω Θεώ αναπέμπεις. Συ εν πάσι νικάς. Συ εν πάσιν υπερτέρα δείκνυσαι. Συ τα πάντα αληθώς κυβερνάς. Συ τα πάντα σοφώς διέπεις. Συ τα πάντα κρατείς και συνέχεις. Συ ουδέποτε εκπίπτεις.
Ω αγάπη, καρδίας της εμής πλήρωμα! Ω αγάπη, yλυκύτατον του γλυκυτάτου Ιησού ομοίωμα. Ω αγάπη, των μαθητών του Κυρίου ίερώτατον έμβλημα. Ω αγάπη, του γλυκυτάτου Ιησού σύμβολον. Συ τω πόθω σου τρώσον την εμήν καρδίαν, πλήρωσον αυτήν χρηστότητος και αγαθωσύνης, έμπλησον αυτήν αγαλλιάσεως. Συ οικητήριον ταύτην ανάδειξον της χάριτος του παναγίου Πνεύματοs. Συ πύρωσον όλην τη θεία φλογί σου όπως καταφλέξη τα ταπεινά αυτής πάθη, αγιάση αυτήν και εις άπαυστον ανελκύση υμνωδίαν. Συ πλήρωσον την καρδίαν ,μου γλυκασμού της σης αγάπης, όπως τον μόνον γλυκήτατον αγαπώ Ιησούν Χριστόν τον Κύριον μου και αυτώ άπαυστον αναπέμπω την υμνωδίαν εξ όλης καρδίας, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας. Αμήν.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει περί της προς τον Θεόν αγάπης· "αγάπη, προφητείας χορηγός· αγάπη, τεράτων παρεκτική· αγάπη, ελλάμψεως άβυσσος· αγάπη, πηγή πυρός· όσον αναβλύζει, τοσούτον τον διψώντα καταφλέγη· αγάπη, αγγέλων στάσις, προκοπή ανθρώπων· απάγγειλον ημίν, ω καλή εν αρεταίς, πού ποιμαίνεις τα πρόβατά σου; πού κατασκηνοίς εν μεσημβρία ; φώτισον ημάς· πότισον ημάς· οδήγησον ημάς· χειραγώγησον ημάς· επειδή προς σε αναβαίνειν βουλόμεθα». (Λόγος Λ'.)

3. Περί αγάπης Θεού ότι θείον εστί ιδίωμα και ότι εκ ταύτης ημίν προχέονται άπαντα τα αγαθά.

Αγάπη! θείον ιδίωμα, ότι ο Θεός αγάπη εστί· διό και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ. Η αγάπη εστί διάθεσις ψυχής αγαθή, καθ' ην αύτη ουδέν των οντων της του Θεού γνώσεως προτιμά. Η αγάπη διδάσκει την τήρησιν των θείων εντολών· εναργές δε τεκμήριον της περί Θεόν αγάπης η των θείων αυτού νόμων τήρησις. Η αγάπη η προς τον Θεόν άγει εις την τήρησιν των εντολών των εις γνώσιν του Θεού αναγουσών. Ο τον έρωτα τον θείον δεξάμενος πάντων μεν ομού των γηϊνων καταφρονεί, πατεί δε απάσας τας του κόσμου ηδονάς· υπερορά πλούτου και δόξης, και της παρ' ανθρώπων τιμής· αραχνίων ουδέν διαφέρειν υπολαμβάνειν την βασιλικήν αλουργίδα· τους πολυτελείς των λίθων ταις παρά τας όλθας απεικάζει ψηφίσιν. Ου μακαριστήν ηγείται την υγίειαν του σώματος, ουδέ συμφοράν την νόσον αποκαλεί, ουδέ δυσπραξίαν την πενίαν προσαγορεύει, ουδέ πλούτω και τρυφή την ευδαιμονίαν ορίζεται· αλλά ποταμίοις ρεύμασι τα παραπεφυτευμένα ταις όχθαις παραρρέουσι δένδρα και προς ουδέν τούτων ισταμένοις, αεί εοικέναι τούτων έκαστον ηγείται καλώς.
Αληθώς η πνευματική αγάπη πόλις εστίν οχυρά, ου δυναμένη καταγωνισθήναι ουδέ πολιορκηθήναι υπό του Διαβόλου, ούτε υπορυγαίς, ούτε υπερβάσεσιν· ουδέ γαρ είκει ταις ελεπόλεσι του σατανά, διά το παρά του Δεσπότου Χριστού φυλάττεσθαι.
Όταν το της αγάπης επίκειται διάδημα, αρκεί δείξαι του Χριστού τον ακριβή μαθητήν, ουχ ημίν μόνον, αλλά και τοις απίστοις. Εν τούτω γαρ, φησί, γνώσονται πάντεs, ότι μαθηταί μου εστέ, εάν αγαπάτε αλλήλους. Ώστε το σημείον τούτο σημείων απάντων μείζον, είγε εν αυτώ γνωρίζεται ο μαθητής. Καν yαρ μυρία ποιώσι τινές σημεία, στασιάζωσι δε προς αλλήλους, καταγέλαστοι τοις απίστοις έσονται· ώσπερ καν μηδέν ποιώσι σημείον, αγαπώσι δ' αλλήλους ακριβώς, και αιδέσιμοι και αχείρωτοι πάσιν όντες διαμένουσιν.
Η αγάπη εστίν η των μαθητών του Κυρίου εικών, ο χαρακτήρ των του Θεού δούλων, το γνώρισμα των αποστόλων· εν τούτω γαρ γινώσκωσιν αυτούς πάντες.
Αγάπη, το εξαίρετον αγαθόν, το υπέρτατον γνώρισμα των του Χριστού μαθητών. Η αγάπη τον χριστιανόν χαρακτηρίζει και αύτη των σημείων απάντων μείζων· αύτη γάρ και των άλλων εντολών εστί φύλαξ και συνεργός. Και ώσπερ αι ιμαντίαι (τα δεσίματα) τας οικοδομάς συνέχουσιν, ούτως αύτη την τελειότητα προξενεί, και συνάπτει τα μέλη του σώματος. Πάντα εκείνα αύτη συσφίγγει παρούσα, απούσης δε διαλύονται ή ελέγχονται υπόκρισις όντα και ουδέν. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει, τουτέστιν ουδέποτε αστοχεί, αλλά πάντα κατορθοί, ή, ο κρείττον αντί τούτου, ου διαλύεται, ου διακόπτεται, ουδέποτε παύεται, αλλά και εν τω μέλλοντι αιώνι μένει, των άλλων απάντων καταργουμένων· ου διασφάλλεται, αλλ' αεί μένει, βεβαία και ασάλευτος, και ακίνητοs εσαεί διαμένουσα. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει· καν στασιάζωσιν άλλοι, καν χαίρωσι μάχαις, καν τα πρώτα ζητώσι, καν φθόνος αυτούς ανερεθίζη, καν χειρών άρχωσιν αδίκων, καν τα άνω στρέφωσι κάτω, ουδέποτε η αγάπη της οικείαs έδρας και αρετής εκπίπτει.
Ο Θεός Αγάπη καλούμενος ου διάθεσιs υπάρχει, αλλά ουσία αγαπώσα α δημιουργεί και ων προνοείται. Ο Θεός ημών η Αγάπη εστί, και τούτο χαίρει μάλλον ακούων ο Θεός ή τι άλλο.
Η αγάπη του Θεού την πάσαν αγάπην μεθ' υπερβολής υπερβαίνει. Ουχ απλώς ημών προνοεί, αλλά και ερών, και σφόβρα ερών έρωτα τινά αμήχανον, έρωτα απαθή μεν, θερμότατον δε και εντονώτατον και γνήσιον και ακατάλυτον και σβεσθήναι μη δυνάμενον.
Τι ουκ εποίησεν ο Θεός δι' ημάς ; Φθαρτόν τον κόσμον δι' ημάς, και άφθαρτον εποίησε δι' ημάς· κακωθήναι τους προφήτας συνεχώρησε δι' ημάς, εις αιχμαλωσίαν έπεμψε δι' ημάς, εις κάμινον αφήκεν εμπεσείν δι' ημάς· τα μυρία υπομείναι κακά δι' ημάς. Και προφήτας δι' ημάς αυτούς εποίησε, και αποστόλους δι' ημάς· τον μονογενή δι' ημάς εξέδωκε, τον διάβολον δι' ημάς κολάζει.
Δι' ημάς Θεός εν ανθρώποις· διά την καταφθαρείσαν φύσιν ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν· μετά των αχαρίστων, dοευεργέτης· προς τους αιχμαλώτους, ο ελευθερωτής· προς τους καθημένονς εν σκότει, ο ήλιος της δικαιοσύνηs· επί τον σταυρόν, o απαθής· επί τον θάνατον, η ζωή· επί τον άδην, το φως· η ανάστασις διά τους πεσόντας· πνεύμα υιοθεσίας, χαρισμάτων διανομαί, στεφάνων επαγγελίαι και τα άλλα, όσα ουδέ εξαριθμήσασθαι ράδιον.
Δι' ημάς Θεός εν ανθρώποις· πνεύματος αγίου διανομή· θανάτου κατάλυσις· αναστάσεως ελπίς· θεία προστάγματα τελειούντα ημών την ζωήν· πορεία προς Θεόν διά των εντολών· βασιλεία των ουρανών ευτρεπής· στέφανος δικαιοσύνης έτοιμος τω τους υπέρ της αρετής πόνους μη αποδράσαντι.
Η αγάπη του Θεού τον Θεόν έδειξεν επί της γης· η αγάπη του Θεού τον δεσπότην δούλον εποίησεν· η αγάπη του Θεού υπέρ των εχθρών τον αγαπητόν, υπέρ των μισούντων τον Yιόν, υπέρ των δούλων τον δεσπότην, υπέρ των ανθρώπων τον Θεόν, υπέρ των οικετών τον ελεύθερον εκδοθήναι εποίησε. Και ουδέ μέχρι τούτου έστη, αλλά και επί μείζονα ημάς εκάλεσεν· ου γαρ μόνον απήλλαξεν ημάs των προτέρων κακών, αλλά και πολλώ μείζονα επηγγείλατο.
Η αγπη του Θεού ένδοξος εστί σοφία, και χορηγήσει αυτήν τοις αγαπώσιν αυτόν. Ο αγαπών τον Θεόν τον λόγον αυτού τηρεί, και ο Θεός αγαπά αυτόν, και εμφανίζει αυτώ εαυτώ. "Εάν τις αγαπά με, λέγει ο Κύριος, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν".
Τος αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν.
Ει τις αγαπά τον Θεόν ούτος έγνωσται υπ' αυτού.
Ο Θεός την ιδίαν παρέχει κοινωνίαν τοις τηρούσι την προς αυτόν φιλίαν· κοινωνία δε Θεού ζωή και φως και απόλαυσις των παρ' αυτού αγαθών.
Ου πάντων Θεός ο Θεός, αλλά των οικειωθέντων αυτώ διά της αγάπης· αγάπη δε εστί σύνδεσμος τελειώσεως· δημιουργός αρετής απάσης η αγάπη.
Η αγάπη προς τον Θεόν τίκτεται από πίστεως ειλικρινούς· ο γάρ όντως εις Θεόν πιστεύων ουκ ανέχεται ποτέ ταύτην αφείναι.
Μάλλον ο χόρτος υπέμεινε πυρός επιφοράν, ή φλόγα αγάπης ο διάβολος· αύτη τείχους οχυρωτέρα, αύτη αδάμαντος στερροτέρα.
Αγάπη δε εστίν ου ψιλά ρήματα, ουδέ πρσρήσεις απλώς, αλλά προστασία και δι' έργων επίδειξις· οίον το πενίαν λύειν, το νοσούντι συναμύνειν, το κινδύνων απαλλάττειν, το εν περιστάσεσιν ούσι παρίστασθαι, το κλάιειν μετά κλαιόντων, το χαίρειν μετά χαιρόντων.
Ο αγαπών τον Θεόν, ως πεπληρωμένη έχων την εαυτού καρδίαν εκ της θείας αγάπης, αγαπά τους εχθρούς αυτού, ευλογεί τους καταρωμένους αυτόν, καλώς ποιεί τους μισούντας αυτόν και προσεύχεται υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων αυτόν.
Ενέργεια και απόδειξις της προς τον Θεόν τελείας αγάπης εστίν η γνησία δι' ευνοίας προς τον πλησίον διάθεσις. Εν τούτω εγνώκαμεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έθηκε και ημείς οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς ημών τιθέναι.
Η αγάπη καλύπτει πλήθος αμαρτιών.
Η αγάπη παρρησίαν δίδωσιν εν τη ημέρα της κρίσεως.

4. Εξομολόγησις πιστού

Θεός εμοί δόξα και πλούτος και καύχημα. Θεός το γλυκύτατον και ήδιστον υπέρ παν πράγμα. Θεός το μελέτημα και εντρύφημα. Θεού πνοής η ψυχή μου δημιούργημα. Θεού πλάσμα το σώμα μου. Θεού ειμί όλως εικών. Θεού θεία χάριτι γένος. Θεόθεν μοι το είναι, το κινείσθαι· θεόθεν το φθέγγεσθαι έλαβον. Θεώ καθ' εκάστην το πνέυμα παρατίθημι. Θεώ τας ευχάς μου, όσαι ώραι, προσάγω. Θεώ ζω και δουλεύω και πάρειμι. Θεόν τον μέγαν και ισχυρόν και ζώντα πάροχον και συλλήπτορα και τελειωτήν των καλών ευμοιρώ. Θεόν επόπτην, ων και νοώ και λέγω και πράττω και πλουτώ. Θεόν κριτήν φοβερόν των εν εμοί πεπραγμένων εκδέχομαι. Θεόν ίλεων και συγγνώμονα έχω. Θεόν μακρόθυμον και πολυέλεον ομολογώ. Θεόν σωτήρα και λυτρωτήν μου και Κύριον ανακηρύττω. Θεόν αρχήν των πάντων γινώσκω. Θεόν δοτήρα των αγαθών οίδα. Θεόν προνοητήν και επόπτην επίσταμαι. Θεόν πάνσοφον και παντογνώστην, τον γινώσκοντα τα μέλλοντα και τα παρόντα και τα παρελθόντα επιγινώσκω. Θεόν αγαθόν και άγιον και δίκαιον και αληθινόν υμνώ και δοξάζω και ευλοyώ και υπερυψώ. Θεόν φιλάνθρωπον προσκυνώ και λατρεύω. Θεώ πιστεύω. Επί Θεόν ελπίζω και την ελπίδα της σωτηρίας μου ανατίθημι. Θεόν την πηγήν της αγάπης αγαπώ και επιποθώ. Προς τον Θεόν η ψυχή μου σπένδεται. Προς τον Θεόν η διάνοιά μου ανυψουμένη επαναπαύεται. Tον Θεόν η καρδία μου επιποθεί. Ένα Θεόν τρισήλιον, την τρισυπόστατον θεότητα, ομολογώ· μίαν Θεότητα άναρχον, αϊδιον, απλήν, υπερούσιον, αμέριστον κηρύττω· την αυτήν Μονάδα και Τριάδα· όλην Μονάδα την αυτήν, και όλην Τριάδα την αυτήν· Μονάδα όλην κατ' ουσίαν την αυτήν, και Τριάδα όλην κατά τας υποστάσεις την αυτήν πιστεύω και ομολογώ· διότι μία θεότης ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις η της ομοουσίου Τριάδος· διότι μία και η αυτή φύσις και ουσία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος.
Ταύτα ομολογώ και πιστεύω και κηρύττω και φθέγγομαι.

Ο χαρακτήρας του μη κατ' επίγνωση ζηλωτού

Πηγή: Αγ. Νεκταρίου, "το Γνώθι σαυτόν", σ. 179

Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής κέκτηται μεν ζήλον αλλ' ου κατ' επίγνωσιν, πλανάται εν ταις σκέψεσι και ενεργείας αυτού και εργαζόμενος δήθεν υπέρ της δόξης του Θεού παραβαίνει τον νόμον της προς τον πλησίον αγάπης.
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής εν τη ζέσει του ζήλου αυτού πράττει τα ενάντια, προς τάς διατάξεις του Θειου νόμου και προς το Θείον θέλημα.
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής διαπράττει το κακόν, όπως επέλθη το υπ' αυτού νοούμενον αγαθόν.
Ο ζήλος του μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτού είναι πυρ διαφθείρον, πυρ καταναλίσκον· η καταστροφή προπορεύεται αυτού και η ερήμωσις έπεται αυτώ.
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής εύχεται τω Θεώ να ρίψη πυρ εξ ουρανού και να κατακαύση πάντας τους μη δεχόμενους τας αρχάς και πεποιθήσεις αυτού.
Τον μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτήν χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετεροθρήσκους ή ετεροδόξους, ο φθόνος και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίσταση προς το αληθές πνεύμα του θείου νόμου, η παράλογος επίμονη εν τη υπερασπίσει των ιδίων φρονημάτων, ο παράφορος ζήλος προς κατίσχυσιν εν πασίν, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έρις, και το φιλοτάραχον.
Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής είναι, άνθρωπος ολέθριος.


Μελέτη περί της Μητρός του Κυρίου της Υπεραργίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. 1904

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου "Μελέτη περί της Μητρός του Κυρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας" εκδοθέν το πρώτον εν Αθήναις το 1901)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Περί του σεβασμού των πιστών προς την Υπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον και Αειπαρθένον Μαρίαν και περί των αγίων αυτής εικόνων και περί των ιερών ναών των τιμωμένων επ' ονόματι αυτής

