Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ (Α ΜΕΡΟΣ)


     Eπιβαλλόμενη αναθεώρηση
Η Ιστορία, είτε το θέλουμε είτε όχι, σε πολλά σημεία της πρέπει να αναθεωρηθεί. Πολλές σελίδες είναι σκόπιμα γραμμένες για να εξυπηρετήσουν ύποπτους και δόλιους σκοπούς. Και από τον κανόνα της έρευνας δεν μπορεί να εξαιρεθεί ακόμα και αυτή η Βίβλος, αφού ο ίδιος ο Χριστός είπε εκείνο το περίφημο «ερευνάτε τας γραφάς», για να μπορέσει κάποτε  η ιστορική αλήθεια να μας ελευθερώσει.

Η αναθεώρηση κάποιων «ιστορικών δρωμένων» (αποενοχοποίησης, όπως λένε ορισμένοι) έγινε από το ίδιο το κράτος του Ισραήλ:

Α) Κατά τον Ιούλιο του 1931, ο κόσμος πληροφορήθηκε ότι στα Ιεροσόλυμα συνήλθε ένα δικαστήριο από επιφανείς Ιουδαίους νομικούς υπό την προεδρία του Δρος Veldeisse, το οποίο μετά από τετράωρη αγόρευση του εισαγγελέα, πεντάωρη αγόρευση της υπεράσπισης και πολύωρη διάσκεψη, απεφάνθη, με ψήφους τέσσερις κατά μιας, ότι ο Ιησούς υπήρξε αθώος!!

Β) Κατά το 1949, οι εφημερίδες έγραψαν ότι ο Γάλλος νομικός Jacquenot εξετάζοντας, μαζί με άλλους συνεργάτες του, την δίκη του Ιησού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «αι κατ’ αυτήν παρατυπίαι του Εβραϊκού Συνεδρίου, εμφανίζουσι την περί θανατικής καταδίκης ως νομικώς άκυρον».

Γ) Αναζητώντας οι Εβραίοι, από το 1945, τα αίτια του αντισημιτισμού, απέδωσαν αυτόν στην ευθύνη τους για τη θανάτωση του Ιησού!

Με αυτόν τον τρόπο, ομολογείται και από ιουδαϊκής πλέον πλευράς, η ευθύνη των Ιουδαίων, ιδίως των αρχόντων, για την Σταύρωση του Ιησού. Η δε καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο (70 π.Χ.), χαρακτηρίζεται ως αρχή της τιμωρίας της δίκαιης κρίσης του Θεού, συνυπολογιζόμενη και η ευθύνη του Πιλάτου για τη Σταύρωση του Κυρίου.

Η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι επιστημονικό βιβλίο και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να λάβουμε «τοις μετρητοίς» όσα αναφέρει αυτή και συγκεκριμένα η Γένεση.

Στην αρχαία πατερική γραμματεία οι υπολογισμοί που γίνονται βάση του κειμένου της Μεταφράσεως των Εβδομήκοντα, του ελληνικού δηλαδή, κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, για την Γέννηση του Χριστού, μας δίνουν το έτος 5508 από τη κτίση του κόσμου. Αυτά όμως όλα είναι συμβατικά και όχι επιστημονικά!



Απορίες

α) Γιατί πρέπει να ταυτίζομε, έστω και κατά τρόπο διαφορετικό από τους Εβραίους, τον Χριστό με τον Μεσσία που εκείνοι ανέμεναν και αναμένουν; Η προσδοκία του Μεσσία υπήρξε υπόθεσης καθαρώς εβραϊκή και φυσικά ο αναμενόμενός τους δεν έχει κανένα σημείο κοινό με τον Χριστό. Προς τι, λοιπόν, η σύνδεσης Χριστού-Μεσσία;

β) Ο Χριστιανισμός θεμελιώνεται στην πίστη ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο ενσαρκωθείς Θεός =ο Λόγος. Αυτή η πίστη ουδόλως προϋποθέτει κάποιον συσχετισμό με τον Μεσσία των Εβραίων. Ο συσχετισμός είναι τεχνητός και αβάσιμος, αποκλειόμενος και από τους ίδιους τους δημιουργούς και τους πιστούς του Μεσσιανισμού, τους Εβραίους. Για έναν χριστιανό το περιεχόμενο του μηνύματος του Ιησού  και ο Βίος του αρκούν. Η συσχέτισή του με τον εβραϊκό Μεσσία και περιττεύει και προβλήματα προκαλεί στην σκέψη και στην συνείδησή του.  

Ο Χριστός δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου και καυτηρίαζε την νοοτροπία των Εβραίων, όπως φαίνεται στο κατά Ιωάννη Ε΄, 16-18: «και δι΄ αυτό οι Ιουδαίοι κατεδίωκον τον Ιησούν και εζήτουν να τον φονεύσουν, διότι έκανε τας θεραπείας αυτάς κατά την ημέραν του Σαββάτου. Ο Ιησούς όμως εις τους Ιουδαίους, που τόσον πολύ τον εμίσουν, έδωκε την εξής απάντησιν. Ο Θεός και Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα συνεχώς και άνευ διακοπής, διότι όχι μόνο εδημιούργησεν, αλλά και κυβερνά τον κόσμον και προνοεί περί αυτού. Και εγώ λοιπόν ο Υιός του συνεχώς εργάζομαι ως ο Πατήρ μου, χωρίς να διακόπτω το σωτήριον έργον μου κατά τα Σάββατα. Όταν λοιπόν ήκουσαν τους λόγους αυτού οι Ιουδαίοι, εζήτουν ακόμη περισσότερον να τον φονεύσουν δι΄ αυτό, επειδή δηλαδή όχι μόνο κατέλυε την αργίαν του Σαββάτου, αλλά και έλεγεν ότι έχει Πατέρα του τον Θεόν και έκανε τον εαυτόν του ίσον προς τον Θεόν».

Ο Χριστός ηθελημένα μιλούσε μερικές φορές ακατανόητα, για να μην τον καταλάβουν, όπως γράφει στο κατά Ματθαίο ΙΓ΄, 13: «Δια τούτο εν παραβολαίς αυτοίς λαλώ, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη ακούωσι, μηδέ συνώσι». Αλλά και στο κατά Ματθαίο ΙΓ΄, 11 : «ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς ότι υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, εκείνοις δε ου δέδοται».

Κατά Ματθαίο ΙΓ΄, 10-13: «Και αφού προσήλθον οι μαθηταί, του είπαν. Διατί τους ομιλείς με παραβολές; Οι δε Ιησούς επεκρίθη και τους είπεν. Ομιλώ δια παραβολών διότι εις σας, που έχετε καλήν και ευθείαν προαίρεσιν, εδόθη από τον Θεόν ως χάρις να μάθετε τας μυστηριώδεις αληθείας της βασιλείας των ουρανών εις εκείνους δε δεν έχει δοθή τούτο. Διότι εις εκείνον, που έχει πίστιν και προθυμίαν, θα δοθή η γνώσις των θείων μυστηρίων και θα δοθή πλουσία και με πλεονασμόν. Απ΄ εκείνον όμως, που δεν έχει πίστιν και αγαθήν διάθεσιν, θα αφαιρεθή και η ολίγη ακόμη γνώσις, την οποίαν έχει. Δι΄ αυτό τους ομιλώ με παραβολάς, διότι, ενώ βλέπουν τα θαύματά μου, δεν θέλουν να ίδουν και να πιστεύσουν, και ενώ ακούουν την διδασκαλίαν μου δεν θέλουν να ακούσουν και να ωφεληθούν, ούτε εννοούν αυτήν».

Κατά Ιωάννη Η΄, 14: «Απεκρίθη ο Ιησούς και τους είπε. Και εάν εγώ δίδω μαρτυρίαν δια τον εαυτόν μου, η μαρτυρία μου είναι αληθής και αξιόπιστος, διότι εγώ γνωρίζω καλώς από πού ήλθον δια της ενανθρωπήσεώς μου και πού θα υπάγω μετά την ανάληψίν μου. Ήλθον από τον ένα ουρανοίς Πατέρα μου και θα υπάγω πάλιν εις αυτόν. Η αποστολή δε και η επάνοδός μου αυτή εγγυώνται περί του ότι η μαρτυρία μου είναι αληθής. Σεις όμως δεν ελάβετε ενδιαφέρον να μάθετε και δι΄ αυτό δεν ηξεύρετε από πού ήλθον ή που θα υπάγω».

Δηλαδή μιλούσε αλληγορικά σε αυτούς τους Εβραίους για να μην καταλαβαίνουν. Τη διάκριση σε δυο τύπους ανθρώπων όπου για τον έναν η πνευματική γνώση παρουσιάζεται καλυμμένη τη συναντάμε πολύ συχνά στα Ευαγγέλια.

Κατά Ιωάννη Γ΄, 3-5: «Απεκρίθη ο Ιησούς και του είπε. Εν πάση αληθεία σε διαβεβαιώ, ότι εάν κανείς δεν γεννηθεί από επάνω, δηλαδή από τον ουρανόν, δεν δύναται να ίδη την βασιλείαν του Θεού και να απολαύση τα αγαθά της. Λέγει προς αυτόν Νικόδημος. Πώς ημπορεί να γεννηθεί πάλιν ο άνθρωπος, όταν έχη πλέον γηράσει; Μήπως ημπορεί να έμβη δια δευτέραν φοράν εις την κοιλίαν της μητέρας του και να ξαναγεννηθή; Απεκρίθη ο Ιησούς. Αληθώς σου λέγω ότι, εάν δεν γεννηθή κανείς πνευματικώς από το νερόν του αγίου Βαπτίσματος, και από το Άγιον Πνεύμα, το οποίον αοράτως δια του νερού τούτου ενεργεί την αναγέννησιν του ανθρώπου, δεν ημπορεί να έμβη εις την βασιλείαν του Θεού».