. Η Θεοτόκος τοσούτου απέλαυε σεβασμού παρά των πιστών, τοσαύτης τιμής και αγάπης, ώστε προς ταύτην μετά Θεόν, πλην της λατρείας, τα δευτερεία της τιμής, του σεβασμού και της αγάπης απέδιδαν. Ο σεβασμός των πιστών προς την παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν ανέρχεται εις αυτόν τον Α' και Β' αιώνα, και επεβάλλετο υπ' αυτών των Ιερών Γραφών μνημονευουσών του ονόματος αυτής ως κεχαριτωμένης και ευλογημένης και ως ευρούσης χάριν παρά τω Θεώ μόνης μεταξύ πασών των γυναικών. Αυτή η Θεοτόκος εν πνεύματι προφητικό ήδη αναγγέλει την περιωπήν αυτής μεταξύ πασών των γενεών, λέγουσα: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί κτλ.» (Λουκ. α' 48). Και αληθώς από του χρόνου εκείνου ήρξατο ο μακαρισμός της Θεοτόκου. Την Θεοτόκον εμακάρισε πρώτη η Ελισάβετ, ήτις, πλησθείσα πνεύματος αγίου, ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπεν «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, και μακαρία η πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου» (Λουκ. α' 42-45). Επίσης αι σύγχρονοι γυναίκες αι θεωρούσαι την παρθένον αγκαλοφορούσαν το θείον βρέφος πάντως θα εμακάριζον αυτήν. Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει την επάρασαν φωνήν εκ του όχλου και μακαρίσασαν την γαλακτοτροφήσασαν τον Κύριον Μητέρα (ια' 27). Εκ της χριστιανικής αρχαιολογίας μανθάνομεν ότι αι εικόνες της θεομήτορος εικονίζοντο και ετιμώντο από του Α' ήδη και Β' αιώνος. Και ουκ ην άλλως γενέσθαι, του Ευαγγελίου αυτού συνιστώντας την τιμήν προς την Θεοτόκον Παρθένον Μαρίαν, και αυτής της Θεοτόκου αναγγελούσης ότι «από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί». Όθεν η Θεοτόκος ετιμάτο και εμακαρίζετο από πασών των γενεών των από του Ευαγγελισμού αυτής μέχρι σήμερον και θέλει μακαρίζεται μέχρι της συντελείας των αιώνων. Οι την τιμήν δε και τον μακαρισμόν της Θεοτόκου μη προσφέροντες προς ρητός του Ευαγγελίου εντολάς αντιστρατεύονται, διότι όλον το Ευαγγέλιον εστί νόμος, και η αθέτησις ενός ιώτα ή μιας κεραίας εστίν αθέτησις του νόμου. Κατά την Γ' πλέον εκατονταετηρίδα ο σεβασμός προς την Θεοτόκον εξεδηλούτο μέγας. Η χριστιανική υμνωδία υμνεί την Παρθένον και Θεοτόκον Μαρίαν ως Βασίλισσαν του Ουρανού και Κυρίαν των Αγγέλων. Κατά την εποχήν δε ταύτην ανεφάνησαν εν τισί χώραις, ένθα ευάριθμοι χριστιανοί συνοικούν μετά πολυαρίθμων εθνικών, κακόδοξοι τίνες, οίτινες ανήγαγον τον προς την Θεοτόκον σεβασμόν εις λατρείαν και απένειμαν τη Παρθένω Μαρία ισόθεον τιμήν κατά μίμησιν των από των εθνικών λατρευομένων γυναικείων θεοτήτων. Η κακόδοξος αύτη αίρεσις επεκλήθη των Κολλυριδιανών διά τους πλακούντας ή κολλυρίδας, ας ως θυσίαν προσέφεραν καθ' ωρισμένην ημέραν επί δίφρου και ους έπειτα έτρωγαν (Επιφάνιος εν αιρέσει 78 και 79). Κατά την αυτήν εποχήν ανεφάνησαν και οι εκ διαμέτρου αντίθετοι των Κολλυριδιανών, οι Άντιδικομαριανίται λεγόμενοι, οι την δόξαν της Μητρός του Κυρίου μη ανεχόμενοι, οίτινες και επί τοσούτον εξετραχηλίσθησαν, ώστε να τολμήσωσι να είπωσιν, ότι η Παρθένος μετά την γέννησιν του Σωτήρας συνήλθεν ανδρί και έτεκε και άλλα τέκνα. Ταύτης της αιρέσεως ζηλωταί εγένοντο και οι νεώτεροι αντιδικομαριανίται, οι την αειπαρθενίαν και την προσωνυμίαν Θεοτόκος αρνούμενοι. Τας αιρέσεις ταύτας η Εκκλησία κατεδίκασε και κατέκρινε, και ευκρινώς διετύπωσε την ορθήν και ασφαλή αυτής δόξαν, καθ' ην την αειπάρθενον κόρην ως Θεοτόκον οφείλομεν να τιμώμεν, ουχί δε ως Θεόν να προσκυνώμεν (Κύριλλος). Αι αιρέσεις των Κολλυριδιανών και των Αντιδικομαριανιτών, αι κατά την Γ' Εκατονταετηρίδα εμφανισθείσαι, μαρτυρούσι παρεκτροπήν από της αληθούς δόξης της Καθολικής Εκκλησίας, ήτις ευρίσκετο εν τω μέσω των δύο εκ διαμέτρου αντιθέτων αιρέσεων. Ο Επιφάνιος εν αιρέσει οη' κεφ. 23 λέγει «Άλλους πάλιν αφραίνοντας εις την υπέρ της αυτής αγίας αειπαρθένου υπόθεσιν, αντί Θεού ταύτην προσάγειν εσπουδακότας και σπουδάζοντας, και εν εμβροντήσει τινί και φρενοβλαβεία φερομένους. Διηγούνται γαρ ως τινές γυναίκες εν τη Αραβία από των μερών της Θράκης τούτο γε το κενοφώνημα ενηνόχασιν, ως εις όνομα της αειπαρθένου κολλυρίδα τινά επιτελείν, και συνάγεσθαι επί το αυτό, και εις όνομα της αγίας Παρθένου υπέρ το μέτρον τι πειράσθαι αθεμίτω και βλασφήμω επιχειρείν πράγματι, και εις όνομα αυτής ιερουργείν διά γυναικών». Και εν αιρέσει οθ' κεφ. 1 λέγει «Η αίρεσις πάλιν εν τη Αραβία από της Θράκης και των άνω μερών της Σκυθίας ανεδείχθη... τινές γυναίκες κουρικόν τινά κοσμούσαι, (ήτοι δίφρον τετράγωνον), απλώσασαι επ' αυτόν οθόνην, εν ημέρα τινί φανερά του έτους, εν ημέραις τισίν άρτον προτιθέασι και αναφέρουσιν εις όνομα της Μαρίας, αι πάσαι δε από του άρτου μεταλαμβάνουσιν». Ουχ ήττον κατά την Δ' ήδη εκατονταετηρίδα η ευλάβεια και ο σεβασμός προς την Θεομήτορα εξεδηλώθη και εξωτερικώς επί μάλλον λαμπρότερος δι' ανεγέρσεως μεγαλοπρεπών Ιερών Ναών αφιερωμένων εις το όνομα της Θεομήτορος. Η Θεοτόκος ην και έστι και έσται τοις πιστοίς η άμαχος προστάτις και ο ταχύς αντιλήπτωρ και βοηθός. Ταύτην επεκαλούντο εν κινδύνοις και εν θλίψεσι, και ταύτην είχον υπέρμαχον στρατηγόν εν τοις πολέμοις. Η απροσμάχητος αυτής δύναμις συνέτριβε τους πολεμίους και η μητρική προς τον Υιόν και Θεόν Αυτής παρρησία το θείον επί τους πιστούς εδαψίλευεν έλεος. Η ευλάβεια των πιστών προς την Θεομήτορα από του χρόνου της καταδίκης της αιρέσεως του Νεστορίου εξεδηλούτο καθ' άπαν το Ρωμαϊκόν κράτος δια λαμπρών εορτών και πνευματικών πανηγύρεων, οι δε πανταχού ανεγειρόμενοι επ' ονόματι της θεομήτορος μεγαλοπρεπείς ναοί λαμπρώς διεκοσμούντο και κάλλει διέπρεπον. Η ηδραιωμένη δε αυτή εν ταις καρδίαις των πιστών ευλάβεια προς την Θεοτόκον και αειπάρθενον Μητέρα του Κυρίου, αρξαμένη από της αναδείξεως αυτής ως Μητρός του Κυρίου, διετέλεσεν αμετάπτωτος καθ' όλους τους αιώνας και θέλει διαμείνη παρά τοις πιστοίς εις άπαντα τον αιώνα ασάλευτος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Περί της προσωνυμίας Θεοτόκος Η προσωνυμία Θεοτόκος, δι' ης προσφωνείται η Υπεραγία Δέσποινα ημών και Μήτηρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, είναι η μόνη προσήκουσα αυτή επωνυμία. Οι αποκρούοντες το όνομα Θεοτόκος λέγουσιν ότι όλοι οι σημαντικοί πατέρες της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας μέχρι του Επιφανίου, ήτοι επί 400 έτη μ. Χ. οίον Πολύκαρπος, Ειρηναίος, Ιουστίνος ο μάρτυς, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Χρυσόστομος, Βασίλειος εις τα γνήσια συγγράμματα αυτών, αναφερόντες το όνομα της Παναγίας, ονομάζουσιν ως επί το πλείστον Μαρίαν, Μητέρα του Χριστού, Μαρίαν Παρθένον, Αγίαν Παρθένον κτλ. αλλά ποτέ Θεοτόκον» λέγουσι δ' ότι το όνομα τούτο έγεινε συχνότατον από της εν Εφέσω τω 430 μ.Χ. συνελθούσης Οικουμενικής Γ' Συνόδου. Προς ταύτα απαντώμεν, εξ αυτών τούτων των θειων Πατέρων και διδασκάλων της εκκλησίας φέροντες τας αποδείξεις. Και εν τοις προφήταις και εν πάση τη Κ. Διαθήκη, εν οις η εκ παρθένου γέννησις του Χριστού προφητεύεται και ευαγγελίζεται, Θεοτόκος η Μαριάμ κηρύττεται, διότι αύτη εγέννησεν ουκ άνθρωπον ψιλόν, αλλά Θεόν σεσαρκωμένον αληθώς και κυρίως, και τοιαύτην πιστεύοντες ομολογούσι, συνωδά προς την δόξαν της Ορθοδόξου ημών Ανατολικής Εκκλησίας και άπαντες εν γένει οι ιεροί της εκκλησίας φωστήρες από του πρώτου μέχρι του εσχάτου ως παραδεχόμενοι την παρθένον Μαρίαν Μητέρα Θεού. Και εν πρώτοις παρά τω Ωριγένει πρώτω (τω 230 μ.Χ.) ευρίσκομεν πρώτον το όνομα της Παρθένου Θεοτόκος. Ούτος Θεοτόκον την παρθένον εκάλεσεν ερμηνεύων το λγ' εδάφιον του κβ' κεφ. του Δευτερονομίου, «την ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεί ούτω και επί του Ιωσήφ και της Θεοτόκου ελέχθη». Ο Ωριγένης, ο κατακριθείς δι' άλλας αυτού κακοδοξίας δεν κατεκρίθη διά το όνομα «Θεοτόκος», όπερ θα εγίνετο, εάν τούτο ήτο καινόν τι προσφώνημα και ουχί παλαιόν. Και σημείωσαι ότι ο Ωριγένης μαθητής ην του Ιερού Κλήμεντος του Αλεξανδρέως του εν έτει 180 μετά Χριστόν ακμάσαντος, και δήλον, ότι παρ' αυτού εμυήθη την ιεράν συνήθειαν την εν τη εκκλησία και τοις πάσι γνωστήν εντεύθεν και ου κατεκρίθη. Και Διονύσιος ο Αλεξανδρείας τω 250 γράφων προς Παύλον τον Σαμοσατέα λέγει: «τον σαρκωθέντα εκ της Αγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας». Και Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός τω 275 (λόγ. εις τον Ευαγγελισμόν) λέγει: «ταύτης ουν της προφητείας την ωδήν η Αγία Θεοτόκος ανέπεμπε λέγουσα, Μεγαλύνει ή ψυχή μου τον Κύριον κτλ.» Και ο Ιερός Μεθόδιος επίσκοπος Πατάρων και εκκλησιαστικός συγγραφεύς (τω 300-311) λέγει: «Και δη λαβομένη η Θεοτόκος τον εκ του αχράντου και παναμώμου αυτής θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιόν και ανέκφραστον άνθρακα, ως λαβίδι...» Και αλλαχού: «επί τούτοις παρρησιασάμενος ο δίκαιος, και τη προτροπή είξας της διακονησαμένης Θεώ προς ανθρώπους θεομήτορος...» Και αλλαχού πάλιν «τι προς σε φθέγξομαι, ω μήτερ παρθένε, και παρθένε μήτερ; Πατρικοίς σε ύμνοις προσφθέγξομαι, θύγατερ Δαυίδ και μήτερ του Κυρίου και Θεού Δαυίδ... ω πασών γενεών υψηλοτέρα και πάντων ορατών τε και αοράτων δημιουργημάτων τιμιωτέρα φανείσα, διά σου γέγονε Κύριος ο Θεός των δυνάμεων μεθ' ημών. Εύγε εύγε εύγε Μήτερ Θεού, και δούλη». Και ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος ο μετά τον Αχιλλάν τω 320, γράφων προς τον Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρον τον επί της Α' οικουμενικής αγίας Συνόδου, και Άμμων Επίσκοπος Ανδριανουπόλεως, Θεοτόκον την Παρθένον εκάλουν. Και ο Παμφίλου Ευσέβιος τω 320 (εν βίω Κωνσταντίνου κεφ. μγ'.) λέγει: «Διό δη βασιλίς η θεοσεβεστάτη (Ελένη), της Θεοτόκου την κύησιν (ήτοι την Βηθλεέμ), μνήμασι θαυμαστοίς κατεκόσμοι». Και μητέρα Θεού ο αυτός ονομάζει την Παρθένον, λέγων «ανάγκη γαρ τον δημιουργόν των έργων αυτού κήδεσθαι, επεί δε κοσμικώ σώματι πλησιάζειν εν τε τη γη χρονίζειν έμελλε, της χρείας τούτο απαιτούσης, νέαν τινά γέννησιν εαυτού εμηχανήσατο, χωρίς γαρ τοι γάμων σύλληψις, και Αγνής παρθενίας ειλείθυια, και Θεού μήτηρ, κόρη κτλ.» (βλ. αυτόθι σ. 162). Και ο Μέγας Αθανάσιος ο φωστήρ της Αλεξανδρείας τω 330 λέγει «και αυτός δε ο Άγγελος δρώμενος ομολογεί απεστάλθαι παρά του δεσπότου, ως επί Ζαχαρίου ο Γαβριήλ, και επί της Θεοτόκου Μαρίας ο αυτός ωμολόγησε». Και πάλιν «σκοπός τοίνυν ούτος και χαρακτήρ της αγίας Γραφής, ως πολλάκις είπομεν, διπλήν είναι την περί του Σωτήρας επαγγελίαν εν αυτή ότι τε αεί Θεός ων και υιός εστί, λόγος ων και απαύγασμα και σοφία του Πατρός, και ότι ύστερον δι' ημάς σάρκα λαβών εκ παρθένου της Θεοτόκου Μαρίας άνθρωπος γέγονε». Και πάλιν «όθεν και γενομένης της σαρκός εκ της Θεοτόκου Μαρίας, αυτός λέγεται γεγεννήσθαι ο τοις άλλοις γέννησιν εις το είναι παρέχων και ο Ιωάννης γενομένης φωνής παρά της Θεοτόκου Μαρίας εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει». Και πάλιν «πόσον αν τις είποι το καύχημα της Αγίας παρθένου, και θεοειδούς Μαρίας». Και αλλαχού, «Διό και παρθενομήτωρ ως Θεοτόκος η Αγία Μαρία.» (Αθανασ. λογ. γ. κατά Άρειον: τόμ. α' σελ. 563-579-583, τόμ. β' σελ. 824-875-1271 τόμ. γ' σελ. 1351 κ. εξ.). Και Γρηγόριος ο θεολόγος τω 370, (επιστ. προς Κληδ. τόμ. α' σελ. 738) κατά Απολλιναρίου, λέγει: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει χωρίς εστί της Θεότητος.» Και πάλιν ο αυτός (λόγος α' περί Υιού, προς Έλληνας) «Που γαρ εν τοις σοις έγνως Θεοτόκον παρθένον;» ωσαύτως και εν λόγω λε' «Θεοτόκον παρθένον» την Παναγίαν ονομάζει. Και Ιωάννης ο Χρυσόστομος τω 400 (λόγ. εις την Αγίαν παρθένον τόμ. ε' σελ. 876 Εκδ. Ετόν.) λέγει: «Ουδέν τοίνυν εν βίω οίον η Θεοτόκος Μαρία, περίελθε, ω άνθρωπε, πάσαν την κτίσιν τω λογισμώ, και βλέπε ει εστίν ίσον ή μείζον της Αγίας Θεοτόκου παρθένου, περινόστησον την γην, περίβλεψον την θάλασσαν, πολυπραγμόνησον τον αέρα, τους ουρανούς τη διανοία ερεύνησον, τας αοράτους πάσας δυνάμεις ενθυμήθητι, και βλέπε ει εστίν άλλο τοιούτον θαύμα εν τη κτίσει». Και πάλιν ο αυτός «Και νυν ου λείπει τω Θεώ Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ισραήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού μήτηρ καταισχύνει τους εχθρούς της αληθείας;» (Λόγ. περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι). Και πάλιν ο αυτός: «Εάν ουν είπωσιν ότι των ουρανίων εστίν ο Μελχισεδέκ, ή άλλου τινός χωρίου, ακουσάτωσαν ότι και αυτός γόνυ κάμπτει τω Χριστώ τω σαρκωθέντι εκ της Θεοτόκου Μαρίας, λέγει γαρ ο Απόστολος κτλ.» (Ίωάν. Χρυσοστ. εις Μελχισεδέκ τόμ. στ' 296). Και πάλιν «ο Θεός ουν ου μόνον έβλεπε την των Ιουδαίων ακμάζουσα ευσέβειαν, αλλά και την μετά ταύτα των πιστών ευσέβειαν προήδει ότι έμελλε προϊέναι εκ της Ιουδαίας η Αγία Θεοτόκος παρθένος, προεώρα τον χορόν των Αποστόλων, προέβλεπε τα τάγματα των ομολογητών, τας μυριάδας των Ιουδαίων των μελλόντων πιστεύειν κτλ.» (εις την δ'. ήμερ. της Κοσμοποιΐας τόμ. στ'. σελ. 475). Και ο Πρόκλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μαθητής Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και θείος της Εκκλησίας Πατήρ λέγει: «Συνεκάλεσαν ημάς νυν ενταύθα η Αγία Θεοτόκος και παρθένος Μαρία το αμόλυντον της παρθενίας κειμήλιον, ο λογικός του δευτέρου Αδάμ παράδεισος, το εργαστήριον της ενώσεως των φύσεων, η πανήγυρις του σωτηρίου συναλλάγματος, η παστάς εν η ο λόγος ενυμφεύσατο την σάρκα, η έμψυχος της φύσεως βάτος, η παρθένος και ουρανός, η μόνη Θεού προς ανθρώπους γέφυρα, ο φρικτός της οικονομίας ιστός, εν ω αρρήτως υφάνθη ο της ενώσεως χιτών...», (εγκωμ. εις την Θεοτόκον κτλ 6). Και ο Ιερός Αυγουστίνος τω 400 (λόγ. περί φύσ. και χάριτ. κεφ. λστ') λέγει: «Πλην μόνης της Θεοτόκου πάντες οι λοιποί ήμαρτον , κατά το, εάν ειπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, ψευδόμεθα, μόνη γαρ η Θεοτόκος πλείονα έλαβε χάριν». Ο δε Ιερός Θεοδώρητος τω 436 μαρτυρεί στεντορείως ότι παράδοσις και διδασκαλία εστίν αποστολική να ονομάζωμεν την Μαριάμ Θεοτόκον, λέγει γαρ: «των πάλαι και πρόπαλαι της ορθοδόξου πίστεως κηρύκων κατά την Αποστολικήν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ονομάζει και πιστεύει την του Κυρίου μητέρα» (Βλέπ. Θεοδ. επιστ. Σπορακίω τόμ. δ'. σελ. 639). Γρηγόριος δε ο Νύσσης εις την γέννησιν του Κυρίου (Τόμ. III σελ. 460) λέγει περί της μητρός του Κυρίου η «Θεομήτωρ Παρθένος», το δε θεομήτωρ ερρήθη κατά το θεοπάτωρ, όπερ ειναι επίθετον αποδιδόμενον τω προφήτη Δαυίδ παρά των υμνογράφων και των Αρχαίων πατέρων της Εκκλησίας ένεκεν της εξ αυτού κατά σάρκα καταγωγής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ούτως ο Χρυσόστομος (περί ψευδοδιδασκαλίας, τόμ. στ' Παρίσιοι 478) λέγει: «ο θεοπάτωρ Δαυίδ περί των τοιούτων πολλούς μόχθους κατέβαλε». Και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (επιστολή VIII Αριθμ. 1 σελ. 778) λέγει: «τι τον θεοπάτορα Δαυίδ εποίει θεοφιλή;» Εάν λοιπόν ο προφήτης Δαυίδ καλήται θεοπάτωρ διότι ειναι προπάτωρ της παρθένου Μαρίας, διατί αύτη να μη λέγεται θεομήτωρ η τεκούσα τον Ιησούν τον Θεόν; ει δε και λέγεται θεομήτωρ, διατί ουχί και Θεοτόκος; Εάν τα επίθετα θεομήτωρ και Θεοτόκος δεν ήσαν εν χρήσει εν τη Εκκλησία ουδείς των πατέρων και των συγγραφέων των πρώτων αιώνων θα εποιείτο χρήσιν εν τη συγγραφή του επιθέτου τούτου, διότι θα απεδοκιμάζετο υπό της Εκκλησίας. Η Εκκλησία όμως ου μόνον δεν απεδοκίμασεν, αλλά και του καιρού επιστάντος επεκύρωσε το ιερόν προσωνύμιον της Παρθένου «Θεοτόκος» διά της Γ' Οικουμενικής Συνόδου, δι' ης κατεδίκασε μεν τον αιρετικόν Νεστόριον τον βλασφήμως αποκαλέσαντα την Παρθένον Χριστοτόκον, ανεκήρυξε δε ταύτην κυρίως και αληθώς Θεοτόκον. Μάτην άρα οι καινοί διδάσκαλοι, οι Νεστοριανοί της εποχής μας, κατά του επιθέτου Θεοτόκος καταφέρονται. Ο Ιππόλυτος μαθητής του Ειρηναίου του μαθητού του Πολυκάρπου μαθητού του ευαγγελιστού Ιωάννου ου χρήται μεν τη λέξει Θεοτόκος, χρήται όμως ισοδυνάμοις άλλαις λέξεσιν εξ ων ηλίου φαεινότερον γίνεται, ότι Θεοτόκον ταύτην εθεώρει και επίστευεν «Ειπε μοι, λέγει, ω μακαρία Μαρία, τι ην το υπό Σου εν τη κοιλία συνειλημμένον και τι ην το υπό Σου εν παρθενική μήτρα βασταζόμενον; Λόγος γαρ ην Θεού πρωτότοκος απ' ουρανών επί σε κατερχόμενος, και άνθρωπος πρωτότοκος εν κοιλία πλασσόμενος...» (παρά Θεοδωρ. Διαλ. Α' τόμ. 4 σελ. 27 Εκδ. Ευγεν. του Βουλγ.). Το Αειπάρθενον αυτής εξόχως διαγραφών λέγει: «ο των όλων Δημιουργός εκ της Παναγίας αειπαρθένου Μαρίας κατά σύλληψιν άχραντον, δίχα τροπής ενουσιώσας εαυτώ ψυχήν νοεράν μετά αισθητικού σώματος, γέγονεν άνθρωπος φύσει κακίας αλλότριος όλος Θεός αυτός...» (Κατά Βύρωνος και Ήλικος τ. 10 σελ. 840 ed. Migne). Η άκρα προς τη θεομήτορα ευσέβεια του αγίου Ιππολύτου η κληρονομικώ τινί δικαιώματι μεταδοθείσα διά του αποστόλου Ιωάννου, του Πολυκάρπου και του Ειρηναίου, δείκνυται και εκ των επομένων αυτού λόγων: «εν χρόνω παρών ο Σωτήρ εκ της Παρθένου της Κιβωτού, το ίδιον σώμα τω κοσμώ προσήνεγκεν, χρυσίω καθαρώ κεχρυσωμένης ένδοθεν μεν τω λόγω, έξωθεν δε τω Πνεύματι τω αγίω, ώστε αποδέδεικται η αλήθεια, και πεφανέρωται η Κιβωτός» (εις Δανιήλ τ. 10 σελ. 648 ed. Migne). Ο σοφώτατος Οικονόμος παραδεχόμενος ως γνησίαν την Επιστολήν την φερομένην υπό το όνομα του αγίου Διονυσίου του Αλεξανδρείας προς τον Παύλον τον Σαμοσατέα, εν η φέρεται το όνομα Θεοτόκος, λέγει «Το Θεοτόκος θεόχρηστον όνομα έγραφε και εξηγεί Ωριγένης (εγεννήθη ούτος τω 186 μ.Χ.), ως ανέκαθεν ήδη σύνηθες επ' αυτού εν τη εκκλησία, «Ο Ωριγένης εν τω α' τόμω των εις την προς Ρωμαίους του Αποστόλου επιστολήν ερμηνεύων πώς Θεοτόκος λέγεται, πλατέως εξήγησε» (Σωκρ. εκκλ. Ιστορ. Ζ', 32), σώζεται δε και άλλη του Ωριγένους αυτού ρήσις εις Δευτερ. κβ', 23. «Την ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεί, ούτω και επί του Ιωσήφ και της Θεοτόκου ελέχθη» (εν Οκταπλ. σελ. 1554 Εκδ. Θεοφ.). Και ομιλία α' εις Ματθαίον α'. «Η μήτηρ αυτού τινός αυτού; η μήτηρ του Θεού του μονογενούς» και πάλιν «αυτή η παρθένος Θεόν εγέννησε, και μήτηρ εγένετο, αλλά την παρθενίαν ουκ απέβαλε», και «τούτου του μονογενούς Θεού μήτηρ, αυτή η παρθένος Μαρία». Το Θεοτόκος είπε και Γρηγόριος ο θαυματουργός πανηγυρίζων τον ευαγγελισμόν της Θεοτόκου παρθένου Μαρίας (εις τον Ευαγγ, λόγ. α' και β' σελ., 14, 18 Paris 1632) και Διονύσιος ο Μέγας και ο Ιερός Μεθόδιος (λόγος εις Συμεών, όπου και θεογεννήτρια λέγει, Μητέρα Uεού) και ο Μ. Αθανάσιος επιστ. προς τους εν Αιγύπτω μοναχούς, και αλλαχού πολλαχού, και Κυριοτόκον δε τη Μητέρα του Κυρίου αποκαλε;i (υπομν.εις Λουκ. εν Callandii Biblioth. Patr. TV. p. 187). Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας (επιστολή προς Αλέξανδρον Κωνσταντινουπόλεως). Ευσέβιος ο Παμφίλου (βίω Κωνσταντ., γ' 45) ο Μ. Βασίλειος (λόγ. εις την Χριστ. γέννησιν). Ο θεολόγος Γρηγόριος: «ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της θεότητας» (λόγος να' σελ. 738 πρβλ. και λόγ. λε', σελ. 554), ο θείος Χρυσόστομος (τόμ. στ'. λόγ, εις τον Μελχισεδέκ και ιε' ομιλ. ρια' όπου και Αειπάρθενον αυτήν ανευφημεί). Ο Ιερός Έπιφάνιος (πολλαχού). Γρηγόριος ο Νύσσης (Επιστολή προς Αμβροσίαν. βλ. τόμ. γ' σελ. 660). Κύριλλος ο Ιεροσολύμων (Κατήχ. 1). Και εν τω Αλεξανδρινώ Κώδικι (τιθεμένω περί τω 380 μ.Χ. (η ωδή της Θεοτόκου επιγέγραπται «Προσευχή Μαρίας της Θεοτόκου» (τόμ. Δ', Εκδ. geabe). Την Uεοτόκον εκήρυξαν και Αμφιλόχιος ο Ικονίου, και ο Ιερός Αντίοχος, και Άμμων ο Ανδριανουπόλεως, και Σεβηριανός, και Θεόφιλος ο Αλεξανδρείας, και Αττικός ο Κωνσταντινουπόλεως (παρά Κυρίλλω Αλεξανδρείας τόμ. Ε' επιστολή προς Ακάκιον τον Βερροίας). Πρόκλος ο Κωνσταντινουπόλεως (λόγ. εις την ενανθρώπισιν κτλ.). Ο Ιερός Θεοδώρητος (τόμ. δ' σελ. 667 κτλ.). Ο Ιερός Αυγουστίνος «Deipara virgo et casta perpetuo» (de temporser 6 και αλλαχού), Ο μακάριος Ιερώνυμος «Η Μήτηρ Θεού» (εις Ησαίαν η', 4 και αλλαχού). Ούτω το Θεοτόκος όνομα έτι κατά τον Β' αιώνα εξ Αποστολικής παραδόσεως και διδασκαλίας εδοξάζετο εν τη Εκκλησία, από των χριστιανών απάντων ομολογούμενον. Όθεν και Ιουλιανός ο αποστάτης εμαίνετο λέγων «Θεοτόκον δε υμείς ου παύσεσθε την Μαρίαν καλούντες» (Κύριλλ. κατά Ιουλιανού Η. σελ. 262). Ύστερον δε και Νεστορίου φρυάξαντος, συνεκροτήθη η εν Εφέσω Γ' Σύνοδος, 430 μ.Χ. εν η συνοδικώς εθεσπίσθη, «Κυρίως και αληθώς θεοτόκον την αειπάρθενον του Κυρίου Μητέρα ανευφημείσθαι». Τότε διέλαμπε και Κύριλλος ο Αλεξανδρείας ο της Θεοτόκου μεγαλοφωνότατος κήρυξ, και άλλοι των Ιερών Πατέρων, οίτινες, ως και πάντες οι τούτων εξής, και η Α' και η Ε' και η ΣΤ' και η Ζ' Οικουμενική το όνομα της Θεοτόκου γεραίρουσι. Τούτο δε άρα ελάνθανε τους κινήσαντας αμφιβολίας περί της γνησιότητας της ανωτέρω προς τον Σαμοσατέα επιστολής του Διονυσίου διά τινάς κουφολογίας, εν αις μίαν αριθμούσι και ότι περιέχει δήθεν πολλούς μετά τον Διονύσιον χρόνους εν τη Γ' συνόδω πρώτον θεσπισθέν όνομα της Θεοτόκου». Προσφώνησις προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Χαίρε Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία ο Κύριος μετά σου, χαίρε η τον ασπασμόν του Αγγέλου δεξαμένη, χαίρε η αξιωθείσα γενέσθαι Μήτηρ Θεού. Συ ει, θεογεννήτρια, της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον. Συ ει, θεομήτορ, η τροφός της ζωής ημών. Συ ει, Αειπάρθενος Κόρη, η ευφροσύνη πασών των γενεών. Συ ει, Παρθενομήτορ, η πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας την ζωήν. Συ ει, απειρόγαμος μήτηρ, η διάδοχος τροφή του μάννα. Συ ει, άγαμος νύμφη, η διάκονος της τροφής της αγίας. Συ ει, ζωοτόκος, η έμψυχος τράπεζα η τον άρτον ζωής χωρήσασα. Συ ει, καλλιτόκος, η ακένωτος πηγή, η το ύδωρ το ζων αναβλύσασα. Συ ει, μητροπάρθενε, η ανήροτος χώρα η τον θείον βλαστήσασα στάχυν. Συ ει, πανάμωμος νύμφη, το ηδύπνοον κρίνον το πιστούς ευωδιάζον. Συ ει, πανακήρατος κόρη, το σκήπτρον της Ορθοδοξίας. Συ ει, αγνή Παρθένε, ο πύργος ο ασάλευτος της Εκκλησίας. Συ ει, του κόσμου δέσποινα, όχημα το Πανάγιον του επί των Χερουβειμ. Συ ει, των Αγγέλων βασίλισσα, το πανάριστον οίκημα του επί των Σεραφείμ. Συ ει, Παρθένε θεόνυμφε, το έμψυχον παλάτιον του παμβασιλέως. Συ ει Ανύμφευτε νύμφη, το χωρίον το ευρύχωρον του αχώρητου. Συ ει, μεγαλοτόκος, η τον Θεόν αφράστως γεννήσασα. Συ ει, Θεοκυήτορ, η τον αχώρητον εν γαστρί χωρήσασα. Συ ει, Άχραντε Παρθένε, ο ναός ο ακατάλυτος. Συ ει, απειρολεχής νύμφη, ο ναός του Θεού ο έμψυχος. Συ ει, Πάνσεμνε Κόρη, ουρανού και γης ισόρροπον οίκημα. Συ ει, Παναγία Παρθένε, της αχώρητου φύσεως χωρίον ευρύχωρον. Συ ει, αμίαντος Κόρη, ο φαεινός όρθρος ο τον ήλιον φέρων της δικαιοσύνης. Συ ει, ευλογημένη Παρθένε, του φωτός το οικητήριον, εξ ου το φως τω κόσμω εξανέτειλεν. Συ ει, πάναγνε, νύμφη, η αυγή της μυστικής ημέρας. Συ ει, άσπιλε κόρη, η ακτίς του αδύτου φέγγους. Συ ει, αμόλυντε Παρθένε, η του Χριστού κατά σάρκα Μήτηρ. Συ ει, άφθορος κόρη, η αληθώς και κυρίως τον Θεόν Λόγον σεσαρκωμένον τεκούσα. Συ ει, Αγία Παρθένε, η τον Θεόν Λόγον ως βρέφος εν ωλέναις βαστάσασα. Συ ει, Πανάχραντε Δέσποινα, η τον τροφέα των όλων ως μήτηρ θηλάσασα. Συ ει, σεπτόν κειμήλιον της Οικουμένης απάσης. Συ ει, ο τόμος εν ω θείω δακτύλω ο λόγος του Πατρός εγγέγραπται. Συ ει, δοχείον ουρανίου ευφροσύνης. Συ ει, οδηγός των πιστών σωφροσύνης. Συ ει, λειμών ευωδιάς. Συ ει, παράδεισος αφθαρσίας. Συ ει, η κλεις της των Ουρανών βασιλείας. Συ ει, η ολκάς των δεομένων σωτηρίας. Συ ει, προνοίας Θεού ταμείον. Συ ει, σοφίας Θεού δοχείον. Συ ει, φωτός ένδυμα. Συ ει, αρετής εφέστιον. Συ ει, παρθένων το καύχημα. Συ ει, μητέρων αγλάισμα. Συ ει, αγνείας θησαύρισμα. Συ ει, παρθενίας ωράϊσμα. Συ ει, το στέφος της εγκράτειας. Συ ει, το άνθος της αφθαρσίας. Συ ει, η στύλος της παρθενίας. Συ ει, η πύλη της σωτηρίας. Συ ει, ο αρχηγός νοητής αναπλάσεως. Συ ει, ο χορηγός θεϊκής αγαθότητος. Συ ει, στερρόν της πίστεως έρεισμα. Συ ει, λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα. Συ ει, των Αποστόλων το ασίγητον στόμα. Συ ει, των αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος. Συ ει, πρεσβείας δεκτόν θυμίαμα. Συ ει, του κόσμου παντός εξίλασμα. Συ ει, Θεού προς θνητούς ευδοκία. Συ ει, θνητών προς Θεόν παρρησία. Σε την αειπάρθενον Θεοτόκον η του Θεού αγαθότης προώρισε γενέσθαι μητέρα της σωτηρίας. Σε προ αιώνων οι προφήται ως Παρθένον και Νύμφην Θεού προεκήρυξαν. Συ ει, η ολόφωτος νεφέλη η τον λαόν του Θεού σκέπουσα. Συ ει, η πύρινος στήλη, η τον νέον Ισραήλ φωταγωγούσα. Συ ει, η σκηνή του μαρτυρίου, ην το θείον επεσκίασε. Συ ει, η κιβωτός της Διαθήκης εν η ο λόγος του Θεού διέμεινεν. Συ ει, ράβδος του Ααρών η το ανθός, τον Χριστόν, βλαστήσασα. Συ ει, η στάμνος η το ουράνιον μάννα χωρήσασα. Συ ει, η κλιμαξ του Ιακώβ δι' ης κατέβη ο Θεός. Συ ει, ο πόκος ο ένδροσος, ον Γεδεών προεθεάσατο. Συ ει, το όρος το αλατόμητον εξ ου αρρήτως ο ακρογωνιαίος ετμήθη λίθος Χριστός. Συ ει, η θάλασσα η ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν. Σε ο Ησαΐας, προκατήγγειλε παρθένον και μητέρα του Εμμανουήλ. Σε ο Ιεζεκιήλ προαναφώνει την πύλην την κεκλεισμένην δι' ης εισελεύσεται ο Θεός. Συ ει, η λαβίς η μυστική η συλλαβούσα τον άνθρακα Χριστόν. Συ ει, θεόνυμφε κόρη, η ανύμφευτος νύμφη η αξιωθεισα γενέσθαι μήτηρ Χριστού του Θεού.


Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του σχίσματος. Περί των λόγων της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών, της Ανατολικής και Δυτικής (τ. Α΄ 1911, τ. Β΄ 1912)

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ιστορική Περί των αιτίων του Σχίσματος, περί της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών της Ανατολικής και της Δυτικής. Αθήνα 1911)

Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και η Ρωμαϊκή Εκκλησία

Η Mία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συγκροτουμένη εκ των κατά τόπους Εκκλησιών, ηνωμένων τη πίστει, τη ελπίδι, τη αγάπη και τη λατρεία υπήρξεν αείποτε ελευθέρα και ανεξάρτητος, ουδέ υπετάγη ποτέ τω Πάπα Ρώμης, ουδ' ανεγνώρισε ποτέ αυτώ μείζονα ιεραρχίαν και πνευματικά χαρίσματα και πνευματικήν υπεροχήν, αλλ' εθεώρησεν αυτόν επίσκοπον, ως πάντας τους επισκόπους, αφού και αυτός την αυτήν έλαβε χειροτονίαν, οίαν και οι λοιποί επίσκοποι παρά των αποστόλων, οίτινες δεν απεστάλησαν παρά του Σωτήρος επίσκοποι καθεδρών, αλλ' απόστολοι του ιερού Αυτού Ευαγγελίου, φέροντες την δύναμιν του ιδρύειν εκκλησίας. Οι απόστολοι ήσαν ό,τι ο θεόπτης Μωϋσής, όστις ωκοδόμησε θυσιαστήριον και κατεσκεύασε την σκηνήν του μαρτυρίου και διέταξε τα της λατρείας και πάσας τας ιεράς τελετάς· και συγχρόνως αρχιθύται ως ο Ααρών· και τοιούτοι έδει να ώσιν, αφού η παλαιά λατρεία τύπος και σκιά ην της νέας λατρείας, της γνωσθείσης τοις έθνεσι διά των αγίων αποστόλων· εν τοις αγίοις αποστόλοις υπήρχε το πλήρωμα των χαρισμάτων, ουδέ ην δυνατόν άλλως να έχη, αφού πάντες εξ ίσου απεστέλλοντο· "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα, όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθ. κη' 19-20).
Πώς ην δυνατόν να εξαρτώνται οι απόστολοι από του Πέτρου, όστις εξ ίσου προς τους άλλους απεστέλλετο εις το κήρυγμα, όπως ιδρύσωσι την Εκκλησίαν και διδάξωσι την λατρείαν του Χριστού εν τοις έθνεσιν, αφού έκαστος έμελλε να ενεργή ανεξαρτήτως από των λοιπών; Αλλά τις η χρεία του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου, αφού δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι δευτερεία, διά την διασποράν των αποστόλων; Τις η χρεία της υπεροχής του Πέτρου, αφού έκαστος απόστολος ιδίαν είχεν αποστολήν; Τις η χρεία ιεραρχικής βαθμολογίας μεταξύ των αποστόλων, αφού εν τη διασπορά έμελλον να αποθάνωσι μακράν ο εις του άλλου; Τις η χρεία της δυνάμεως του Πέτρου, αφού ο Κύριος υπεσχέθη εις τους αποστόλους, ότι έσεται μετ' αυτών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος; Βεβαίως ουδεμία χρεία όλων τούτων των φανταστικών προσόντων του αποστόλου Πέτρου, όστις εξ άπαντος θα διαμαρτύρηται κατά της τοιαύτης υπεροχής. Εάν τα προσόντα του Πέτρου, οία αξιοί η ρωμαϊκή Εκκλησία, ήσαν αληθή, το πνεύμα του ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών· θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας. Εάν διετάσσετο τοιαύτη υπεροχή εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα ηδυνάμεθα να νοήσωμεν το εξής χωρίον του Ευαγγελίου; "Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουχ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μάρκ. ι' 42-45)· και ίνα αφήσωμεν τα πολλά χωρία, διότι δεν θα επαρκέση ο χρόνος, ερωτώμεν. Πώς θα επληρούτο ο σκοπός της αποστολής των αποστόλων μη εχόντων κοινωνίαν μετά του ανωτάτου αποστόλου, παρ' ου θα ελάμβανε κύρος το αποστολικόν αυτών κήρυγμα; Αλλ' αφού συνέστησεν ιεραρχίαν μεταξύ των αποστόλων και ανέδειξε τον Πέτρον ανώτατον απόστολον και ηγεμόνα, διατί ο Κύριος να μη γνωστοποιήση τούτο και τοις λοιποίς μαθηταίς, λέγων αυτοίς· "ιδού καθίστημι Πέτρον τουτονί ποιμένα υμών και άρχοντα και ηγεμόνα· αυτός ποιμανεί υμάς αυτού ακούσασθαι· και πας όστις παρακούσει αυτού εξολοθρευθήσεται"; Τούτο έπρεπε να ποιήσητε γνωστόν τοις μαθηταίς αυτού ο Σωτήρ, εάν όντως καθίστα αυτόν ποιμένα ποιμένων και άρχοντα των αποστόλων· αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς ουδέν τοιούτον είρηκε, και επομένως ουδεμίαν ιεραρχίαν αποστολικήν συνέστησε, διό ουδ' υπάρχει τις φόβος απωλείας τω μη πειθομένω τω διαδόχω του Πέτρου, είπερ έστι τοιούτος ο επίσκοπος Ρώμης. Η ενότης της Εκκλησίας ουχί τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μιά πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία. Η οικουμενική Εκκλησία ούτως εννόησε την εν τη Εκκλησία ενότητα και ταύτην επεζήτησε και επεδίωξε· μαρτύρια τρανά οι πρώτοι δέκα αιώνες. Εκ της οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρο της εφαρμογής των αρχών της ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφήκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της οικουμενικής Εκκλησίας, της Μιάς, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου. Ίδωμεν ήδη τίνες αι αρχαί και πώς διετηρείτο η ενότης εν τη Μια, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Η ενότης των εκκλησιών
Ενότης της εκκλησίας κατά τας αγίας γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων διά της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον νυμφίον Χριστόν και διά της αυτής λατρείας.
Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης ευρίσκομεν εν ταις εν ταις αγίαις γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού πατέρα καταδείκνυται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον πατέραν αυτού και αιτείται παρ' αυτού, ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. "Πάτερ αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί… Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ένα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γιγνώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς". (Ιωάν. ιζ' 17-26).
Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες διά των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.
Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη και ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.
Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν διά Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ' αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστί τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;
Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν πατρός (Ιωάν. στ' 44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως· ως δε η αλήθεια ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ' αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;
Oι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή ή να άρη;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο διά της θείας μεταλήψεως κοινωνοί του σώματος και αίματος του Kυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;
Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Mίαν, Aγίαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότητα αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως εκ των γραφών μάλιστα αποκρουομένης προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστεύοντων εες τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.
Μαρτυρίαι εκ των Πράξεων των αγίων Αποστόλων
Η ενότης της Εκκλησίας φαίνεται υπό των αγίων αποστόλων εδραιωμένη επί της ισότητος και της αμοιβαίας αγάπης.
Εν ταις Πράξεσι των Αποστόλων αναγράφονται οι ηθικοί δεσμοί της ενότητος της πρώτης Εκκλησίας. Εν τη εκλογή του αποστόλου Ματθία, ο Πέτρος υπέδειξε την ανάγκην της εκλογής του αναπληρωτού του Ιούδα. Η πρότασις εγένετο αποδεκτή και πάντες ομού εξέλεξαν δύο άνδρας, ους στήσαντες εν τω μέσω και ευχηθέντες προς τον καρδιογνώστην Θεόν, έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατηριθμήθη μετά των 12 Αποστόλων.
Εν τη εκλογή των διακόνων οι δώδεκα προσεκάλεσαν το πλήθος των μαθητών και ανέθηκαν τη Εκκλησία την εκλογήν επτά ανδρών, ους οι απόστολοι διά χειροθεσίας και προσευχής ανέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ' 1-6).
Η Εκκλησία αναδεικνύει πρόεδρον της Εκκλησίας τον Ιάκωβον, οι δε Πέτρος και Ιωάννης αποστέλλονται προς τους εν Σαμαρεία πιστεύσαντας, όπως διά χειροθεσίας μεταδώσωσιν αυτοίς Πνεύμα άγιον.
Ο Πέτρος αποστέλλεται υπό της Εκκλησίας και αύθις εις το κήρυγμα ανά την Ιουδαίαν. Περί του ζητήματος της περιτομής αποφαίνεται η Εκκλησία, ο δε Πέτρος εν συνεδρία της Εκκλησίας εκφέρει την εαυτού γνώμην· ήσαν δε συνεδριάζοντες οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συν πάση τη Εκκλησία. Τότε έδοξε τοις αποστόλοις και τοις πρεσβυτέροις συν όλη τη Εκκλησία εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών πέμψαι εις Αντιόχειαν... γράψαντες διά χειρός αυτών τάδε· "οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί τοις κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κυλικίαν αδελφοίς τοις εξ εθνών χαίρειν κτλ." (Πράξ. ιε' 1-29).
Εν ταις Πράξεσιν ουδαμού φαίνεται ή υποδηλούται το πρωτείον του Πέτρου. Ουδείς των αποστόλων αποδίδωσιν αυτώ πρωτεία ή έτερον τι, μαρτυρούν υπεροχήν ή αρχήν. Ο απόστολος Παύλος, αποχωριζόμενος των Εφεσίων και αποχαιρετών αυτούς έλεγεν αυτοίς: "Και νυν παρατίθεμαι υμάς τω Θεώ και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω εποικοδομήσαι και δούναι υμίν κληρονομίαν εν τοις ήγιασμένοις πάσιν" (Πράξ. κ' 32). Εάν ο Πέτρος ήτο ο ενωτικός δεσμός της Εκκλησίας, φρονούμεν ότι ώφειλεν ο Παύλος να γνωρίση τούτο τη Εκκλησία των Εφεσίων, όπως μη εξ αγνοίας αθετήση αυτώ υποταγήν· αλλά προς ποίαν του Πέτρου Εκκλησίαν ώφειλε να συστήση αυτοίς υποταγήν, ο Παύλος όμως εσιώπησε και ουδεμίαν εποιήσατο τοις Εφεσίοις σύστασιν, αφού μάλιστα ρητώς είπεν αυτοίς· "ου γαρ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού" (στίχ. 27)· ώστε ουδέν απέκρυψεν ή απεσιώπησεν, αλλά πάσαν ανήγγειλεν αυτοίς την βουλήν του Θεού· και εν ω πάσαν ανήγγειλε την βουλήν του Θεού, δεν ανήγγειλε και την προς τον Πέτρον υποταγήν εαυτού, ώστε δήλον ότι η υποταγή αύτη δεν είναι εντολή της θείας βουλής.

Μαρτυρίαι εκ των επιστολών των αγίων Αποστόλων

Εν ταις επιστολαίς του αποστόλου Παύλου ουδέν ίχνος του πρωτείου του Πέτρου εμφαίνεται. Εν αυταίς αναπτύσσονται μετά θείας χάριτος και δυνάμεως λόγου άπασαι αι σωτηριώδεις αλήθειαι της αποκαλυφθείσης θείας πίστεως του χριστιανισμού, αλλ' ουδαμού γίνεται υπαινιγμός τις περί του πρωτείου του Πέτρου. Εν αυταίς πολλάκις λόγον ποιείται ο Παύλος περί της ενότητος της Εκκλησίας, περί του συνδέσμου αυτής, περί της κεφαλής της Εκκλησίας, περί της ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλ' ουδέποτε μνημονεύει του Πέτρου ως συνεκτικού δεσμού της ενότητος της Εκκλησίας. Kαι ου μόνον ου μνημονεύει, αλλά και ελέγχει τους Κορινθίους ως σαρκικούς, διακρινομένους εις μαθητάς του Παύλου, του Απολλώ, του Κηφά (Πέτρου) λέγων: "Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;" και διδάσκει αυτούς ότι κέντρον ενότητος και θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας εστίν ο σταυρωθείς υπέρ ημών Ιησούς Χριστός, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις, ίνα καθώς γέγραπται· "ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω"· και προστίθησι· "τις ουν εστί Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ' ή διάκονοι Θεού". Ώστε και τον Πέτρον ως διάκονον Θεού και ουδέν πλέον θεωρεί, την δε Εκκλησίαν Θεού γεώργιον, Θεού οίκοδομήν· έκαστος δε οικοδομεί κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν· θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α' Κορινθ. κεφ. α, γ).
Εν τη προς Εφεσίους ο Παύλος γράφει, ότι η Εκκλησία εστίν ωκοδομημένη επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω, εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν πνεύματι (β' 18-22)· ώστε η ενότης είναι ενδεδειγμένη που κείται.
Επίσης εν ταις καθολικαίς επιστολαίς του Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου ουδαμού φαίνεται να συνίσταται το πρωτείον του Πέτρου ~ η ηγεμονία αυτού εν τη Εκκλησία ως o ενωτικός δεσμός των Εκκλησιών· τουναντίον ως ενωτικόν δεσμόν θεωρούσι την αγάπην και την αλήθειαν, αίτινες στηρίζουσι την κοινωνίαν των Εκκλησιών μετά του Πατρός και του Υιού.
Μαρτυρίαι περί του ενωτικού δεσμού των Εκκλησιών εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων καί διδασκάλων της Εκκλησίας
Εν τοις συγγράμμασι των Αποστολικών Πατέρων ουδέν απαντά περί του πρωτείου και της ηγεμονίας του Πέτρου ως ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας. Το εν αυτοίς διαπνέον πνευμα περί της ενότητος της Εκκλησίας είναι το αυτό τω πνεύματι της Καινής Διαθήκης.
Εν τη επιστολή του Βαρνάβα γίνεται λόγος περί της σχέσεως των κατά τόπους Εκκλησιών προς τον Σωτήρα Χριστόν, όστις εστίν ο θεμέλιος λίθος του Οικοδομήματος της σωτηρίας (κεφ. στ'). Οι χριστιανοί εισί τέκνα της αγάπης, της συνδεούσης αυτούς προς αλλήλους και προς τον Χριστόν και της ειρήνης. Ο νόμος του Κυρίου ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης, αλλ' είναι νόμος της ελευθερίας, ώστε αγνοεί την ανάγκην της αναγνωρίσεως της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία προς τήρησιν της μετά του Κυρίου ενότητος.. Ο νόμος του Κυρίου είναι νόμος ελευθερίας και ουχί δουλείας και ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης.
Εν ταις επιστολαίς του Κλήμεντος Ρώμης προς Κορινθίους, εν αις πολλά διδάσκονται περί εκκλησιαστικής τάξεως, περί ειρήνης και περί ιεραρχίας εν τη Εκκλησία, ουδέν αναφέρεται περί της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία και περί της κληρονομικής διαδοχής ταύτης εις αυτόν και περί της ανάγκης του υποτάσσεσθαι αυτώ προς τήρησιν της μετά του Σωτήρος ενότητος αυτών. Τουναντίον μάλιστα ο ιερός Κλήμης λέγει: "Ή ουχί ένα Θεόν έχομεν και ένα Χριστόν; Και εν Πνεύμα της χάριτος, το εκχυθέν εφ' ημάς; Και μία κλήσις εν Χριστώ; Ίνα τι διέλκωμεν και διασπώμεν τα μέλη του Χριστού και στασιάζωμεν προς το σώμα το ίδιον, και εις τοιαύτην απόνοιαν ερχόμεθα, ώστε επιλαθέσθαι ημάς, ότι μέλη εσμέν αλλήλων;"... Φρονούμεν ότι o άγιος πατήρ θα εποιείτο λόγον και περί της ηγεμονίας αυτού εν τη Εκκλησία, εάν ανεγνώριζεν εαυτώ τοιαύτην.
Εν τη προς Εφεσίους επιστολή του αγίου Ιγνατίου αναγινώσκομεν: "Όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη διά της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστί σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών, αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι".
Κατά τον άγιον Ιγνάτιον αρχή της ενότητος είναι αυτός ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι το αδιάκριτον (=άδιαχώριστον) ημών ζην, και η του Πατρός γνώμη, καθώς και οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν, ώστε γνώμη Χριστού ωρίσθησαν οι κατά τα πέρατα επίσκοποι και ουχί του Πέτρου· διατί ήδη οι τούτων διάδοχοι οφείλουσι να διορίζωνται γνώμη του διαδόχου του Πέτρου;
Ο Ιγνάτιος επανεί το των Εφεσίων πρεσβυτέριον, ότι συνήρμοσται τω επισκόπω ως χορδαί κιθάρα· διά τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμον εστίν εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Η Εκκλησία εστίν εν τω Ιησού Χριστώ και ο Χριστός εν τω Πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι σύμφωνον η. Ο Ιγνάτιος την ενότητα της Εκκλησίας ευρίσκει εν τη ταυτότητι της πίστεως, εν τη αμοιβαία αγάπη, εν τη συμφωνία της γνώμης.
Εν τη προς τον Πολύκαρπον επίσκοπον Σμύρνης επιστολή του ο άγιος Ιγνάτιος γράφει περί ενότητος τα εξής: "Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νοσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής" (κεφ. α').
Εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου νοούμεν άριστα ποίαν ένωσιν συμβουλεύει τω Πολυκάρπω ο άγιος Πατήρ να επιζητή την ένωσιν μετά του Θεού και ουχί μετά των διαδόχων του Πέτρου, ήτις ουδαμόθεν επιβάλλεται.
Εν τη προς Μαγνησίους επιστολή ο άγιος Ιγνάτιος επαινών την ενότητα της Εκκλησίας γράφει: "Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσιν εύχομαι (=καυχώμαι ότι ευρίσκω) σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού". Ο Κύριος εστίν ο αληθινός και πρώτος επίσκοπος και μόνος φύσει αρχιε
ρεύς· ώστε ένωσις αληθής, η ένωσις μετά του πρώτου και μόνου φύσει αρχιερέως Χριστού· οι την ένωσιν ταύτην έχοντες ανάγκην ετέρας προς σωτηρίαν ουκ έχουσιν. Εν τη προς Τραλλησίους επιστολή του ο άγιος πατήρ επίσης ουδέν γράφει περί της ηγεμονίας του Πέτρου.
Εν δε τη προς Ρωμαίους γράφων δεν αναφέρεται προς τον επίσκοπον της Ρώμης, αλλά προς την Εκκλησίαν και εύχεται, ίνα την εαυτού επισκοπήν επισκοπήση μόνος ο Χριστός.
Εν τη συγγραφή του αποστολικού πατρός Ερμά "ο Ποιμήν" (Pastor) η εκκλησία παραβάλλεται προς μέγα Οικοδόμημα, προς υψηλόν πύργον, τεθεμελιωμένον επί του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού και συντηρούμενον υπό της αοράτου του Θεού δυνάμεως· ούτω δε ο όλος πύργος φαίνεται υπό ενός μόνου λίθου αποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Εν δε ταις παραβολαίς αυτού (Similitudines), εν αις γίνεται λόγος περί εκκλησιαστικής πειθαρχίας, επαναλαμβάνει ότι ο πύργος εστίν η Εκκλησία, η δε πύλη η άγουσα εις αυτόν εστίν ο Υιός του Θεού, δι' ης μόνης εστί δυνατή η προς τον Θεόν είσοδος. "Οι πιστεύοντες εις Θεόν διά του Υιού αυτού έλαβον το άγιον Πνεύμα· ιδού, έσται εν πνεύμα και εν σώμα".
Και ενταύθα επίσης ουδένα λόγον ποιείται περί του επισκόπου Ρώμης ως αντιπροσώπου του Χριστού και ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας αυτού. Επίσης και εν τη προς Διόγνητον επιστολή αυτού ως κέντρον ενωτικόν θεωρεί μόνον τον λόγον, δι' ου η Εκκλησία πλουτίζεται και θεία χάρις διαχέεται άφθονος εις το πλήρωμα αυτής (κεφ. ζ' § ια').
Τοιαύτη η γνώμη των αποστολικών πατέρων περί του κέντρου της ενότητος των Εκκλησιών, ήτις είναι σύμφωνος προς τον Πνεύμα της αγίας γραφής.
Μαρτυρίαι των εκκλησιαστικών ανδρών Κλήμεντος και Ωριγένους
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, δίδων τον ορισμόν της Εκκλησίας λέγει. Η Εκκλησία εστί σύστημα και πλήθος ανθρώπων διοικουμένων υπό του θείου λόγου· πόλις απολιόρκητος και ακατάθλιπτος υπό πάσης τυραννίδος, εν η πληρούται το θείον θέλημα· ως γαρ το θέλημα αυτού (του Θεού) έργον εστί, και τούτο κόσμος ονομάζεται, ούτω και το βούλημα αυτού ανθρώπου εστί σωτηρία, και τούτο Εκκλησία καλείται (Παιδαγωγός α' § 6 - Στρωμ. ζ' 5). Η Εκκλησία εστίν η μήτηρ άμα και παρθένος και νύμφη Χριστού, ημείς δε εσμέν μέλη Χριστού (Στρ. γ' 6). Βασιλική κεφαλή της Εκκλησίας εστίν ο Χριστός (Παιδ. α') και επιφέρει: "Εκ των ειρημένων άρα φανερόν οίμαι γεγενήσθαι, μίαν είναι την αληθή Εκκλησίαν, την τω όντι αρχαίαν, εις ην οι κατά πρόθεσιν δίκαεοι εγκαταλέγονται· ενός γαρ όντος του Θεού και ενός του Κυρίου, διά τούτο και το άκρως τίμιον κατά την μόνωσιν επαινείται, μίμημα ον της αρχής της μιάς. Τη ουν του ενός φύσει συγκληρούται η Εκκλησία η μία. Κατά τε ουν υπόστασιν, κατά τε επίνοιαν, κατά τε αρχήν, κατά τε εξοχήν, μόνην είναι φαμέν την αρχαίαν και καθολικήν Εκκλησίαν εις ενότητα πίστεως, μιάς της κατά τας οικείας διαθήκας, μάλλον δε κατά την διαθήκην, την μίαν διαφόροις τοις χρόνοις, ενός του Θεού τω βουλήματι δι' ενός τού Κυρίου συνάγουσιν τους ήδη κατατεταγμένους, ους προώρισεν ο Θεός δικαίους εσομένους, προ καταβολής κόσμου εγνωκώς. Αλλά και η εξοχή της Εκκλησίας, καθάπερ η αρχή της συστάσεως κατά την μονάδα εστί πάντα τα άλλα υπερβάλλουσα και μηδέν έχουσα όμοιον ή ίσον εαυτή" (Στρωμ. βιβλ. Ζ', κεφ. ιζ').
Εν τη θαυμασία ταύτη περιόδω, τη πλήρει βαθυτάτων εννοιών, διατυπούται η κατά τον τρίτον αιώνα διδασκαλία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Πάσα άποψις της ενότητος περιελήφθη εν αυτή· ιδέα, ουσία, τιμή και κατά πάσας ταύτας τας σχέσεις εις μόνος εστίν ο Θεός και εις ο Κύριος, ο την ενότητα παριστών, ενεργών και σώζων και ο παρέχων αυτή το αξίωμα και την τιμήν.
Η αιωνία αλήθεια του θείου λόγου και το θέλημα του Θεού το εν αυτή εκπληρούμενον ως εν τω Ουρανώ, εισίν οι αναγκαίοι όροι της υπάρξεως αυτής. Εις άνθρωπος, εις επίσκοπος Ρώμης, κατέχων την αρχήν και το κέντρον της ενότητος και θέλων άμα να είναι η κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας, ήθελε χαρακτηρισθή υπό του Κλήμεντος ως παράφρων.


Ο Άγιος Νεκτάριος για τη Δυτική Εκκλησία

γ. Νεκταρίου: «Μελέτη στορικ περ τν ατιν το σχίσματος», κδ. Ν. Παναγοπούλου, τόμ. Α’., θναι

ΠΩΣ Ο ΠΑΠΑΣ ΕΞΕΘΕΜΕΛΙΩΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

«Θεμέλιον λλον οδες δύναται θεναι παρ τν κείμενον, ς στι ησος Χριστς» (Α΄ Κορ. γ΄11). «ποικοδομηθέντες τ θεμελί τν ποστόλων κα προφητν». «Τ θεμελί», λέγει, “τν ποστόλων” κα οχ το Πέτρου, καθς παραφρονε Παπικ κκλησία.Ἐὰν Κλήμης Ρώμης εναι διάδοχος το Πέτρου, διότι χειροτονήθη π τν Πέτρο, τότε σοι πίσκοποι χειροτονήθησαν π τν Πέτρο εναι διάδοχοί του, κα χι μόνο Κλήμης. πόστολος Πέτρος χειροτόνησε τν Πάπα Κλήμεντα πίσκοπο Ρώμης μόνο, κα χι τς οκουμένης λης. Ἐὰν θάνατος το Πέτρου δωσε τέτοιο προνόμιο στν Πάπα ν εναι κεφαλ τς κκλησίας, κα μονάρχης πάνω σ λους τος ρχιερες κα ες τς Συνόδους, πολ περισσότερον πρέπει ν χει ατ τ προνόμια εροσολύμων δι τν θάνατον το Χριστο.