Κατά Ιωάννη Γ΄, 6: «Κάθε τι που έχει γεννηθή με φυσικήν γέννησιν από την σάρκα, είναι και αυτό σαρκικόν, και δεν ημπορεί να εισέλθη εις την πνευματικήν ταύτην βασιλείαν. Και εκείνο, που έχει γεννηθή από το Άγιον Πνεύμα, είναι ύπαρξις και προσωπικότης πνευματική, και αυτή θα απολαύση την πνευματικήν βασιλείαν του Θεού».

Κατά Ματθαίο Ζ΄, 6: «Η συμπάθεια όμως και η αποφυγή της κατακρίσεως των ελαττωμάτων και κακιών του πλησίον δεν πρέπει να φθάνη μέχρις αδιακρισίας. Υπάρχει και περίπτωσις, που πρέπει με προσοχήν πολλήν να εξετάζετε τον χαρακτήρα του πλησίον. Προσέχετε να μη δώσετε το άγιον μυστήριον της πίστεως εις ανθρώπους, που ως άλλοι κύνες ζουν βίον ασεβή και αναίσχυντον. Ούτε να παραθέτετε τους πολυτίμους μαργαρίτας της χριστιανικής αληθείας εμπρός εις ανθρώπους, οι οποίοι ως άλλοι χοίροι ζουν εις τον βόρβορον των παθών. Υπάρχει μέγας κίνδυνος μήπως καταπατήσουν αυτούς με τα πόδια των και στραφούν να σας κατασπαράξουν ή οπωσδήποτε να σας βλάψουν».

Ο Χριστός παρουσιάζεται πάρα πολύ συχνά να καυτηριάζει τους Εβραίους και την υλιστική προσκόλλησή τους μέσω των Φαρισαίων που τους εκπροσωπούν κατανομάζοντας και ξεσκεπάζοντας τη ρίζα τους. Κατά Λουκά ΙΒ΄, 2: «Αλλ΄ η υποκρισία των αυτή δεν θα μείνη δια παντός σκεπασμένη. Τίποτε δεν υπάρχει, οσονδήποτε καλά κι αν είναι σκεπασμένον, που να μη ξεσκεπασθή εις το τέλος και φανερωθή, και δεν υπάρχει κρυφό που δεν θα γίνει γνωστόν».

Κατά Λουκά Η΄, 17 : «Έτσι, και σεις σαν άλλος λύχνος καλά τοποθετημένος πρέπει να φωτίζετε τους ανθρώπους και αυτά που ακούτε τώρα, να μη τα κρύπτετε, αλλά να μεταδίδετε ταύτα και εις τους άλλους. Διότι δεν υπάρχει κρυφόν, το οποίον δεν θα γίνη φανερόν. Ούτε μυστικόν, το οποίον δεν θα γίνει γνωστόν και δεν θα φανερωθή. Και η διδασκαλία μου λοιπόν, ακόμη και εάν σεις την κρατήσετε μυστικήν, θα φανερωθεί από άλλους και θα φωτίση τον κόσμον».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 14: «Αλοίμονόν δε εις σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, διότι κατατρώγετε και την περιουσίαν των χηρών, σεις που με πρόσχημα ευλαβείας δια σκοπούς συμφεροντολογικούς κάμνετε μακράς προσευχάς. Δι΄ αυτό θα λάβετε μεγαλυτέραν καταδίκη από τους άλλους αδίκους και κλέπτας». Κατά Ματθαίο Στ΄, 19: «Μη μαζεύετε χάριν του εαυτού σας θησαυρούς επί της γης, όπου ο σκόρος και η φθορά της σαπίλας ή της σκωρίας αφανίζουν τα αποθηκευόμενα είδη του πλούτου και όπου κλέπται διατρυπούν τους τοίχους των θησαυροφυλακίων σας και τα κλέπτουν».

Κατά Ματθαίο ΣΤ΄, 24: «Μη απατάτε δε τον εαυτόν σας με την ιδέαν, ότι είναι δυνατόν και εις την γην να θησαυρίζη και εις τον Θεόν να είναι προσκολλημένος. Κανείς δεν ημπορεί να είναι δούλος συγχρόνως εις δύο κυρίους. Διότι ή θα μισήση τον ένα και θα αγαπήση τον άλλον. Ή θα προσκολληθεί εις τον ένα και θα καταφρονήση τον άλλον. Δεν δύνασθε να είσθε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά. Ή θα μισήσετε τον πλούτον, διά να αγαπήσετε τον Θεόν, ή θα προσκολληθήτε εις τον πλούτον και θα καταφρονήσετε τότε τον Θεόν».

Κατά Ματθαίο Ε΄, 20: «Διότι σας λέγω ότι, εάν η αρετή σας δεν περισσεύση και δεν υπερτερήση κατά πολύ την εξωτερικήν αρετήν των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε εις την βασιλείαν των ουρανών».