Λέγοντας Πάπας πς εναι κεφαλ τς κκλησίας, ξώρισε π τν δυτικ κκλησία τν Δεσπότη πάντων Χριστόν, κα τσι μεινε δυτικ κκλησία χήρα π τν Χριστό. ταν ο υο το Ζεβεδαίου ζήτησαν π τν Χριστ πρωτοκαθεδρία, ν καθήσουν νας δεξιά του κα λλος ριστερά του (Μάρκ.ι´35-38), Κύριος δν τος επε τι ατ εναι δύνατον, διότι τν πρωτοκαθεδρία τν χω δώσει στν Πέτρο, λλά, τι «ς ἐὰν θέλ γενέσθαι μέγας ν μν, σται διάκονος μν, κα ς ἐὰν θέλ γενέσθαι πρτος, στω πάντων δολος». ταν ο πόστολοι κατ τν μυστικν Δεπνον πεσαν σ φιλονικία, δι τ πρωτεα, Κύριος δν τος επε πς Πέτρος εναι μεγαλύτερος, πειδ ατν φήνω πίτροπον ες τ ποίμνιον, ατς εναι κεφαλ λων σας. (Λουκ. κβ’ 24-26). λλ τος επε τι “ο βασιλες τν θνν κυριεύουσιν ατν, κα ο ξουσιάζοντες ατν εεργέται καλονται, μες δ οχ οτως, λλ μείζων ν μν γενέσθω ς νεώτερος κα νακείμενος ς διακονν”. φερε κα παράδειγμα Κύριος τος Φαρισαίους, ο ποοι ζητοσαν π τος νθρώπους ν λέγονται Ραββί, μως σες, ο δικοί μου μαθητα μν πέσετε στ πάθος ατό, μ ζητετε τ πρωτεον ατό, μες μ κληθτε καθηγηταί, «ες γάρ στιν καθηγητς Χριστός, κα πατέρα μ καλέσητε π τς γς. Ες στιν Πατρ μν ν τος ορανος, μες δ πάντες δελφο στέ».Ο πόστολοι πεμψαν τν Πέτρον κα τν ωάννην στν Σαμάρεια, ταν κουσαν πς δέχθη τν λόγον το Θεο, ἐὰν Πέτρος ταν κεφαλ κα ρχων πάντων, πς πέμπεται π τος λλους; πράγμα πο δν τ δέχεται οτε συνήθεια οτε τ δίκαιον; Εναι λοιπν φανερ τι τοτοι ο καπνο τς φιλοδοξίας, κα πρωτοκαθεδρίας δν χώρησαν μέσα ες τς θεοφόρους κεφαλς τν ποστόλων, λλ λοι ταν μοταγες, δελφο κατ τν διδασκαλία το Κυρίοu, πίσης διδάσκαλοι πάσης τς οκουμένης. χι διρημένως νας στ Ρώμη, λλος λλαχο, λλ πανταχο καθ νας τν ατ ξουσία εχε κα τ ατ ποστολικ προνόμιο.τσι Πάπας δι ν στήση τν κεφαλήν του, χι μόνον συκοφαντε τ Εαγγέλιο, λλ καταφρονε κα τν μακάριο Πέτρο σμικρύνοντάς του τ ποστολικόν του προνόμιο, πειδ π κε πο ταν χειροτονημένος διδάσκαλος πάσης της οκουμένης καθς κα ο λοιπο πόστολοι, ατς τν περικλείει ες τν Ρώμην. Ἐὰν Πέτρος ταν κεφαλ κα ρχή, πς Παλος ποος δν ταν π τος δώδεκα ντεστάθη κατ πρόσωπον ες τν Πέτρον; Πς τν λέγχει καθς διος γράφει στν πρς Γαλάτας πιστολήν του; «τε λθε Πέτρος ες ντιόχειαν κατ πρόσωπον ατο ντέστην» (Γαλατ. β΄11). Ἐὰν Πέτρος ταν πρτος πς ες τν ποστολικν Σύνοδον δν ποφασίζει Πέτρος ς κεφαλ πάντων, λλ άκωβος; (Πράξ. ιε΄10-28). Ο πόστολοι σαν οκουμενικο διδάσκαλοι, κα σότιμοι πάντες, κα οδένας εχε διωρισμένον θρόνον. Ο πόστολοι χειροτονοσαν παντο ρχιερες, κα διδαν ες ατος τέσσαρα χαρίσματα: πρτον τ κήρυγμα το Εαγγελίου, δεύτερον τν ερωσύνην, τρίτον τν χειροτονίαν, τέταρτον τν ξουσίαν το δεσμεν κα λύειν. Κα ατ μερικς, κα χι οκουμενικς, λλ καθένας ες τν παρχίαν του κήρυττε τ Εαγγέλιο, νεργοσε τ τς ερωσύνης, πραττε τ τς χειροτονίας, τέλει τ το δεσμεν κα λύειν. ξω π τν παρχίαν του οδείς. πειδ ατ ταν ποστολικ χάρισμα. Ο πόστολοι ρχιερες χειροτονοσαν, κα χι ποστόλους. Οδες τν χειροτονηθέντων π τος ποστόλους γινε διάδοχος κα το ποστολικο ξιώματος. Δόγμα τν Παπικν εναι «τ μ πιστεύειν ες τν Πάπαν, ταυτν στ τ μ πιστεύειν ες τν Χριστόν», σν ν ταν Πάπας κα Χριστς ν κατ τν οσίαν, δηλαδ θεοποιε τν αυτόν του. Πάπας εναι κτίσμα, κα πειδ ζητε προνόμιον πού τ χει μόνος Θεός, τ ν πιστεύουν ες ατν τ κτίσματα, εναι ερόσυλος, κα παντάπασι τυφλός, ταν θέλει ν εναι νώτερος τν Συνόδων; ταν φαντάζεται πς εναι ναμάρτητος; τί λλο ταν διδάσκει πς εναι μονάρχης τν κκλησιν; παρ τ τι εναι Θεός; κα δι τοτο μ ναίσχυντον κα θεον πόφασιν θέλει ν προσκυνται κα ν πιστεύεται ς Θεός; Τοτο τί λλο εναι παρ φαντασία θεΐας, τύφλωσις νος εδωλολάτρου; 35ος ποστολικς κανν βο : «Ε τις πίσκοπος τολμήσειε χειροτονίαν ποισαι ν τας μ ποκειμέναις ατ χώραις κα πόλεσι, παρ γνώμην τν κατεχόντων ατάς, καθαιρείσθω, τε χειροτονήσας κα χειροτονηθείς»..
Ἐὰν ταν Ρώμης πρτος, πς ατς διος Κλήμης γραφε τν ποστολικ κανόνα πο λέει:«Τος πισκόπους κάστου θνους, εδέναι χρ τν ν ατος πρτον, κα γεσθαι ατν ς κεφαλήν, κα μηδέν τι πράττειν νευ τς κείνου γνώμης. κενα δ πράττειν καστον, σα τ ατο παροικί πιβάλλει κα τας π ατν χώραις. λλ μηδ κενος νευ τς πάντων γνώμης ποείτω τι. Οτω γρ μόνοια σται, κα δοξασθήσεται Θεός». λλ φιλαρχία το Πάπα κα τοτον τν κανόνα καθς κα λλους πολλος καταπάτησε (9ον τς ν ντιοχεί Συνόδου). Πάπας π κεν φιλοδοξία, δι ν στήσ τν μοναρχικ ξουσία, διοποιται τ ποστολικ χαρίσματα. φιλοδοξία το Πάπα τν φερε σ τέτοιο σημεο ν λέ τι «τ μ πιστεύειν ες τν Πάπα, ταυτν στι τ μ πιστεύειν ες τν Χριστόν, σν ν ταν Πάπας κα Χριστς ν κατ τν οσίαν”. Θεοποιε τν αυτό του. Ατς περβολικς τύφος το Πάπα, ατ μοναρχομανία του γέννησε τόσας αρέσεις. Πο χρυσ παραγγελία πο μς φησε Κύριος, «μάθετε π’ μο τι πρός εμι κα ταπεινς τ καρδί, κα ερήσετε νάπαυσιν τας ψυχας μν»; Πο μακαρισμς «μακάριοι ο πτωχο τ πνεύματι», δηλαδ ο ταπεινο ; Πο τόσα κα τόσα παραδείγματα χρυσ κα λαμπρά τς ταπεινοφροσύνης ; .
περηφάνεια εναι ρνησις τς ζως το Χριστο, μίμησις το διαβόλου, διότι ο ποστατικς δυνάμεις, καθς λεγε μακαρία Συγκλητική, τς λλες ρετς δύνανται κατά τινα τρόπον, ν μιμηθον, τν δ ταπεινοφροσύνη οδέποτε. ταπεινοφροσύνη εναι γεννήτρια τροφς πασν των ρετν, μίμησις τς ζως το Χριστο. παπικ κκλησία εναι νόθος ργανισμός. Σ ναν θνητν κα μαρτωλν νθρωπον συγκεντρώθηκε πόλυτη ξουσία κα τ λάθητο. παπικ κκλησία δν εναι Χριστοκεντρικ λλ Παποκεντρική. Πάπας πέκυψε στν τρίτο κα τελευταο πειρασμ το Κυρίου στν ρημο.



Μελέτη περί των Θείων Μυστηρίων (1915)

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου "Μελέται περί των Θείων Μυστηρίων" εκδοθέν το πρώτον το 1915)

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΥΣΤΉΡΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

Η θεία Ευχαριστία είναι μυστήριον, εν ω υπο τα είδη του άρτου και του οίνου αληθώς και κυρίως μεταδίδοται τοις μεταλαμβάνουσι το σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όστις αοράτως εστί παρών εν τω μυστηρίω. Ο Ιώβ εν τω περί Οφφικίων λέγει: «Ευχαριστία εστί μυστήριον λήψεως του μετουσιωθέντος άρτου και οίνου εις την του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού σάρκα και αίμα, άπερ εναργώς παριστώσι την ταφήν και την του Κυρίου ανάστασιν». Το Μυστήριον της Ευχαριστίας λέγεται λειτουργία, διότι πας ιερεύς και πάσα τέλεσις του μυστηρίου υπέρ παντός του πιστού λαού γίνεται και υπέρ πάντων των ζώντων και εν Χριστώ κεκοιμημένων εν τω Θεώ προσφέρεται. Την λειτουργίαν ταύτην πρώτος ετέλεσεν ο άκρος και μόνος άγιος Αρχιερεύς, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όστις προσήγαγε θυσίαν εαυτόν τω Θεώ και Πατρί, θύτης και θύμα γενόμενος. Η λειτουργία λέγεται και διακονία, υπηρεσία, υπουργία, ιερουργία, λέγεται έτι θυσία αναίμακτος, προσφορά και λατρεία λογική, τίμια δώρα και αγία κοινωνία. Τελικόν αίτιον της θείας λειτουργίας είναι το μεταβαλείν την του άρτου και του οίνου ουσίαν και γενέσθαι αυτά σάρκα και αίμα Χριστού. Η θεία λειτουργία επιτελείται: α) εις δόξαν και αίνον του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και εις μνήμην του θανάτου και της αναστάσεως αυτού κατά το γεγραμμένον «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» β) εις αγιασμόν των ψυχών και των σωμάτων ημών, εις άφεσιν αμαρτιών, εις κοινωνίαν του αγίου Πνεύματος, εις βασιλείας και ουρανών πλήρωμα, εις παρρησίαν εις Χριστόν, και εις ζωήν αιώνιον γ) υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των ευσεβώς κεκοιμημένων ορθοδόξων Χριστιανών, ώσπερ φασίν οι μακάριοι Πατέρες παρά των αγίων και πανευφήμων Απόστόλων παρειληφέναι, ως Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης φησί, και ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος εν ταις αυτών αγίαις λειτουργίαις, και δ) υπέρ των ζώντων ορθοδόξων Χριστιανών, Αρχιερέων φημί και Βασιλέων και παντός του Χριστωνύμου λαού (Ιώβ). Προς τέλεσιν του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας ανάγκη είναι κατά την Απόστολικήν της Εκκλησίας παράδοσιν να συνυπάρχωσι τέσσαρα τινά α') Ιερεύς Ορθόδοξος κανονικώς χειροτονηθεις β') θυσιαστήριον ή αντιμήνσιον γ') άρτος ένζυμος και οίνος άκρατος και ύδωρ, κατά το γραφικόν «εις των στρατιωτών λόγχη την πλευράν αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ» και δ') πίστις αδιάκριτος και αδίστακτος της Εκκλησίας, ότι ο άρτος και ο οίνος διά της επικλήσεως του αγίου Πνεύματος υπερφυώς εις το σώμα και αίμα του Κυρίου μεταβάλλεται. Πιστεύομεν περί της θείας Ευχαριστίας α') ότι ο άρτος και ο οίνος εν τη αγία Ευχαριστία μεταβάλλονται κατ' ανέφικτον δι' ημάς τρόπον εις Σώμα και Αίμα του Κυρίου αληθώς, πραγματικώς και ουσιωδώς. β') Πιστεύομεν ότι οι μεταλαμβάνοντες εισδέχονται υπό το είδος του άρτου και του οίνου το αληθές Σώμα και το αληθές Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δη κατά τρόπον πραγματικόν και σωματικώς, ούτως ώστε το Πανάγιον σώμα και αίμα του Κυρίου εισέρχεται εις τα στόματα και τα σπλάγχνα των μεταλαμβανόντων, των τε ευσεβών και των ασεβών, των μεν πρώτων εις σωτηρίαν, των δε τελευταίων εις κατάκρισιν. γ') Ει και ταυτοχρόνως πολλαί ανά την οικουμένην τελούνται λειτουργίαι, ουχί όμως πολλά Σώματα του Χριστού, αλλ' εν Σώμα και εν Αίμα υπάρχει εν πάσαις ταις επί μέρους εκκλησίαις των πιστών. Τούτο δε γίνεται, ουχί διότι το Σώμα του Κυρίου το εν τοις ουρανοίς κατέρχεται επί τα θυσιαστήρια, αλλά διότι ο άρτος της προθέσεως, ο μεμερισμένος εν απάσαις ταις εκκλησίαις, προτιθέμενος και διά της καθαγιάσεως μεταβαλλόμενος και μετουσιούμενος, γίνεται εν και το αυτό μετά του Σώματος του εν τοις ουρανοίς (κατά τα γράμματα των Πατριαρχών, άρθρον 17). δ') Ομολογούμεν ότι η Αγία Ευχαριστία είναι θυσία αληθινή, εξιλαστική, προσφερομένη διά τας αμαρτίας πάντων των εν πίστει ζώντων και τεθνεώτων. Την θείαν ταύτην και ιεράν Μυσταγωγίαν προδιετύπουν τα εξής εν τη Παλαιά Διάθήκη α') ο αμνός, ο εν τω νομικώ Πάσχα εσθιόμενος, (Εξ. β', Λευιτ. γ', Αριθμ. η', Δευτ. στ' 2), β') το μάννα (Εξ. στ', Αριθμ. α', Δευτ. η'), γ') ο άνθραξ, ον είδεν Ησαΐας επί του θυσιαστηρίου, ον άγγελος έλαβε διά λαβίδος και ήψατο των χειλέων αυτού και είπε: «τούτο ήψατο των χειλέων σου και αφελεί τας αμαρτίας σου και τας ανομίας σου περικαθαριεί» (Ησ. στ'), όπερ και σήμερον έτι ο Ιερεύς λέγει προς τους μεταλαμβάνοντας. Το θυσιαστήριον προδιετύπου την Αγίαν Τράπεζαν, ο άνθραξ το σώμα του Χριστού (ως και σήμερον λέγομεν «άνθραξ γαρ εστί τους αναξίους φλέγων»), τα Σεραφείμ δε τον Ιερέα (Α' Ιωάν. α' 7), δ') η θυσία του Μελχισεδέκ (Γεν. ιστ' 16) ήτις ην προδιατύπωσις της μυστικής θυσίας, και ε') αι περί αληθούς Πνευματικής θυσίας των Προφητών (Μαλαχ. α' 11). Ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος λέγει περί της αγίας Ευχαριστίας τα εξής: «Ευχαριστίας και προσευχής απέχονται (οι αιρετικοί Δοκηταί) διά το μη ομολογείν την Ευχαριστίαν σάρκα είναι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ των αμαρτιών ημών ποθούσαν, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ ήγειρεν». Αλλαχού δε πάλιν ο άγιος Ιγνάτιος καλεί την θείαν Ευχαριστίαν φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη απόθανείν. «Ένα άρτον κλώντες, ος εστί φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη απόθανείν, αλλά ζην εν Ιησού Χριστώ διά παντός» (προς Εφεσ. §20). Ο δε Κοντογόνης απόφαίνεται, ορμώμενος εκ των ρήσεων τούτων του αγίου Ιγνατίου, τάδε: «Ευκόλως πειθόμεθα ότι ο Ιερός Μάρτυς σκοπόν έχει να βεβαίωση την αληθή του κυριακού σώματος παρουσίαν εν τω της θείας Ευχαριστίας μυστηρίω, και τω όντι, τι σαφέστερον ή τι βεβαιότερον δύναται τις να είπη περί ταύτης της αληθείας προς τας νυν επικρατούσας δοξασίας χριστιανικών τινών θρησκειών ή όσα δογματίζει ενταύθα ο Ιγνάτιος, τουτέστιν, ότι η Ευχαριστία είναι η σαρξ, το σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αυτό εκείνο το σώμα το παθόν υπέρ των αμαρτιών ημών, το οποίον έπειτα ο Πατήρ ανέστησεν;» (Φιλολογ. και κριτ. ιστορ. των αγίων Πατέρων τόμ. α' σελ. 113). Και ο Ιερομάρτυς Κυπριανός περί της θείας Ευχαριστίας λέγει τα εξής: «Ώστε ους παρορμώμεν και προτρεπόμεθα εις μάχην, μη καταλείπωμεν αόπλους και γυμνούς, αλλά τη σκέπη του σώματος και αίματος του Χριστού σκεπάζωμεν, και ους θέλομεν ασφαλείς να ώσι κατά του εναντίου, τη σκέπη του κορεσμού του Κυρίου οπλίζωμεν, επειδή προς τούτο γίνεται η Ευχαριστία, ίνα δύνηται να φυλάττη τους μεταλαμβάνοντας. Διότι πως διδάσκομεν ή προκαλούμεν εκείνους να εκχέωσι το εαυτών αίμα επί τη ομολογία του ονόματος αυτού, οταν αρνώμεθα αυτοίς, μέλλουσι να εκστρατεύσωσι, το αίμα του Χριστού;Ή πώς εις του μαρτυρίου το ποτήριον επιτηδείους εργαζόμεθα, εάν μη πρότερον αυτούς εν τη Εκκλησία δεχώμεθα εις κοινωνίαν του ποτηρίου του Κυρίου;» (Έπιστ. κεφ. 2). Και αύθις εις την ερμηνείαν της Κυριακής προσευχής: «Προϊούσης της προσευχής αιτούμεθα και λέγομεν: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Τούτο δύναται και πνευματικώς και απλώς να νοηθή, επειδή και εκατέρα η ερμηνεία θεία ευδοκία λυσιτελεί εις σωτηρίαν. Διότι άρτος ζωής ο Χριστός εστί, και ο άρτος ούτος ουκ εστί πάντων, αλλά ημέτερος εστί. Και ως λέγομεν «Πάτερ ημών», επειδή των πιστευόντων Πατήρ εστίν, ούτω και άρτον ημών καλούμεν αυτόν, επειδή ο Χριστός εστίν ο άρτος των πεινώντων, οίτινες γεύονται του σώματος αυτού. Τούτον δε τον άρτον αιτούμεθα να δίδωται ημίν καθ' εκάστην, ίνα μη όσοι εν Χριστώ εσμέν και την Ευχαριστίαν ως τροφήν σωτηρίας καθ' εκάστην λαμβάνομεν, γενομένου μεταξύ βαρύτερου τινός πλημμελήματος, καθ' ον χρόνον αφεστώτες και μη κοινωνούντες απεχόμεθα από του θείου άρτου, χωριζώμεθα από του σώματος του Χριστού, αυτού κηρύττοντας και παραινούντος: «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων, ο εκ του Ουρανού καταβάς κτλ.». Οπως λοιπον, λέγει, εις ζωήν αιώνιον τρώγει, ον τις τρώγη εκ του άρτου αυτού, (ως είναι πρόδηλον ότι εκείνοι ζώσιν, οίτινες του σώματος αυτού άπτονται και την Ευχαριστίαν τω δικαίω της κοινωνίας λαμβάνουσιν), ούτω τουναντίον πρέπει να φοβώμεθα και να προσευχώμεθα, μη τις, καθ' ον χρόνον αφεστώς χωρίζεται από του σώματος του Χριστού, απομένη μακράν της σωτηρίας αυτού απειλούντος και λέγοντος: «Εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Και διά τούτο «τον άρτον ημών», τουτέστι τον Χριστόν, καθ' εκάστην να δίδωται ημίν αιτούμεθα, ίνα πάντοτε οι εν Χριστώ μένοντες και ζώντες από της αγιωσύνης αυτού και του σώματος μη απομακρυνώμεθα» (Περί Κυριακής προσευχής). Εν ω δε ούτω ο Άγιος Κυπριανός προτρέπεται πάντας να μη απέχωνται της θείας Κοινωνίας, αφ' ετέρου νουθετεί τους αναξίους να απέχωνται ταύτης, πριν ή διαλλαγώσι προς τον Κύριον, προς ον και μόνον ημάρτησαν. Ο Κυπριανός προς υπόδειξιν του μεγάλου κινδύνου του επαπειλούντος τους αναξίως μεταλαμβάνοντας αναφέρει την τιμωρίαν δύο προσώπων, μιας γυναικός και ενός ανδρός, διηγούμενος ως εξής: «Ημών τελούντων την θυσίαν, έλαθεν υπεισελθούσα τις θύσασα τοις ειδώλοις, αυτή, λαβούσα τον άγιον άρτον, ουχί τροφήν, αλλά ξίφος εαυτή προσφερομένη και ώσπερ δηλητήρια τινά θανατηφόρα εντός του φάρυγγας και του στήθους εισδεχομένη, ήρξατο να άγχηται και ασπαίρουσα και τρέμουσα κατέπεσεν. Άλλος δε τις υπεισδύσας, και αυτός εσπιλωμένος, της θυσίας υπό του Ιερέως τελουμένης, ετόλμησε μετά των λοιπών να μετάσχη λάθρα του Αγίου Σώματος του Κυρίου, και ουκ ηδυνήθη να φάγη και να μολύνη, αλλ' ανοίξας τας χείρας εύρεν ότι έφερε τέφραν» (περί των εκπεπτωκότων κεφ. 26). Το μάλιστα αξιοσημείωτον εστί απόσπασμα τι εκ της ερμηνείας εις τας Παροιμίας του αγίου Ιππολύτου, εν ω ο θείος πατήρ λέγει περί του αγιωτάτου μυστηρίου της Ευχαριστίας τάδε: «...Και ητοίμασε την εαυτής τράπεζαν, την επίγνωσιν της αγίας Τριάδος κατεπαγγελλομένην και το τίμιον και άχραντον αυτού σώμα και αίμα, όπερ εν τη μυστική και θεία τραπέζη καθ' εκάστην επιτελούνται, θυόμενα εις ανάμνησιν της αειμνήστου και πρώτης εκείνης τραπέζης του μυστικού θείου δείπνου. Το δε, απέστειλε τους εαυτής δούλους η σοφία, ο Χριστός δηλονότι, συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος, ος εστίν άφρων, εκκλινάτω προς με, φάσκουσα, τους Ιερούς Απόστολους δηλοί τους εις τον σύμπαντα κόσμον διαδραμόντας, και προσκαλέσαντας τα έθνη εις την εκείνου επίγνωσιν αληθώς τω υψηλώ και θείω τούτω κηρύγματι. Το δε και τοις ενδεέσι φρενών είπε, τοις μήπω κεκτημένοις την του αγίου Πνεύματος δύναμιν δηλονότι, λάβετε, φάγετε τον εμόν άρτον και πίετε οίνον, ον κεκέρακα υμίν, την θείαν αυτού σάρκα και το τίμιον αυτού αίμα δέδωκεν ημίν, φησίν, εσθίειν και πίνειν εις άφεσιν αμαρτιών» (εκ της Ιστορ. διδασκ. Φιλάρετου Παγίδα τομ. α' σελ. 187). Ιουστίνος δε ο φιλόσοφος και μάρτυς εν τη εαυτού απολογία λέγει περί της αγίας Ευχαριστίας τα εξής: «Τη του ηλίου λεγομένη ημέρα, πάντων κατά πόλεις ή αγρούς μενόντων, επί το αυτό συνέλευσις γίνεται και τα απομνημονεύματα των Απόστολων ή τα συγγράμματα των Προφητών αναγινώσκεται μέχρις εγχωρεί. Είτα παυσαμένου του αναγινώσκοντος, ο προεστώς διά λογου την νουθεσίαν και πρόσκλησιν της των καλών τούτων μιμήσεως ποιείται. Έπειτα ανιστάμεθα κοινή πάντες και ευχάς πέμπομεν, και, ως προέφημεν, παυσαμένων ημών της ευχής, άρτος προσφέρεται και οίνος και ύδωρ, και ο προεστώς ευχάς ομοίως και ευχαριστίας, όση δύναμις αυτώ, αναπέμπει, και ο λαός επευφημεί λέγων το «Αμήν» και η διάδοσις και η μετάδοσις από των ευχαριστηθέντων εκάστω γίνεται, και τοις ου παρούσι διά των διάκονων πέμπεται. Οι ευπορούντες δε και βουλόμενοι κατά προαίρεσιν έκαστος την εαυτού ο βούλεται δίδωσι, και το συλλεγόμενον παρά τω προεστώτι αποτίθεται και αυτός επικουρεί ορφανοίς τε και χήραις και τοις διά νόσον ή δι' άλλην αιτίαν λειπομένοις και τοις εν δεσμοίς ούσι και τοις παρεπιδήμοις ούσι ξένοις και απλώς πάσι τοις εν χρεία ούσι κηδεμών γίνεται. Την δε του ηλίου ημέραν κοινή πάντες συνέλευσιν ποιούμεθα, επειδή πρώτη εστίν ήμερα, εν η ο Θεός, το σκότος και την ύλη τρέψας, κόσμον εποίησε, και Ιησούς Χριστός, ο ημέτερος Σωτήρ, τη αυτή ημέρα εκ νεκρών ανέστη» (Απολογία πρώτη §67). Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος εν τη πρώτη μυσταγωγική κατηχήσει λέγει: ο άρτος και ο οίνος της ευχαριστίας προ της αγίας επικλήσεως της προσκυνητής Τριάδος άρτος ην και οίνος λιτός, επικλήσεως δε γενομένης, ο μεν άρτος γίνεται σώμα Χριστού, ο δε οίνος αίμα Χριστού. Και εν πέμπτη κατηχήσει μυσταγωγική: «Διά τούτο γαρ την παραδοθείσαν ημίν εκ των Σεραφείμ θεολογίαν ταύτην λέγομεν, όπως κοινωνοί της υμνωδίας ταις υπερκοσμίοις γενώμεθα στρατιαίς, ίνα αγιάσαντες εαυτούς διά των πνευματικών τούτων ύμνων παρακαλώμεν τον φιλάνθρωπον Θεόν το άγιον Πνεύμα εξαποστείλαι επί τα προκείμενα ίνα ποιήση τον μεν άρτον σώμα Χριστού, τον δε οίνον αίμα Χριστού, παντός γαρ, ου εάν εφάψηται το άγιον Πνεύμα, τούτο ηγίασται και μεταβέβληται». Και Ιωάννης ο Χρυσόστομος εν τομω ε', λόγω πα': «Οταν εστήκη προ της τραπέζης ο Ιερεύς, τας χείρας ανατείνων εις τον ουρανόν, καλών το Πνεύμα το άγιον του παραγενέσθαι και άψασθαι των προκειμένων, πολλή ησυχία, πολλή σιγή, όταν δίδη την χάριν το Πνεύμα, όταν κατέλθη, όταν άψηται των προκειμένων». Και ο Δαμασκηνός Ιωάννης. «ο της προθέσεως άρτος, οίνος τε και ύδωρ διά της επικλήσεως και επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος υπερφυώς μεταποιούνται εις το σώμα του Χριστού και το αίμα, και ουκ εισί δύο αλλ' εν και το αυτό». Και κατωτέρω: «ει δε και τινές αντίτυπα του σώματος και αίματος του Κυρίου τον άρτον και τον οίνον εκάλεσαν, ως ο θεοφόρος Βασίλειος, ου μετά το αγιασθήναι είπον, αλλά προ του αγιασθήναι, αυτήν την προσφοράν ούτω καλέσαντες (βιβλ. δ' περί μυστηρίων κεφ. στ'). Και αληθώς μέγας Βασίλειος αντίτυπα λέγει τον άρτον και τον οίνον εν τη αυτού λειτουργία προ της επικλήσεως του αγίου Πνεύματος, μετά το «Λάβετε φάγετε», και μετά το «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν» εκεί. Ένθα δέεται και παρακαλεί, ίνα έλθη το Πνεύμα το άγιον και αγιάση τα δώρα, έχει δε ούτω «τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα. Διά τούτο, Δέσποτα πανάγιε, και ημείς οι αμαρτωλοί προσεγγίζομεν τω αγίω σου θυσιαστηρίω, και προθέντες τα αντίτυπα του αγίου σώματος και αίματος του Χριστού σου, σου δεόμεθα και σε παρακαλούμεν, άγιε αγίων, ευδοκία της σης αγαθότητος ελθείν το Πνεύμα σου το άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα και ευλογήσαι αυτά και αγιάσαι» κτλ. Διότι, ότε μεν ο Χριστός είπε τοις μαθηταίς αυτού και αποστόλοις «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου» και «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου», τότε μεν τέλειον ην εκάτερον, διότι ευλόγησε πρότερον αυτά και ηγίασεν ο Δεσπότης, ως η λειτουργία του τε μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου λέγει: «Ευλογήσας, αγιάσας, κλάσας, έδωκε τοις αγίοις αυτού μαθηταίς και αποστόλοις ειπών: λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου». Νυν δε ο ιερεύς τω Πατρί διηγούμενος, ιστορικώς ταύτα φθέγγεται». Και αύθις ο χρυσούς την γλώτταν Ιωάννης, εν τόμω β' ομιλία ν΄ «προσερχώμεθα τοίνυν μετά πίστεως έκαστος ασθένειαν έχων, ει γαρ η του κρασπέδου του ιματίου αυτού αψαμένη τοσαύτην είλκυε δύναμιν, πόσω μάλλον οι όλον αυτόν κατέχοντες. Το δε προσελθείν μετά πίστεως ου το λαβείν εστί μόνον το προκείμενον, αλλά και το μετά καθαρός καρδίας άψασθαι, το ούτω διακείσθαι, ως αυτώ προσιόντας τω Χριστώ. Τι γαρ ει μη φωνής ακούεις, αλλ' οράς αυτόν κείμενον; Μάλλον δε και φωνής αυτού ακούεις, φθεγγομένου αυτού διά των ευαγγελιστών. Πιστεύσατε τοίνυν ότι και νυν εκείνο το δείπνον εστίν, εν ω και αυτός ανέκειτο ουδέν γαρ εκείνο τούτου διενήνοχεν. Ουδέ γαρ τούτο μεν άνθρωπος εργάζεται, εκείνο δε αυτός αλλά και τούτο κακείνο αυτός. Όταν τοίνυν τον ιερέα επιδιδόντα σοι ίδης, μη τον ιερέα νόμιζε τον τούτο ποιούντα, αλλά την του Χριστού χείρα είναι την εκτεινομένην. Ώσπερ γαρ όταν βαπτίζη, ουκ αυτός σε βαπτίζει, αλλ' ο Θεός εστίν ο κατέχων σου την κεφαλήν αοράτω δυνάμει, και ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε άλλος τις τολμά προσελθείν και άψασθαι, ούτω και νυν όταν γαρ ο Θεός μόνος γεννά, αυτού μόνον εστίν η δωρεά». Και εν τω αυτώ τόμω, ομιλία πβ'. «Ουκ εστίν ανθρωπίνης δυνάμεως έργα τα προκείμενα. Ο τότε ταύτα ποιήσας εν εκείνω τω δείπνω ούτος και νυν αυτά εργάζεται ημίν υπηρετών τάξιν επέχομεν ημείς, ο δε αγιάζων αυτά και μετασκευάζων αυτός εστί». Και εν τόμω δ'. «Ουδέν πλέον έχει το εν τω Πάσχα μυστήριον του νυν τελουμένου, εν εστί και το αυτώ η αυτή του Πνεύματος χάρις αεί Πάσχα εστίν (ίστε οι μύσται το ειρημένον) και εν Παρασκευή και εν Σαββάτω και εν Κυριακή και εν ημέρα Μαρτύρων η αυτή θυσία επιτελείται. Οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον, φησί, τούτον ή το ποτήριον τούτο πίνετε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε ουχ όρω καιρού περιέγραψε την θυσίαν. Πώς ουν τότε, φησί, Πάσχα λέγεται; Ότι τότε έπαθεν ο Χριστός υπέρ ημών. Μηδείς τοίνυν ετέρως εκείνω προσίτω και τούτω άλλως. Μία δύναμις εστί, μία αξία, μία χάρις. Εν σώμα και το αυτό, ουκ εκείνο τούτου αγιώτερον, ουδέ τούτο εκείνου έλαττον (προς Τιμοθ. λογ. ε'). Ει δε μετά φόβου Θεού και πίστεως προσέρχεσθαι τοις θείοις και φρικτοίς του Χριστού μυστηρίοις η Εκκλησία προστάσσει τοις έξω του θυσιαστηρίου μεταλαμβάνουσι λαϊκοίς, και ζητείται αυτοίς πίστις, πολλώ μάλλον τοις ένδον του βήματος ιερεύσι προσευχομένοις και λέγουσι, κατάπεμψον το Πνεύμα σου το άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον Σώμα του Χριστού σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον αίμα του Χριστού σου, μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω αγίω. Μετά δε τα ρήματα ταύτα, ευθύς η μετουσίωσις γίνεται και μεταβάλλεται ο άρτος εις το αληθινόν Σώμα του Χριστού και ο οίνος εις το αληθινόν αυτού αίμα, εν οις μόνον τα φαινόμενα είδη μένει και τούτο κατά θείαν οικονομίαν. Πρώτον μεν, ίνα μη βλέπωμεν Σώμα Χριστού, αλλά πιστεύωμεν ότι εστίν, οις είπε λόγοις ο Κύριος, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου πιστεύοντες τη δυνάμει εκείνου και τοις λόγοις μάλλον ή ταις ημετέραις αισθήσεσιν, όπερ ημάς εις τον μακαρισμόν εισάγει της πίστεως. Μακάριοι γαρ, φησίν, οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες. Δεύτερον δε, μέλλοντος του ανθρώπου τω Χριστώ ενωθήναι διά της με-ταλήψεως της τε σαρκός αυτού και του αίματος, είτ' αποστρεφομένου φύσει την των ωμών σαρκών κρεάτων μετάληψιν και αηδώς προς ταύτας έχοντος, τι οικονομεί ο Δεσποτης, δίδωσιν ημίν την αυτού σάρκα, και το αυτού αίμα εις βρώσιν τε και πόσιν τοις πιστοίς κατά την θείαν αυτού πρόνοιαν υπό τα φαινόμενα είδη του άρτου και του οίνου. Τους δε γε μεταλαμβάνοντας των Μυστηρίων, είτε ιερείς, είτε λαϊκούς, επίσης πάντας και εκ των δύο μεταλαμβάνειν, του τε σώματος δηλαδή και αίματος του Κυρίου, ως αυτός είπεν. «Αμήν αμήν, λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον. Διότι ούτω και οι απόστολοι από Χριστού παρέλαβαν, ως λέγει ο Παύλος: «Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου, ο και παρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς τη νυκτί η παρεδίδοτο, έλαβεν άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και είπε: Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το Σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. Ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι, λέγων: Τούτο το ποτήριον η Καινή Διαθήκη εστίν εν τω εμώ αίματι τούτο ποιείτε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν». Έτι μίαν τιμήν και προσκύνησιν τω Χριστώ και τοις φρικτοίς προσφέρομεν μυστηρίοις και αδιάφορον. Και καθάπερ ο Κορυφαίος των Απόστόλων Πέτρος εκ στόματος των Απόστόλων πάντων είπεν αυτώ: Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ούτω και ημείς λατρεύοντες τω σώματι και αίματι του Δεσπότου, λέγομεν έκαστος ημών. Πιστεύω Κύριε και ομολογώ, ότι συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ. Και προσέτι το μυστήριον τούτο προσφέρεται θυσία υπέρ πάντων των ορθοδόξων Χριστιανών, ζώντων τε και κεκοιμημένων επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου. Οι καρποί του μυστηρίου τούτου είναι τρεις, α') Η ανάμνησις του πάθους και του θανάτου του Χριστού, κατά το ειρημένον «Οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη» β') Ο ιλασμός διότι το μυστήριον τούτο ιλασμός ημίν προς τον Θεόν διά τας αμαρτίας ημών, είτε ζώντων είτε τεθνεώτων, γίνεται, λέγει γαρ η θεία γραφή «Τεκνία μου, ταύτα γράφω υμίν, ίνα μη αμάρτητε και εάν τις αμάρτη, παράκλητον έχομεν προς τον Πατέρα Ιησούν Χριστόν δίκαιον, και αυτός ιλασμός εστί περί των αμαρτιών ημών ου περί των ημετέρων δε μόνον, αλλά και περί όλου του κόσμου. Και αλλαχού, εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι' αυτού. Εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ' ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών. γ') Ο καθαρισμός, διότι το αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας (Α' Ίωάν. α' 7). Ο θείος Γρηγόριος λέγει περί του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας: «Το γαρ ιερώτατον του Χριστού δώρον καλώς εσθιόμενον τοις πολεμούσι μεν εστίν όπλον, αποδημούσι δε επάνοδος, τους ασθενείς ενισχύει, τους ερρωμένους ευφραίνει, τας νόσους ιάται, την υγείαν διαφυλάττει, διά τούτου γινόμεθα πραότεροι, προς διόρθωσιν σπουδαιότεροι, προς τους πόνους μακροθυμότεροι, θερμότεροι προς την αγάπην, προς γνώσιν αγχινούστεροι, προθυμότεροι προς υπακοήν, οξύτεροι προς την των χαρισμάτων ενέργειαν». Ο των Νυσσαέων φωστήρ Γρηγόριος λόγον ποιείται περί του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας εν λόγω ζ' εις τους μακαρισμούς. Ο δε Μέγας Βασίλειος λέγει: «Ουχ απλώς εσθίειν προστέτακται, αλλά και διακρίνειν το του Κυρίου παρακελευόμεθα σώμα, δηλονότι σαρκός μολυσμόν και πνεύματος αποθεμένους και δοχείον του πνευματικού μύρου παρασκευάσαντας εαυτούς, ούτω τη καθαρά προσεγγίσαι θυσία (ομιλία περί του αγίου Πνεύματος) ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου» (Α' Κορ. ια' 29). Την ιεράν της λειτουργίας τελετήν οι άγιοι της Εκκλησίας πατέρες παρέδωκαν καλείσθαι θυσίαν αναίμακτον. Επίσης παρέδωκαν καλείσθαι θυσιαστήριον την αγίαν τράπεζαν, εφ' ης η τελετή της ιεράς επιτελείται λειτουργίας. Την έννοιαν της θυσίας εκφράζουσι σαφώς και καθαρώς άπασαι αι σωζόμενοι λειτουργικοί βίβλοι, ει ουν θυσία η επί της αγίας τραπέζης προσφερομένη, άρα εστί ζώσα, ει δε ζώσα, άρα ο άρτος και ο οίνος μετουσιούνται εις σώμα και αίμα Χριστού. Εν τη λειτουργία του αγίου Ιακώβου φέρονται τα εξής εκφραστικά περί της πίστεως της αρχαιοτάτης Εκκλησίας: «Και όταν σφραγίζη τον άρτον λέγει ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, σφαγιασθείς υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Πλανώνται άρα οι λέγοντες ότι ου μετουσιούνται, αλλ' ότι τη αισθήσει της ψυχής αντιλαμβανόμενοι εν πίστει μεταλαμβάνουσι. Οι αρνούμενοι την μετουσίωσιν του άρτου και οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού αρνούνται την έννοιαν της θυσίας, διότι εάν δεν εγένετο μετουσίωσις, πώς ο ψιλός άρτος και οίνος εκλήθη θυσία, πως δε ή αγία τράπεζα εκλήθη θυσιαστήριον πώς δε, μη μετουσιωμένων, πίστει εσθίουσι του σώματος και αίματος του Χριστού; Πώς δε τη αισθήσει της ψυχής αντιλαμβάνονται ότι εσθίουσι του σώματος και αίματος του Χριστού, άρτον απλούν και οίνον κοινόν εσθίοντες και πίνοντες; Πώς δε άνευ θυσίας εσθίουσι και πίνουσι σώμα και αίμα Χριστού; Βεβαίως τη φαντασία εσθίουσι και πίνουσι σώμα και αίμα Χριστού, πράγματι δε εσθίουσι και πίνουσιν άρτον και οίνον κοινόν. Οι αρνούμενοι την θυσίαν αθετούσι την πίστιν της αρχαίας Εκκλησίας. Ο μέγας Βασίλειος εν τοις κατ' επιτομήν όροις, ερωτήσει ροβ', ποταπώ φόβω ή ποία πληροφορία μεταλάβωμεν του σώματος και του αίματος του Χριστού, αποκρινόμενος λέγει: «Τον μεν φόβον διδάσκει ημάς ο Απόστολος λέγων, ο εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα και αίμα του Κυρίου, την δε πληροφορίαν εμποιεί η πίστις των ρημάτων του Κυρίου ειπόντος, «τούτο εστί το σώμα μου το υπέρ υμών διδόμενον. Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Τι προς ταύτα λέγουσιν οι αθετούντες την αρχαίαν πίστιν; Εάν ουδεμία εγένετο μεταβολή της ουσίας του άρτου και του οίνου, κοινωνεί δε τη αισθήσει της ψυχής ο πιστεύων, ο δε μη πιστεύων ουδέν καρπούται, ως μη εισδεχόμενος πίστει το σώμα και αίμα Χριστού, τότε προς τι ο φόβος, αφού εις ουδεμίαν έρχεται επικοινωνίαν προς το θείον; Αλλά μη προς τους πιστεύοντας μόνον την μετά του σώματος νοεράν επικοινωνίαν είρηκεν; Αλλ' εάν προς τούτους μόνον την εντολήν δίδωσι, τότε οι μη πιστεύοντες τη κοινωνία αμαρτάνουσιν εσθίοντες αναξίως, οι δε μη πιστεύοντες τη επικοινωνία δεν αμαρτάνουσιν αλλ' εάν οι πιστεύοντες τη κοινωνία του σώματος και αίματος του Χριστού αμαρτάνουσιν, ως αναξίως εισδεχόμενοι πίστει το υπό τον άρτον και εν τω άρτω και μετά του άρτου σώμα του Κυρίου και υπό τον οίνον το αίμα του Κυρίου, τότε πώς, ανάξιοι όντες προς κοινωνίαν, τη πίστει κοινωνούσι του σώματος και αίματος του Κυρίου; Η πίστις αυτών μετέδωκε του σώματος και αίματος του Κυρίου; Και εν ω η πίστις του αναξίου μέγα τι ειργάσατο και θαυμαστόν, εγένετο αυτώ πρόξενος κρίματος ταύτα, δι' ημάς εισίν ακατάληπτα και ακατανόητα, η πίστις του αναξίου να δύνηται να φέρη εις επικοινωνίαν τον ανάξιον προς το θείον, και η αυτή πίστις να γίνηται πρόξενος κρίματος. Τον χαρακτήρα της πίστεως ταύτης ημείς αδυνατούμεν να νοήσωμεν αλλ' άραγε και η του αξίου πιστού πίστις έχει την δύναμιν να μεταδώση υπό τον άρτον και τον οίνον το σώμα και αίμα του Χριστού; Δύναται η πίστις του πιστού του εσθίοντος άρτον και οίνον να καταστήση αυτόν τη αισθήσει της ψυχής κοινωνόν του σώματος και αίματος του Κυρίου; Δύναται λοιπόν πας Χριστιανός άξιος ή ανάξιος να παραθέτη άρτον και οίνον και εσθίων και πίνων εξ αυτών να κοινωνή του σώματος και αίματος του Κυρίου; Δύναται λοιπόν πας πιστός άξιος ή ανάξιος, οσάκις αν βούληται, να λέγη, κοινωνώ του σώματος και αίματος του Χριστού, και να κοινωνή; Πόθεν τούτο έμαθον; Παρά τίνος εδιδάχθησαν; Εν τίνι βίβλω της Καινής Διάθήκης ανέγνωσαν; Πώς άνευ θυσίας, άνευ θυσιαστηρίου θυσίαν επετέλεσαν! Πώς άνευ ιεραρχίας ιερείς ανεδείχθησαν; Πώς άνευ ευχής την κοινωνίαν παρεσκεύασαν; Πώς δε η βούλησις, η αντικαταστήσασα κατά μέγα μέρος την πίστιν, την του Χριστού παρουσίαν εθαυματούργησεν». Ο θείος Χρυσόστομος εν τω εις την προδοσίαν του Ιούδα και την παράδοσιν των μυστηρίων λόγω λέγει: «Πάρεστι Χριστός και νυν εκείνος ο την τράπεζαν εκείνην κοσμήσας, ούτος και ταύτην διακοσμεί νυν ώστε τράπεζα, ιερόν θυσιαστήριον υπό του Χριστού κατακοσμούμενον απαιτείται προς τέλεσιν του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας και ουχί απλή βούλησις και πίστις, ακούσωμεν δε τι εν συνεχεία λέγει ο άγιος Πατήρ «ου γαρ εστίν άνθρωπος ο ποιών τα προκείμενα γενέσθαι σώμα και αίμα Χριστού, αλλ' ο σταυρωθείς υπέρ ημών Χριστός». Ταύτα ας ενωτισθώσι καλώς οι της Καλβινικής κακοδοξίας διδάσκαλοι, οι πάντα άνθρωπον αυθαιρέτω γνώμη τελετουργόν του μυστηρίου αναδεικνύοντες. Και αύθις «σχήμα πληρών έστηκεν ο ιερεύς τα ρήματα εκείνα φθεγγόμενος της προσευχής». Ώστε και ιερέως υπό της εκκλησίας αναδεδειγμένου δείται το μυστήριον και προσευχής πώς λοιπόν πας τις δι' αυθαιρέτου γνώμης γίνεται κοινωνός του μυστηρίου; Τολμηρά δοξασία. Και αύθις «η δύναμις και η χάρις του Θεού εστίν». Ώστε ούδ' ο ιερεύς αυτός, αλλ' η δύναμις και η χάρις του Θεού εστίν η τελειούσα το μυστήριον της Ευχαριστίας και μεταποιούσα τον άρτον και οίνον εις σώμα και εις αίμα Χριστού. Εάν ουν η δύναμις και η χάρις του Θεού μεταποιή τον άρτον και οίνον εις σώμα και αίμα Χριστού, πώς η αυθαίρετος βούλησις και η πίστις του αξίου και του αναξίου προκαλεί την παρουσίαν του Χριστού και καθιστά την κοινωνίαν Θεού και ανθρώπου; Οι ταύτα λέγοντες πλανώνται πλάνην δεινήν. Εν τη αποδοκιμασία και κατακρίσει της επ' ονόματι Κυρίλλου του Λουκάρεως Πατριάρχου Κων/πολεως εκδοθείσης Καλβινικής ομολογίας πίστεως, φέρονται τα εξής: «Ει τοίνυν ειρήκει ο Σωτήρ, ο άρτος ούτος εστί το σώμα μου, ην ον τις ίσως τοις του Καλβίνου μύσταις φαινομένη του κακώς φρονείν πρόφασις ειπών δε, «τούτο μου εστί το σώμα», πάσαν απέκοψε πρόφασιν. Και δήλον ότι και της κυριολεξίας η έμφασις και της ευαγγελικής αληθείας η δύναμις και των Αποστόλων η παράδοσις και της Καθολικής Εκκλησίας η γνησία πίστις και της ιεράς λειτουργίας η αδιάκοπος χρήσις και πάντων των θεοπνεύστων διδασκάλων η σύμψηφος απόφασις βιάζεται ομολογείν, τοις ρήμασι τοις Δεσποτικοίς μη ενδέχεσθαι νουν έτερον ενθεωρείσθαι ή τον σημαινόμενον κατά το γράμμα. Τούτον ουν τον τρόπον σημαντικός ον και εναργής εστίν ο του Χριστού λόγος ή φησί και Χρυσόστομος εν τω εις την προδοσίαν λόγω ότι σχήμα πληροί ο Ιερεύς τα Δεσποτικά φθεγγόμενος ρήματα ρηθέντα γαρ άπαξ παρά του Χριστού, εξ εκείνου και μέχρι της αυτού παρουσίας καθ' εκάστην τράπεζαν ταις Εκκλησίαις αγιάζει την θυσίαν, του Ιερέως δηλαδή πάλιν εκείνα φθεγγομένου εναργές λοιπόν ο σημαίνει ο του Χριστού λόγος, και σημαίνει σώμα, ουκ άρτου ουσίαν μεταποιεί γαρ εξ ανάγκης την ουσίαν του άρτου εις θείου σώματος ουσίαν και τούτο εστίν η μετουσίωσις, μυστήριον της παντοδυνάμου μεγαλοπρέπειας του Χριστού τω όντι επάξιον και λόγω ανέκφραστον και λογισμοίς ανθρωπίνοις απερινόητον. Η εν Κων/πολει Ιερά Σύνοδος η επί Διονυσίου Πατριάρχου Κων/πολεως συγκροτηθείσα το 1672 εν τη ομολογία της πίστεως της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας λέγει ταύτα: «Περί του φρικτού Μυστηρίου της Ευχαριστίας πιστεύομεν και ομολογούμεν αδίστακτος, ότι το ζων σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάρεστιν αοράτως πραγματική παρουσία εν τω μυστηρίω. Εν γαρ τω ειπείν τον λειτουργούντα Ιερέα μετά τα Κυριάκο λόγια, ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον σώμα του Χριστού σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον αίμα του Χριστού σου, μεταβολών τω πνεύματί σου τω Αγίω, τότε τη ενεργεία του Παναγίου Πνεύματος υπερφυώς και αρρήτως ο μεν άρτος μεταπόιείται εις αυτό εκείνο το ίδιον σώμα του Σωτήρος Χριστού πραγματικώς και αληθώς και κυρίως, ο δε οίνος εις το ζωηρόν αίμα αυτού. Και αυτόν όλον τον Χριστόν πιστεύομεν είναι τον προσφέροντα και προσφερόμενον και προσδεχόμενον και διαδιδόμενον απαξάπασι, και ολόκληρον απαθώς εσθιόμενον. Οι μέντοι αξίως μεταλαμβάνοντες αυτού ζωοποιούνται, ενούμενοι αυτώ τω Χριστώ οι δε αναξίως, κατακρίνονται και εις όλεθρον ρίπτουσιν εαυτούς. Όπερ μυστήριον και λατρεία εστί και λέγεται. Και θεοπρεπώς εν αυτή λατρεύεται το τεθεωμένον σώμα του Σωτήρος Χριστού και θυσία προσφέρεται υπέρ πάντων των ορθοδόξων χριστιανών, ζώντων και κεκοιμημένων». Και ο Δοσίθεος δε εν τη εαυτού ομολογία λέγει περί του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας τα εξής: «Πιστεύομεν το πανάγιον μυστήριον της ιεράς Ευχαριστίας, όπερ ανωτέρω κατά τάξιν τέταρτον εθέμεθα, εκείνο είναι, όπερ ο Κύριος παρέδωκε τη νυκτί, η παρεδίδου εαυτόν υπέρ της του κόσμου ζωής. Λαβών γαρ άρτον και ευλογήσας έδωκε τοις αγίοις Αυτού μαθηταίς και Αποστόλοις ειπών, λάβετε, φάγετε τούτο εστί το σώμα μου. Και λαβών το ποτήριον ευχαριστήσας είρηκε πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών. Τούτου εν τη ιερουργία πιστεύομεν παρείναι τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ου τυπικώς, ουδ' εικονικώς, ουδέ χάριτι υπερβαλλούση, ως εν τοις λοιποίς μυστηρίοις, ουδέ κατά μόνην παρουσίαν, καθώς τινές των Πατέρων ειρήκασι περί του βαπτίσματος, ουδέ κατ' αναρτισμόν, ώστε ενούσθαι την θεότητα του Λόγου τω προκειμένω της Ευχαριστίας άρτω υποστατικός, καθώς οι από Λουθήρου λίαν αμαθώς και αθλίως δοξάζουσιν αλλ' αληθώς και πραγματικώς, ώστε μετά τον αγιασμόν του άρτου και του οίνου μεταβάλλεσθαι, μετουσιούσθαι, μεταπόιείσθαι, μεταρρυθμίζεσθαι τον μεν άρτον εις αυτό το αληθές του Κυρίου σώμα, όπερ εγεννήθη εν Βηθλεέμ εκ της Αειπαρθένου, εβαπτίσθη εν Ιορδάνη, έπαθεν, ετάφη, ανέστη, ανελήφθη, κάθηται εκ δεξιών του Θεού και Πατρός, μέλλει ελθείν επί των νεφελών του ουρανού, -τον δ' οίνον μεταποιείσθαι και μετουσιούσθαι εις αυτό το αληθές του Κυρίου αίμα, όπερ κρεμάμενου επί του σταυρού εχύθη υπέρ της του κόσμου ζωής. Έτι μετά τον αγιασμόν του άρτου και του οίνου ουκ έτι μένειν την ουσίαν του άρτου και του οίνου είδει και τύπω, ταυτόν ειπείν, υπό τοις του άρτου συμβεβηκόσιν. Έτι αυτό το πανακήρατον του Κυρίου σώμα και αίμα μεταδίδοσθαι και εισδύειν εις το στόμα και τον στόμαχον των μετεχόντων ευσεβών και ασεβών πλην τοις μεν ευσεβέσι και αξίοις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον προξενείν τοις δ' ασεβέσι και αναξίοις κατάκρισιν και κόλασιν αιώνιον παραχωρείν. Έτι τέμνεσθαι μεν και διαιρείσθαι είτε χερσίν είτε και οδούσι το σώμα και το αίμα του Κυρίου, κατά συμβεβηκός μέντοι, ήτοι κατά τα συμβεβηκότα του άρτου και του οίνου, καθ' α και ορατά και απλά είναι ομολογούνται, καθ' εαυτά δε μένειν άτμητα πάντη και αδιαίρετα. Όθεν και η Καθολική Εκκλησία φησί μερίζεται και διαμελίζεται ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας, δηλονότι αξίως, αγιάζων. Έτι εν εκάστω μέρει και τμήματι ελαχίστω του μεταβληθέντος άρτου και οίνου ουκ είναι μέρος του σώματος και αίματος του Κυρίου, βλάσφημον γαρ τούτο και άθεον, άλλ' όλον ολικώς τον Δεσπότην Χριστόν κατ' ουσίαν, μετά ψυχής δηλονότι και θεότητας, ήτοι τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον. Όθεν και πολλών γινομένων εν τη οικουμένη εν μιά και τη αυτή ώρα ιερουργιών, μη γίνεσθαι πολλούς Χριστούς ή πολλά σώματα Χριστού, άλλ' ένα και τον αυτόν Χριστόν παρείναι αληθώς και πραγματικώς, και εν Αυτώ το σώμα και το αίμα εν πάσαις ταις κατά μέρος των πιστών εκκλησίαις και τούτο ουχ ότι το εν ουρανοίς του Δεσπότου εν τοις θυσιαστηρίοις κάτεισι σώμα, αλλ' ότι ο της προθέσεως εν πάσαις ταις κατά μέρος εκκλησίαις προκείμενος άρτος μεταποιούμενος και μετουσιούμενος μετά τον αγιασμόν γίνεται και εστίν εν και το αυτό τω εν ουρανοίς. Εν γαρ το σώμα του Κυρίου, εν πολλοίς τόποις και ου πολλά, και διά τούτο το μυστήριον τούτο μάλιστα εστί και λέγεται θαυμαστόν και πίστει μόνη καταληπτόν, ου σοφίσμασι σοφίας ανθρωπίνης την ματαίαν και ανόητον εν τοις θείοις περιέργειαν απόσείεται η ευσεβής και θεοπαράδοτος ημών θρησκεία. Έτι αυτό το σώμα και αίμα του Κυρίου το εν τω της Ευχαριστίας μυστηρίω οφείλειν τιμάσθαι υπερβάλλοντας και προσκυνείσθαι λατρευτικώς. Μία γαρ η προσκύνησις της Αγίας Τριάδος και του σώματος και αίματος του Κυρίου. Έτι είναι θυσίαν αληθή και ιλαστικήν προσφερομένην υπέρ πάντων των ευσεβών, ζώντων και τεθνεώτων και υπέρ ωφελείας πάντων, ως κείται ρητώς εν ταις του μυστηρίου προσευχαίς υπό των Αποστόλων τη Εκκλησία παραδοθείσαις κατά την προς αυτούς διαταγήν του Κυρίου. Έτι και προς της χρήσεως ευθύς μετά τον αγιασμόν και μετά την χρήσιν το φυλαττόμενον εν ταις ιεραίς θήκαις προς μετάληψιν των αποδημήσαι μελλόντων αληθές είναι του Κυρίου σώμα, και κατά μηδέν διάφεραν εαυτού, ώστε προ της χρήσεως μετά τον αγιασμόν, εν τη χρήσει και μετά την χρήσιν, είναι κατά πάντα το αληθές του Κυρίου σώμα. Έτι τη μετουσίωσις λέξει ου τον τρόπον πιστεύομεν δηλούσθαι, καθ' ην ο άρτος και ο οίνος μεταποιούνται εις το σώμα και το αίμα του Κυρίου, τούτο γαρ άληπτον πάντη και αδύνατον, πλην αυτού του Θεού, και τοις πιστεύουσιν αμάθειαν άμα και ασέβειαν επιφέρει, αλλ' ότι ο άρτος και ο οίνος μετά τον αγιασμόν ου τυπικώς ουδ' εικονικώς, ουδέ χάριτι υπερβαλλούση, ουδέ τη κοινωνία ή τη παρουσία της θεότητας μόνης του Μονογενούς μεταβάλλεται εις το σώμα και αίμα του Κυρίου, ουδέ συμβεβηκός τι