Κατά Ιωάννη Η΄, 44-47: «Σεις, οι οποίοι καυχάσθε ότι είσθε τέκνα του Θεού, πατέρα, από τον οποίον κατάγεσθε και του οποίου τον χαρακτήρα και τα ιδιώματα εκληρονομήσατε, έχετε τον διάβολον και τας αμαρτωλάς και φονικάς επιθυμίας του πατέρα σας αυτού θέλετε και είσθε αποφασισμένοι να πράττετε. Εκείνος απ΄ αρχής της δημιουργίας του ανθρώπου ήτο φονεύς του ανθρώπου, και με το ψεύδος του παρέσυρεν αυτόν εις την αμαρτίαν και τον θάνατον. Και δεν στέκεται εις την αλήθειαν, διότι δεν υπάρχει μέσα του πόθος προς αυτήν και διάθεσις να είπη κάποτε την αλήθειαν. Όταν λαλή το ψεύδος, το βγάζει από μέσα του και το λέγει, διότι είναι ψεύστης και πατέρας του ψεύδους, ο πρώτος επινοητής και ο κύριος υποβολεύς αυτού. Εγώ όμως είμαι το στόμα της αληθείας και διότι λέγω την αλήθειαν, δι΄ αυτό σεις, που είσθε τέκνα του ψεύστου διαβόλου, δεν με πιστεύετε. Ποίος από σας ημπορεί εξετάζων και ελέγχων την ζωήν μου να αποδείξη, ότι υπέπεσα έστω και εις κάποιαν παραμικράν αμαρτίαν; Κανείς. Και συνεπώς ούτε ως ψεύστην ημπορείτε να με κατηγορήσετε. Αλλ΄ εάν λέγω πάντοτε την αλήθειαν, διατί σεις δεν με πιστεύετε; Εκείνος που κατάγεται από τον Θεόν και απέκτησε δια της ασκήσεως της αρετής πραγματικήν συγγένειαν προς τον Θεόν, ακούει με προσοχήν και ενδιαφέρον τους λόγους του Θεού, και εγκολπώνεται αυτούς. Δι΄ αυτό σεις αδιαφορείτε και δεν ακούετε τους λόγους του Θεού, διότι ηθικώς δεν κατάγεσθε από τον Θεόν και δεν έχετε πραγματικήν συγγένειαν προς αυτόν».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 23: «Αλλοίμονόν σας γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, διότι δίδετε δεκάτην και από τον δυόσμον ακόμη και από το άνηθον και από το κύμινον, και αφήκατε τα σπουδαιότερα του νόμου, δηλαδή την δικαίαν κρίσιν και την ευσπλαχνίαν και την τιμιότητα που κάμει τον άνθρωπον αξιόπιστον. Ενώ έπρεπε πρωτίστως τας τελευταίας αυτάς αρετάς να πράττετε και να ασκήτε, κατά δεύτερον δε λόγον να μη αφίνετε και εκείνα».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 17: «Μωροί και τυφλοί! Σας αξίζουν αι ονομασίαι αυταί, διότι ποίος είναι ανώτερος κατά την ιερότητα, ο χρυσός ή ο ναός, που αγιάζει τον χρυσόν;».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 25: «Αλλοίμονόν σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, διότι καθαρίζετε την εξωτερικήν επιφάνειαν του ποτηρίου και της πιατέλλας, μέσα δε είναι αυτά γεμάτα από τροφάς, που προέρχονται από αρπαγήν και αδικίαν».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 27-28: «Αλλοίμονόν σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, διότι ομοιάζετε προς τάφους ασβεστωμένους, οι οποίοι απ΄ έξω μεν φαίνονται ωραίοι και κατάλευκοι, από μέσα όμως είναι γεμάτοι από κόκκαλα αποθαμένων και από κάθε ακαθαρσίαν. Έτσι κι εσείς, απ΄ έξω μεν φαίνεσθε εις τους ανθρώπους δίκαιοι, από μέσα όμως είσθε γεμάτοι από υπόκρισιν και από κάθε παράβασιν του νόμου».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 31-35: «Ώστε σεις οι ίδιοι μαρτυρείτε δια τον εαυτόν σας, ότι είσθε απόγονοι εκείνων, που εφόνευσαν τους προφήτας και έχετε κληρονομικότητα κακήν, από την οποίαν όμως δεν εφροντίσατε να απαλλαγήτε. Συπληρώσατε λοιπόν και σεις εκείνα, που λείπουν ακόμη από όσα έκαμαν οι πρόγονοί σας, ώστε να φθάσετε εις το ακρότατον όριον της κακίας. Φίδια, γεννήματα οχιών, γεμάτοι κακίαν και θανατηφόρον δηλητήριον, το οποίον εκληρονομήσατε και από τους προγόνους σας, πώς είναι δυνατόν να φύγετε από την καταδίκην που θα σας ρίψη εις την γέενναν; Δι΄ αυτό ιδού εγώ κάνω την τελευταίαν προσπάθειαν να σας σώσω και σας αποστέλλω προφήτας και σοφούς και γραμματείς, τους αποστόλους μου δηλαδή και τους διαδιόχους των, που θα είναι φωτισμένοι και σοφισμένοι από το Άγιον Πνεύμα και την διδασκαλίαν μου. Και άλλους από αυτούς θα φονεύσετε και θα σταυρώσετε. Και άλλους από αυτούς θα μαστιγώσετε εις τας συναγωγωγάς σας και θα τους διώξετε από την μίαν πόλιν εις την άλλην, δια να πέση επάνω σας η ευθύνη και η καταδίκη δια κάθε δίκαιον αίμα, που εχύθη άδικα εις την γην, από το αίμα του δικαίου Άβελ, έως το αίμα του Ζαχαρίου του υιού του Βαραχίου, που τον εφονεύσατε μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου, και έτσι εγίνατε ένοχοι όχι μόνον του εγκλήματος του φόνου, αλλά και της ασεβούς βεβηλώσεως του ναού, τον οποίον εβάψατε με αίμα ανθρώπου δικαίου».

Κατά Ιωάννη Ε΄, 45-47: «Μη φαντάζεσθε ότι εγώ θα σας κατηγορήσω εις τον Πατέρα. Υπάρχει άλλος, που σας κατηγορεί, ο Μωϋσής, εις τον οποίον σεις έχετε στηρίξει τας ελπίδας σας. Και είναι κατήγορός σας ο Μωϋσής, διότι ούτε εις εκείνου τους λόγους πιστεύετε. Διότι εάν επιστεύατε εις τον Μωϋσήν, θα επιστεύατε και εις εμέ. Διότι περί εμού εκείνος έγραψε προφητικώς και εις πολλά μέρη των συγγραμμάτων του, είτε με τύπους και εικόνας, είτε με σαφείς προρρήσεις προλέγεται ο ερχομός μου. Εάν δε δεν πιστεύετε εις όσα έχει γράψει εκείνος, που τόσον πολύ τον υπολήπτεσθε, πώς θα πιστεύσετε εις του λόγους τους ιδικούς μου, τον οποίον δια πρώτην φορά βλέπετε και ακούετε;».


Κατά Ιωάννη Θ΄, 39-41: «Και κατόπιν από την πίστιν αυτήν, που εξεδήλωσεν ο θεραπευθείς τυφλός κατ΄ αντίθεσιν προς την απιστίαν των Ιουδαίων, είπεν ο Ιησούς. Ήλθον εγώ εις τον κόσμον αυτόν δια να γίνη κρίσις και δια να ξεχωρισθούν οι καλοπροαίρετοι από τους διεστραμμένους. Και έτσι θα επακολουθήση ως αποτέλεσμα τούτο: εκείνοι που θεωρούνται από τους εντριβείς του νόμου γραμματείς ως τυφλοί και βυθισμένοι εις το σκότος της αγνοίας και της πλάνης, αυτοί θα ίδουν το φως της αληθείας. Και εκείνοι που παρουσιάζουν τους εαυτούς των ως γνώστας των Γραφών και φρονούν αλαζονικώς ότι βλέπουν, θα καταντήσουν εις πνευματικήν τύφλωσιν. Και ήκουσαν αυτά εκείνοι από τους Φαρισαίους, που ήσαν πλησίον του και του είπαν. Μήπως και ημείς, οι ανεγνωρισμένοι του έθνους διδάσκαλοι είμεθα πνευματικώς τυφλοί και πρέπει να γίνωμεν μαθηταί σου δια να ανοίξουν τα μάτια μας; Είπε δε προς αυτούς ο Ιησούς. Εάν ήσασθε τυφλοί και δεν είχατε γνώσιν της Γραφής, δεν θα είχατε αμαρτίαν για την απιστίαν, που δεικνύετε εις εμέ. Διότι η απιστία σας θα προήρχετο εξ αγνοίας και ουχί εκ πονηράς και διεστραμμένης διαθέσεως. Τώρα όμως λέγετε, ότι γνωρίζομεν καλά τον νόμον και βλέπομεν μη έχοντες ανάγκην να μας διδάξη και να μας οδηγήση άλλος. Η αμαρτία σας λοιπόν, αφού είναι αμαρτία εν γνώσει, μένει και δεν συγχωρείται».

Κατά Ιωάννη Ι΄, 1-27: «Νομίζετε δια τον εαυτόν σας, ότι είσθε οι ανεγνωρισμένοι οδηγοί και διδάσκαλοι του Ισραήλ. Σας διαβεβαιώ όμως εν πάση αληθεία, ότι είσθε εκμεταλλευταί του ποιμνίου και κλέπται των προβάτων. Εκείνος που δεν εμβαίνει από την πόρταν εις την μάνδραν, εις την οποίαν φυλάττονται τα πρόβατα, αλλ΄ ανεβαίνει από άλλο μέρος δια να πηδήση μέσα κρυφίως, εκείνος είναι κλέπτης και ληστής. Τουναντίον εκείνος, που εμβαίνει εις την μάνδραν όχι λαθραίως, αλλά φανερά από την πόρταν, είναι ποιμήν των προβάτων. Εις αυτόν ο θυρωρός, που φυλάττει την μάνδραν, ανοίγει την πόρταν, αλλά και τα πρόβατα ακούουν την φωνήν του και γνωρίζουν αυτήν, και αυτός πάλιν γεμάτος ενδιαφέρον δια τα προβατά του φωνάζει το καθένα με το όνομά του και τα βγάζει από την μάνδραν δια να τα βοσκήση. Και όταν από την μάνδραν, εις την οποίαν μένουν και άλλα ποίμνια μαζί, βγάλη αυτός έξω τα ιδικά του πρόβατα, πηγαίνει εμπρός από αυτά, και τα πρόβατα τον ακολουθούν, διότι γνωρίζουν την φωνήν του και το σφύριγμά του, με το οποίον από καιρού εις καιρόν τα φωνάζει. Δεν θα ακολουθήσουν όμως ποτέ οποιονδήποτε ξένον, αλλά θα φύγον μακράν από αυτόν, διότι δεν γνωρίζουν την φωνήν των ξένων. Έτσι και τα λογικά πρόβατά μου θα με αναγνωρίσουν ως ποιμένα των, θα ακούσουν την διδασκαλίαν μου, και θα αισθανθούν το δι΄ αυτά ενδιαφέρον μου και την προς αυτά στοργήν μου και δεν θα παραπλανηθούν από τους απατεώνας, οι οποίοι θα επιζητήσουν να τα αποσπάσουν από εμέ. Αυτόν τον αλληγορικόν λόγον τους είπεν ο Ιησούς. Εκείνοι όμως δεν ενόησαν, ποίαν σημασίαν είχον αυτά, που τους έλεγε. Αφού λοιπόν δεν εκατάλαβαν την έννοιαν της αλληγορίας ταύτης, τους είπε πάλιν ο Ιησούς καθαρώτερα και σαφέστερα τα εξής. Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι εγώ είμαι η πόρτα, δια της οποίας τα πρόβατα εμβαίνουν εις την μάνδραν δια να ασφαλισθούν και από την οποίαν βγαίνουν δια να βοσκήσουν. Όλοι όσοι ήλθον κατά τους τελευταίους αυτούς χρόνους, προτού να έλθω εγώ, και επήραν μόνοι τους το αξίωμα του οδηγού των προβάτων, είναι κλέπται και λησταί, διότι αποβλέπουν εις το να εκμεταλλευθούν και καταφάγουν τα πρόβατα. Αλλά τα πρόβατα δεν τους ήκουσαν. Εγώ είμαι η θύρα. Δι΄ εμού και μόνον εάν έμβη κανείς, θα σωθή. Και θα εισέλθη ως το πρόβατον εις την μάνδραν προς ανάπαυσιν και ασφάλειαν εν καιρώ νυκτός και θα εξέλθη κατά την πρωίαν εκ της μάνδρας προς βοσκήν και θα εύρη τροφήν. Δι΄ εμού με άλλας λέξεις πάσα ψυχή θα ασφαλισθεί από κάθε πνευματικόν κίνδυνον, θα τραφή αφθόνως δια της σωτηριώδους αληθείας και θα κατακτήση την αιώνιον ζωήν. Ο κλέπτης δεν έρχεται παρά δια να κλέψη και διά να σφάξη και δια να παραδώση εις την πλήρη καταστροφήν τα πρόβατα. Αυτό κάνουν οι αυθαιρέτως καταλαβόντες τα πρώτα αξιώματα εις την συναγωγή του Ισραήλ. Αντιθέτως εγώ ήλθον δια να έχουν τα πρόβατα ζωήν και δια να έχουν εν αφθονία τροφήν πνευματικήν και παν αγαθόν. Εγώ είμαι ο ποιμήν ο καλός και στοργικός, που πονώ και ενδιαφέρομαι ειλικρινώς δια τα πρόβατα. Ο ποιμήν ο καλός παραδίδει την ζωήν του δια να απομακρύνη κάθε κίνδυνον από τα πρόβατά του και δια να υπερασπισθή την ζωήν αυτών. Ο μισθωτός δε υπηρέτης, που δεν είναι ποιμήν και δεν είναι τα πρόβατα ιδικά του, βλέπει τον λύκον να έρχεται και επειδή δεν έχει ούτε στοργήν δια τα πρόβατα, ουτε αυταπάρνησιν, αφίνει ανυπεράσπιστα τα πρόβατα και φεύγει δια να μη εκθέση εις τον παραμικρόν κίνδυνον την ζωήν του. Και ελεύθερος τότε ο λύκος αρπάζει και σκορπίζει τα πρόβατα. Τέτοιοι μισθωτοί είσθε και σεις, οι σημερινοί λειτουργοί του ιερού και οι νομοδιδάσκαλοι, που μόνον δια τα πρόσκαιρα οφέλη έχετε προσκολληθή εις το ποίμνιον του Θεού, το οποίον επιβουλεύεται ως άλλος λύκος ο διάβολος, καθώς και όλοι όσοι γίνονται όργανά του. Μη σας φαίνεται δε παράδοξον, το ότι ο μισθωτός υπηρέτης, όταν ίδη τον λύκον να επιπίπτη κατά του ποιμνίου φεύγει. Φεύγει, διότι είναι υπηρέτης με μισθόν και επειδή δεν είναι ιδικά του τα πρόβατα, δεν τα πονεί. Αυτός ενδιαφέρεται κυρίως να πάρη τον μισθόν του και δεν διακινδυνεύει ποτέ την ζωήν του, όπως εκείνος, που πονεί και αισθάνεται στοργήν διά τα πρόβατα. Εγώ είμαι ο ποιμήν ο καλός και στοργικός, που ενδιαφέρομαι δια τα πρόβατα. Και διότι έχω το ενδιαφέρον αυτό, γνωρίζω καλά τα ιδικά μου πρόβατα, αλλά και γνωρίζομαι από τα ιδικά μου πρόβατα. Και η γνωριμία αυτή προς τα πρόβατά μου προέρχεται από δεσμούς στοργής και οικειότητα αγάπης, δια των οποίων συνδέομαι προς αυτά. Καθώς με γνωρίζει ως φυσικόν Υιόν του ο Πατήρ και με αγαπά γνωρίζω και τα πρόβατά μου και γνωρίζομαι υπ΄ αυτών, διότι συνεδέθην στενώς και φυσικώς με αυτά δια της ενανθρωπίσεώς μου. Λόγω δε της οικειότητος αυτής παραδίδω την ζωήν μου χάριν των προβάτων. Έχω όμως και άλλα πρόβατα, τα οποία δεν είναι από την μάνδραν αυτήν της ιουδαϊκής συναγωγής, αλλ΄ είναι διεσκορπισμένα μεταξύ του ειδωλολατρικού κόσμου. Και πρέπει εγώ να οδηγήσω και εκείνα και να τα ενώσω με τα άλλα. Και όταν εγώ θα τα καλώ δια να τα συναθροίσω, ωρισμένως εκείνα θα ακούσουν την φωνήν μου και έτσι θα γίνη από τα εδώ πρόβατα και από εκείνα μία ποίμνη, η χριστιανική Εκκλησία, και ένας ποιμήν ο Χριστός. Δι΄ αυτό δε ο Πατήρ με αγαπά, διότι εγώ μόνος μου και χωρίς κανείς να με αναγκάζη παραδίδω την ζωήν μου εις θάνατον, δια να την λάβω πάλιν και εξακολουθήσω ως αιώνιος αρχιερεύς και μετά την ανάστασίν μου το έργον της καθοδηγήσεως των προβάτων μου και της σωτηρίας αυτών δια της συνενώσεώς των εις μίαν ποίμνην και εις έν σώμα. Κανείς δεν έχει την δύναμιν να πάρη την ζωήν μου και να με θανατώση παρά την θέλησίν μου. Αλλ΄ εγώ από τον εαυτόν ου και μόνος μου παραδίδω αυτήν. Έχω εξουσίαν να δώσω την ζωήν μου και έχω εξουσίαν πάλαιν να την λάβω. Αυτήν την εντολήν έλαβα από τον πατέρα μου, να θυσιάσω την ζωήν μου επί του σταυρού και να την πάρω πάλιν δια της αναστάσεως, δια να αναδειχθώ ούτως ο αιώνιος αρχιερεύς και μεσίτης προς σωτηρίαν των προβάτων μου. Ύστερα λοιπόν από αυτά που διεκήρυξεν ο Ιησούς, έγινε πάλιν διαίρεσις μεταξύ των Ιουδαίων εξ αιτίας των λόγων τούτων. Πολλοί δε από αυτούς έλεγον. Δια να τρέφη τοιαύτας ιδέας δια τον εαυτόν του, πρέπει να έχη δαιμόνιον και δι΄ αυτό παραλογίζεται. Διατί τον προσέχετε και ακούτε αυτά που λέγει; Άλλοι έλεγον. Αυτά τα λόγια δεν είναι λόγια δαιμονιζομένου. Και επί πλέον τα λόγια του συνοδεύονται και από τας υπερφυσικάς θεραπείας και τα θαύματά του. Μήπως μπορεί δαιμόνιον να ανοίγη μάτια τυφλών; Έγινε δε τότε εις τα Ιεροσόλυμα η εορτή των εγκαινίων και ήτο εποχή χειμώνος, περί τα μέσα του ιδικού μας μηνός Δεκεμβρίου. Και εβάδιζεν ο Ιησούς μέσα εις τον ιερόν περίβολον του ναού εις το παλαιόν υπόστεγον, το οποίον εθωρείτο ότι είχε κτισθή υπό του Σολομώντος μαζί με τον πρώτον ναόν, που κατεστράφη από τους Βαβυλωνίους. Εις το πολυσύχναστον λοιπόν αυτό μέρος τον περιεκύκλωσαν οι Ιουδαίοι και του είπαν. Έως πότε θα κρατής εις αγωνίαν και απορίαν μεγάλην τα ψυχάς μας; Εάν συ είσαι ο Χριστός, πες μας το καθαρά. Απεκρίθη εις αυτούς ο Ιησούς: Σας είπον περί αυτού που με ερωτάτε και όμως σεις δεν πιστεύετε. Αλλά και εάν δεν σας είχον είπει τίποτε περί του ποίος είμαι, τα έργα τα οποία εγώ πράττω κατ΄ εντολήν και εξουσιοδότηση του πατρός μου, ταύτα δίδουν μαρτυρίαν περί εμού και επιβεβαιούν ότι είμαι ο Χριστός. Σεις όμως δεν πιστεύετε, διότι, καθώς σας είπα, λόγω των κακών διαθέσεών σας, δεν είσθε εξ εκείνων, τους οποίους ο Πατήρ προώρισε να γίνουν πρόβατά μου και πιστοί ακόλουθοί μου. Τα πρόβατα τα ιδικά μου ακούουν με προθυμίαν και ευπείθειαν την φωνήν μου και ενδιαφέρομαι και πονώ και φροντίζω δι΄ αυτά, καθώς και εκείνα με γνωρίζουν και με ακολουθούν υπακούοντας εις πάσας τας εντολάς μου».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 1-4: «Τότε ο Ιησούς ωμίλησε προς τα πλήθη του λαού και τους μαθητάς του, και είπεν. Επί του διδασκαλικού θρόνου του Μωϋσέως εκάθισαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι. Όλα λοιπόν, όσα επι τη βάσει του νόμου θα σας είπουν αυτοί να τα φυλάττετε, φυλάττετε και πράττετε αυτά. Μη πράττετε όμως σύμφωνα προς τα έργα των και το παράδειγμά των. Διότι λέγουν μεν και διδάσκουν την αλήθειαν του νόμου, δεν πράττουν όμως σύμφωνα με αυτήν. Με άλλα λόγια, σφικτοδένουν φορτώματα βαρειά και δυσκόλως βασταζόμενα και τα πειβάλλουν εις τους ώμους των ανθρώπων, αυτοί όμως δεν θέλουν ούτε με το δάκτυλό τους να τα κινήσουν. Με τα ιδικάς των δηλαδή γνώμας και παραδόσεις μετέβαλαν τον νόμον εις βαρύ φορτίον, το οποίον φορτώνουν εις τους άλλους, ενώ αυτοί ούτε καν το εγγίζουν, διότι ευρίσκουν τρόπους να ξεφεύγουν αυτοί από τας υποχρεώσεις αυτάς, που επιβάλλουν εις τους άλλους».

Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 13-15: «Αλλοίμονον δε εις σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, διότι κατατρώγετε τα σπίτια και την περιουσίαν των χηρών, σεις που με πρόσχημα ευλαβείας δια σκοπούς συμφεροντολογικούς κάμνετε μακράς προσευχάς. Δι΄ αυτό θα λάβετε μεγαλυτέραν καταδίκην από τους άλλους αδίκους και κλέπτας. Αλλοίμονόν σας γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, διότι με την διεστραμμένην διδασκαλίαν σας, που επισκοτίζει και νοθεύει το περιοχόμενον του νόμου κλείετε την θύραν της βασιλείας των ουρανών προς των ανθρώπων. Αλλοίμονό σας, διότι και σεις δεν εισέρχεσθε, αλλ΄ ούτε και εκείνους, που έχουν την διάθεσιν να εισέλθουν, τους αφίνετε να έμβουν. Αλλοίμονό σας γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί διότι περιέρχεσθε την θάλασσαν και την γην δια να προσελκύσετε έστω και ένα μόνον προσύλυτον και από ειδωλολάτρην να τον κάμετε Ιουδαίον. Και όταν γίνη, τον κάνετε παιδί της γεέννη, άξιον να ριφθή εις αυτήν πολύ περισσότερον από ό,τι είσθε σεις».

Είναι ξεκάθαρο ότι οι λόγοι του Χριστού δεν καυτηρίαζαν μόνο το Φαρισαϊκό ιερατείο της εποχής Του, αλλά και το σύγχρονο χριστιανικό ιερατείο όπως αυτό κατέληξε.

Επίσης δεν είχε φοιτήσει σε ραββινική σχολή κι έδωσε εντολή σε όσους τον ακολουθούν να μην ονομαστούν ραββίνοι ποτέ. Κατά Ματθαίο ΚΓ΄, 7, 8: «και τους ευλαβείς χαιρετισμούς εις τα αγοράς και θέλουν να τους φωνάζουν οι άνθρωποι, διδάσκαλε, διδάσκαλε. Σεις δε μη ονομασθήτε από τους ανθρώπους ραββί. Διότι ένας είναι ο διδάσκαλός σας, ο Χριστός. Όλοι δε σεις είσθε αδελφοί». Επίσης δε δικάστηκε από εβραϊκό δικαστήριο αλλά από ρωμαϊκό, στο οποίο δικάζονταν οι ρωμαίοι πολίτες, έλληνες και ρωμαίοι. Όσο για την άποψη των Εβραίων για το Χριστό είναι γραμμένη στο Ταλμούδ 150, 2: «Μην