του άρτου και του οίνου εις συμβεβηκός τι του σώματος και αίματος του Χριστού κατά τίνα τροπήν ή άλλοιωσιν μεταπόιείται, άλλ' αληθώς και πραγματικώς και ουσιωδώς γίνεται ο μεν άρτος αυτό το αληθές του Κυρίου σώμα, ο δ' οίνος αυτό το του Κυρίου αίμα, ως είρηται ανωτέρω. Έτι μη γίνεσθαι υπό τίνος άλλου το της Ιεράς Ευχαριστίας τούτο μύστηριον, ει μη μόνον υπό Ιερέως ευσεβούς και υπό ευσεβούς και νομίμου επισκόπου την Ιερωσύνην λαβόντος, καθ' ον τρόπον η Ανατολική Εκκλησία διδάσκει. Αύτη εστίν εν συντομώ η της καθολικής Εκκλησίας και περί του μυστηρίου τούτου δόξα και αληθής ομολογία και αρχαιοτάτη παράδοσις, ην ου δει κολοβούσθαι κατ' ουδένα τρόπον υπό των ευσεβών βουλομένων και αποσειομένων τους νεωτερισμούς και τας βεβήλους των αιρετικών κενοφωνίας, αλλ' αναγκαίως σώαν και αδιάσειστον τηρείσθαι την νομοθετηθείσαν παράδοσιν. Τους γαρ παραβαίνοντας αποποιείται και αναθεματίζει η καθολική του Χριστού Εκκλησία» (Ομολογίας Δοσιθέου όρος ιζ'). Την πίστιν της Εκκλησίας εν τη θεία Ευχαριστία εκύρωσεν η πρώτη, η τρίτη και η εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος. Τονίζουσι δε ότι ο εν τη θεία Ευχαριστία άρτος και οίνος μεταβάλλεται εις σώμα και αίμα Χριστού. Εν απάσαις ταις αρχαίαις λειτουργίαις και εν αυταίς ταις των αποσχισθεισών Εκκλησιών υπάρχουσιν ευχαί προς μεταβολήν του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού, αλλά πλην όλων τούτων η μυστική πληροφορία των επαξίως κοινωνούντων, αυτή μόνη μαρτυρεί το αληθές φρόνημα της Εκκλησίας. Μέγεθος και αξία του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Το παραδοθέν παρά του Κυρίου μυστήριον της θείας Ευχαριστίας είναι το ανώτερον όλων των μυστηρίων είναι το θαυμασιώτερον των θαυμάτων, όσα η δύναμις του Θεού εξετέλεσεν, είναι το υψηλότερον εξ όσων η σοφία του Θεού επενόησεν, είναι δε και το τιμιώτερον όλων των χαρισμάτων, όσα η αγάπη του Θεού εχαρίσατο τοις ανθρώποις, διότι τούτο υπερέχει όλων των άλλων κατά την αριθμητικήν υπερβασίαν των όρων της φύσεως, διότι πάντα μεν τα θαύματα προέρχονται εξ υπερβασίας νόμων τινών της φύσεως, το μυστήριον όμως της θείας μεταλήψεως υπερέβη πάντας, διό και δικαίως το θαύμα των θαυμάτων και το μυστήριον των μυστηρίων δύναται να κληθή και να θεωρηθή. Ο Αριστοτέλης ορίζων τους τρόπους της υπάρξεως των φυσικών πραγμάτων ανάγει αυτούς εις δέκα, ους ονομάζει κατηγορίας, εισί δε αι εξής: ουσία, ποσόν, ποιόν, προς τι, που, πότε, κείσθαι, έχειν, ποιείν, (είτε ενεργείν) και πάσχειν. Το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας υπερβαίνει πάντας τους ειρημένους τύπους διό και δικαίως θαύμα θαυμάτων δύναται να κληθή. Και ιδού η απόδειξις. Θαύμα κατά την ουσίαν διότι τα άγια δώρα, ενώ προ της ευλογίας εισίν ουσία άρτου και οίνου, μετά την ευλογίαν και τον αγιασμόν είναι ουσία του σώματος και αίματος του Χριστού. Θαύμα κατά ποσόν διότι όλον το σώμα του Χριστού εις όλον τον άγιον άρτον και επίσης ολόκληρον εις πάσαν μερίδα. Θαύμα κατά ποιον διότι αισθανόμεθα μεν την ποιότητα του άρτου και του οίνου, αλλά τρώγομεν και πίνομεν σώμα και αίμα Χριστού. Θαύμα κατά προς τι δηλαδή κατά την σχέσιν, διότι εις την θείαν Ευχαριστίαν είναι μεν αυτός ο Υιός, ον εγέννησεν εν χρόνω η Παρθένος Μαρία, πλην ενταύθα δεν γεννάται κυρίως εκ πατρός ή μητρός, αλλά τελεσιουργείται μυστηριωδώς, ώστε εν τω τρόπω της μετουσιώσεως, ήτοι της μεταβολής του άρτου και οίνου εις σώμα αυτού, δεν αναφέρεται ούτε εις πατέρα ούτε εις μητέρα. Θαύμα κατά το πού διότι ο αυτός Ιησούς Χριστός είναι και εις τον Ουρανόν και εις την Γην, και ο αυτός εις το Ιερόν ημών θυσιαστήριον. Θαύμα κατά το πότε διότι ως σώμα Χριστού είναι άφθαρτον και αθάνατον ως αίμα Χριστού είναι πηγή ζωής αιωνίου αλλά διαμένουσι τα θεία ιδιώματα εν τη θεία Ευχαριστία ενόσω διαμένουσι τα είδη του άρτου και του οίνου. Θαύμα κατά το κείσθαι διότι εις την θείαν λειτουργίαν θεωρείται ο Ιησούς κείμενος εν τη φάτνη, ως γεννηθείς, ως επί του σταυρού, ως πάσχων, ως αναστάς και ανερχόμενος εις ουρανούς, ως αναληφθείς και καθήμενος εν δεξιά του Πατρός, ως Υιός και Θεός. Θαύμα κατά το έχειν διότι το σώμα και αίμα του Κυρίου έχει εξωτερικήν περιβολήν τα είδη του άρτου και του οίνου. Θαύμα κατά το ποιείν (είτε ενεργείν), διότι η μετάληψις των αχράντων μυστηρίων εγγίζει μεν την αίσθησιν, αλλ' αγιάζει το πνεύμα. Θαύμα τέλος κατά το πάσχειν, διότι ο θείος άρτος μελίζεται μεν, αλλ' ως σώμα Χριστού δεν διαιρείται, τρώγεται μεν, άλλ' ως σώμα Χριστού δεν δαπανάται. Όθεν η θεία Ευχαριστία, επειδή υπερβαίνει πάντας τους όρους ή τας κατηγορίας, υφ' ας εκδηλούνται οι νόμοι της φύσεως, είναι το μεγαλύτερον όλων των θαυμάτων, επίσης είναι και το υψηλότερον, επειδή υπερβαίνει πάσαν κατάληψιν. Το μέγεθος του θαύματος τούτου θέλει γίνει καταληπτόν, εάν λάβωμεν υπ' όψιν έτερον θαύμα. Η εκ Παρθένου γέννησις του Σωτήρος είναι μεν θαύμα, διότι δεν εννοούμεν, τίνι τρόπω γεννάται εν χρόνω και εκ γυναικός ο αΐδιος Θεός, νοούμεν όμως, ότι γεννάται, διότι βλέπομεν αυτόν τέλειον άνθρωπον, υπερβαίνει μεν πολλούς όρους, ή πολλάς κατηγορίας, αλλά μένουσι και τινές, υφ' ας αντιλαμβανόμεθα αυτού. Εις το μυστήριον όμως, της θείας μεταλήψεως κρύπτεται ου μόνον η θεότης, αλλά και η ανθρωπότης ώστε είναι μυστήριον των μυστηρίων, το κατά πάντα τρόπον απόκρυφον, το υπερβαίνον πάντας τους όρους της φυσικής γνώσεως, διά του μυστηρίου τούτου ο Θεός έδειξεν εις ημάς, ως δυνατός, το μέγιστον κράτος της θείας αυτού παντοδυναμίας, ως σοφός δε, το μέγιστον ύψος της θείας αγαθότητος. Τούτο το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας. Υποδείξαντες δε το μέγεθος και την αξίαν αυτού, ήδη μεταβαίνομεν εις την υπόδειξιν του τρόπου καθ' ον πρέπον είναι να προσερχώμεθα εις την μετάληψιν αυτού. Πώς πρέπει να προσερχώμεθα εις την μετάληψιν των θείων μυστηρίων. Τον τρόπον, καθ' ον ανάγκη να προσερχώμεθα εις την θείαν Ευχαριστίαν, διδάσκει ημάς ο Απόστολος Παύλος, λέγων: «Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω, και εκ του ποτηριού πινέτω, ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως, κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου» (Α' Κορ. ια' 28-29). Ο θείος Χρυσόστομος ερμηνεύων τούτο το ρητόν λέγει τα εξής: «Ένδον εν τω συνειδότι ενώπιον του Θεού του τα πάντα ορώντος ποιού την κρίσιν και των ημαρτημένων την εξέτασιν, και πάντα του βίου αναλογιζόμενος υπό του νου το κριτήριον άγε τα αμαρτήματα, διώρθου τα πλημμελήματα, και ούτω μετά καθαρού συνειδότος της Ιεράς απτού τραπέζης και της αγίας μέτεχε θυσίας. Συ σεαυτού γενού κριτής και των βεβιωμένων ακριβής δικαστής, ερεύνα το συνειδός και τότε δέχου το δώρον. Αν τούτο κατορθώσωμεν, δυνησόμεθα μετά καθαρού συνειδότος και τη Ιερά ταύτη και φρικτή τραπέζη προσελθείν και τα ρήματα εκείνα τα τη ευχή συνεζευγμένα μετά παρρησίας φθέγξασθαι, ίσασιν οι μεμυημένοι το λεγόμενον διό τω εκάστου συνειδότι καταλιμπάνω ειδέναι, πώς μεν κατορθωκότες την εντολήν μετά παρρησίας προέσθαι ταύτα δυνάμεθα κατά τον καιρόν εκείνον τον φοβερόν». Ας εξετάζη λοιπόν έκαστος την εαυτού συνείδησιν πρώτον, ίνα γνωρίση την ηθικήν αυτού κατάστασιν και την σχέσιν αυτού προς τον Θεόν και τον πλησίον αυτού, και αν εύρη αυτάς εν θεαρέστω καταστάσει, ας προσέλθη να κοινωνήση, άλλως ας επιφυλαχθή διότι ουδέν κοινόν μεταξύ αγίου και εναγούς. Ο Απόστολος Παύλος νουθετών τους Κορινθίους μη ετεροζυγείν απίστοις, ήτοι μη λαμβάνειν συζύγους απίστους, λέγει «Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; Τις δε συμφώνησις Χριστού προς Βελίαρ;» (Β' Κορ. στ' 14), ώστε τις κοινωνία αμαρτωλώ προς την θείαν μετάληψιν; Ότι δε μετ' ευλαβείας πρέπει να προσερχώμεθα, διδάσκει ημάς αυτός ο Θεός, διατάξας τω Μωϋσή να μη πλησίαση τη καιομένη βάτω υποδεδεμένος, αλλά να λύση το υπόδημα των ποδών αυτού εις σημείον ευλαβείας διότι ο τόπος, εν ω ίστατο ην άγιος. «Μωϋσή! Μη εγγίσης ώδε, λύσαι το υπόδημα σου εκ των ποδών σου ο γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας επ' αυτού, γη αγία εστί» ("Εξ. γ' 3). Οφείλομεν αρά πλησιάζοντες να προσερχώμεθα μετά πάσης ευλάβειας, καθαροί παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, ίνα αξίως μεταλαμβάνωμεν, διότι αφού ο Θεός διέταξε τω Μωϋσή να λύση το υπόδημα, ίνα πλησίαση τόπον άγιον, πόσον οφείλεις συ, Χριστιανέ, να λύσης πάντα δεσμόν αμαρτίας, ίνα δεχθής εν σοι όλον τον Θεόν; Διότι ο Άγιος εκείνος άρτος ουχί το σώμα του Κυρίου εστί; Και το άγιον ποτήριον ουχί το αίμα του Κυρίου εστί. «Το ποτήριον της ευλογίας, ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστί; τον άρτον, ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του σώματος του Χριστού εστί;» (Α' Κορ. ι' 16). Πώς λοιπόν θα πλησίασης με βεβαρημένην συνείδησιν το πυρ, το φλέγον αναξίους; Άνθραξ γαρ εστί τους αναξίους φλέγων. Όθεν λύσον πάντα προς τον πλησίον σου δεσμόν έχθρας, λύσον πάσαν άδικον συναλλαγήν, απόδος το άλλοτριον, έκκλινον από κακού και ποίει χρηστότητα, επίστρεψον εις τον Κύριον και πρόσελθε, ίνα αγιασθής όλος, φωτισθής και γίνης ταμείον της θείας χάριτος, ίνα ενωθής μετά του Χριστού, ίνα μείνης εν αυτώ και αυτός εν σοι. «Ο τρώγων μου το σώμα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. στ' 54). Χαρακτήρ του επαξίως μεταλαμβάνοντος. Ω! Πόσον ευδαίμων και μακάριος δέον να λογίζηται ο επαξίως των θείων μεταλαμβάνων μυστηρίων! Ούτος εξέρχεται του ναού όλος ανακαινισθείς, διότι το πυρ της θεότητος, το διά της θείας μεταλήψεως κοινωνήσαν μετά της ψυχής του ανθρώπου, τας μεν αμαρτίας αυτής κατέφλεξεν, αυτήν δε θείας ενέπλησε χάριτος, τας φρένας ηγίασε, τας δυνάμεις της ψυχής ενίσχυσε, τον νουν διεφώτισε και την καρδίαν τω φόβω του Θεού καθήλωσε και τέλος ανέδειξε σκήνωμα πνεύματος μόνου. Ο επαξίως κοινωνήσας έλαβεν ως αρραβώνα την ουράνιον βασιλείαν, ευρίσκεται δε ενδεδυμένος την θείαν πανοπλίαν, ήτις προφυλάττει αυτόν από παντός κακού και πάσης του πονηρού επιβουλής, και καθιστά επίφοβον και αυτοίς τοις δαίμοσιν. Η καρδία του επαξίως κοινωνήσαντος πληρούται χαράς αφάτου και θυμηδίας αρρήτου, ούτος μόνος αισθάνεται την επελθούσαν αλλοίωσιν, επί δε τω ανακαινισμώ αυτού ευφραίνεται. Αι αρεταί πάσαι περικοσμούσι την καρδίαν αυτού, πόθος δε αυτού είναι η μετά του Κυρίου ένωσις. Η ψυχική γαλήνη, ην δίδωσιν η συναίσθησις της μετά του Θεού διαλλαγής και κοινωνίας, και η βασιλεύουσα εν αυτώ ουρανία ειρήνη, κατοπτρίζονται επί του ιλαρού προσώπου, του επαξίως κοινωνήσαντος, πάσα δε αυτού η εξωτερική όψις μαρτυρεί την εσωτερικήν αυτού ηθικήν κατάστασιν, αγνότης και αθωότης, δύο περιστέφουσαι αυτόν χάριτες εισίν, αι προς πάντας περί αυτού ομιλούσαι. Ιδού ο χαρακτήρ του αληθώς και επαξίως μεταλαμβάνοντος, τοιαύτα τα απότελέσματα της θείας μεταλήψεως. Ταύτα έχων τις υπ' όψιν, πόσον δεν οικτείρει, ουχί πλέον τους αναξίως μεταλαμβάνοντας, ή τους μη δυναμένους εκ κωλύοντας αμαρτήματος να μεταλάβωσιν, αλλά τους εξ αδιαφορίας και περιφρονήσεως, ούτως ειπείν, προς την εκ της θείας μεταλήψεως προσγινομένην ωφέλειαν, ψυχικήν τε και σωματικήν απέχοντας της θείας Ευχαριστίας, διότι η υγεία της ψυχής επιδρά και επί της υγείας του σώματος, ως γινώσκομεν ότι συμβαίνει, και τανάπαλιν - τι είπωμεν περί αυτών; Τι καλέσωμεν αυτούς; Εις ποίαν τάξιν χριστιανών κατατάξωμεν αυτούς; Η στάσις αυτών προς τον χριστιανισμόν είναι τοιαύτη, οποίαν μόνον οι ψυχροί και αδιάφοροι έχουσιν, αλλ' άραγε ούτοι εισίν αληθείς χριστιανοί; Τούτο ημίν άδηλον ό,τι δε ημείς δυνάμεθα να γινώσκωμεν είναι, ότι οι τοιούτοι πελαγοδρομούσιν άνευ πυξίδας, άνευ πηδαλίου και άνευ κυβερνήτου, ουαί δε αυτοίς τη ημέρα εκείνη, ότε επαναστήσεται κατ' αυτών η θάλασσα και πνεύσουσιν ισχυροί οι άνεμοι και τα κύματα κατακλύσουσι το σκάφος αυτών. Έρημοι τότε και εστερημένοι της θείας παρηγορίας, θέλουσιν ατενίζει με οφθαλμόν ένδακρυν και με βλέμμα απελπισίας τα ανοιγόμενα προ των ποδών αυτών βάραθρα τα απειλούντα καταπόντισμόν και παντελή αφανισμόν. Προς τους τοιούτους μίαν έχομεν να αποτείνωμεν αδελφικήν συμβουλήν, να σπεύσωσι να κοινωνήσωσιν, όπως σωθώσι, διότι ουδεμία ετέρα υπάρχει σωτηρίας έξοδος. Μετά την θείαν Ευχαριστίαν. Μετά την θείαν Ευχαριστίαν ύμνησον ευθύς και ευχαρίστησΟν τον Κύριον, διότι σε Ηξίωσε να γίνης κοινωνός του σώματος και αίματος αυτού, δι' αξίων τη ημέρα έργων δίελθε αυτήν και αγίασον αυτήν και έχε αυτήν ως παράδειγμα και διά τας λοιπάς του βίου σου ημέρας, μη ανεχθής του λοιπού να λυπήσης τον Άγγελον τον φύλακα της ψυχής και του σώματος σου επιστρέφων εις τας πρώτας σου κακίας, ως ες λουσαμένη επί τον βόρβορον, και ως κύων επί το ίδιον εξέραμα, διότι δύσκολος έσται η επιστροφή σου, μη είπης, ότι και πάλιν μετανοώ και πάλιν καθαρίζομαι, διότι ουχί απολύτως εκ της ιδίας σου εξαρτάται θελήσεως η μετάνοιά σου και η σωτηρία σου, αλλά και εκ της θελήσεως του Θεού, διότι εις την σωτηρίαν του ανθρώπου δύο ενεργούσι παράγοντες, η χάρις του Θεού και η θέλησις του ανθρώπου. Όθεν δέον αμφότεροι να συνεργασθώσιν, όπως το της σωτηρίας αποτέλεσμα επέλθη, η σωτηρία άρα ημών, ως μη εξαρτωμένη απολύτως εκ της ημετέρας βουλήσεως, δεν διατελεί υπό τας διαθέσεις ημών, διό και δεν δυνάμεθα να φρονώμεν, ότι είμεθα κύριοι της σωτηρίας ημών και ότι, οπόταν είναι ημίν αρεστόν, δυνάμεθα να μετανοώμεν και επιστρέφωμεν από των πονηριών ημών προς τον Κύριον, ουχί! ουχί! Αληθές, ότι ο Κύριος πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, αναμένει δε την μετάνοιαν του αμαρτωλού, ότι είπεν, «ου θέλω θελήσει τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», αλλ' αναμένει τον αμαρτωλόν τον εξ αγνοίας αμαρτάνοντα, η τον εν γνώσει μεν αμαρτάνοντα συνεπεία ηθικής αδυναμίας, αλλά μη ολιγωρούντα διά τα ίδια αμαρτήματα, ουχί δε και τον εν γνώσει αμαρτάνοντα και περί των αμαρτιών αυτού ολιγωρούντα, επειδή ο τοιούτος ουδέποτε θέλει μετανοήσει, διότι επί σαθρών όλως θεμελίων οικοδομεί, και διότι φρονεί, ότι το γήρας θέλει φέρει την εξάλειψιν των παθών, την άρσιν των ελατηρίων προς την αμαρτίαν και την εύκολον προπαρασκευήν αυτού προς την μετάνοιαν, την άγουσαν προς την σωτηρίαν, φρονεί δε ότι η φυσική αδυναμία προς διάπραξιν της αμαρτίας είναι η οδός προς την σωτηρίαν! Πόσον πλανώνται οι τοιούτοι! Πόσον απέχουσιν ούτοι του αληθούς πνεύματος του χριστιανισμού και επομένως πόσον ολίγον δύνανται να ονομασθώσι χριστιανοί! Πόσον δε απέχουσι και του των χριστιανών κλήρου! Οι τοιούτοι πλανώνται αναμένοντες μετάνοιαν και σωτηρίαν, γνωστόν γενέσθω αυτοίς ότι σωτηρία ουκ εστίν αυτοίς, διότι ουδέ μετάνοια έσται, και ιδού διατί, διότι οι τοιούτοι δεν εξετίμησαν τον χριστιανισμόν, εισί δε οι κατά του Πνεύματος βλασφημήσαντες, διότι βλασφημία κατά του Πνεύματος δεν είναι μόνον το απρεπώς περί αυτού λαλήσαι και αντειπείν, αλλά και το εμμένειν τινά μετά την αμαρτίαν αδιάφορον και αμετανόητον, διότι ο μη μετά την αμαρτίαν μετανοών, ούτος ου μόνον τον θείον προσβάλλει νόμον, αλλά και τον νομοθέτην περιφρονεί και περιυβρίζει, απαξιών να δώση δίκας των πεπραγμένων επ' αυτού. Ο λόγος της πλάνης του αναβάλλοντος την μετάνοιαν είναι η τε άγνοια του πνεύματος του χριστιανισμού και η της σημασίας της μετανοίας, διότι ούτος αγνοών το χριστιανικόν δόγμα, «Έκκλινον από κακού και ποίει χρηστότητα», και το «άγιοι γίνεσθε», και το «φρόνιμοι γίνεσθε» και όλας τας λοιπάς χριστιανικάς εντολάς, δι' ων προτρεπόμεθα εις την αρετήν, φρονεί, ότι ο Θεός περί των σωμάτων μόνον φροντίδα ποιείται και ότι αυτά ζητεί να ώσιν απηλλαγμένα ρύπου, όθεν δήποθεν και αν προσλαμβάνεται ούτος, είτε εκ της ασθενείας του σώματος είτε εξ ετέρου τινός κωλύματος, ότι δε ούτω φρονούσι, τούτο δείκνυται εκ των σκέψεων και των φρονημάτων αυτών, μάλιστα δε εκ της περιλαλήτου κατάστασης πλέον φράσεως, όταν γηράσωμεν ουχί δι' αυτής θέλουσι να φανερώσωσι τον χρόνον της αδυναμίας και ανικανότητος προς αμαρτίαν; Ουχί λοιπόν αληθές, ότι ούτοι ουδέ μίαν περί πνευματικού βίου έχουσι γνώσιν; Ουχί αρετήν θεωρούσιν ως τω Θεώ αρέσκουσαν, την ανικανότητα προς την αμαρτίαν και την όπως δήποτε αποχήν από της αμαρτίας άνευ όμως της μορφώσεως της καρδίας, άνευ της προσκτήσεως αρετών και άνευ αγώνων, άνευ τελειώσεως κτλ.; Η ακριβής αυτή ομολογία αυτών περί του τρόπου, καθ' ον αντελήφθησαν το πνεύμα των ηθικών αρχών του Χριστιανισμού, διαβεβαιοί ημάς και περί της αληθείας, της αγνοίας της σημασίας της μετανοίας, ούτοι ταυτίζουσι την μετάνοιαν μετά της αδυναμίας προς την αμαρτίαν, διό και νομίζουσιν, ότι ευρίσκονται εν μετάνοια μη κατεργαζομενοι τα πονηρά, έστω και εξ αδυναμίας και ανικανότητος, διότι άλλως δεν θα εφρόνουν ως απόφαίνονται. Το τιθέναι την μετάνοιαν εν τη αδυναμία, ήτοι το λέγειν θα μετανοήσω όταν γηράσω, τουτ' αυτό δηλοί, ότι δεν έχει ο λέγων γνώσιν της σημασίας της λέξεως, διότι η μετάνοια ενώ είναι προϊόν του συναισθητικού, ούτοι εξαρτώσιν αυτήν εκ του βουλητικού, αν είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν να ορίσωσιν ό,τι δεν εξαρτάται εκ της βουλήσεως αυτών, και αν δύνανται να μετανοήσωσιν, αφού η συναίσθησις καθεύδη. Πόσον πλανάται, όστις νομίζει, ότι δύναται, χωρίς να διεγερθή η συναίσθησις, να απόφασίση την μετάνοιαν αυτού. Εάν η συναίσθησις δεν διεγερθή, εις μάτην απόφασίζει περί της μετανοίας του, η μετάνοια προσκαλούμενη φεύγει, αδύνατον άρα ο τοιούτος να τύχη σωτηρίας. Αλλά και αν εννοήση ο τοιούτος, ότι η συναίσθησις είναι ο παράγων της μετανοίας, ουχ ήττον, εάν παραμέληση την ικανοποίησιν της προσβληθείσης θείας δικαιοσύνης, πάλιν δεν δύναται να μετανοήση, διότι ο Θεός διά την μεγάλην κακίαν του πολλάκις αμαρτήσαντος και μη ικανοποιήσαντος την θείαν δικαιοσύνην δεν εγείρει εκ του ληθάργου την ναρκωθείσαν καρδίαν αυτού, αλλ' εγκαταλείπει αυτόν, όπως μη επιστρέψη, ιαθή και σωθή, ανάγκη άρα οι ορεγόμενοι σωτηρίας και μελλούσης ζωής να μη αναβάλλωσι την μετάνοιαν αυτών, αλλά να σπεύδωσι να μετανοήσωσι και έργα άξια της μετανοίας να πράττωσι, δι' ων η θεία ικανοποιείται δικαιοσύνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: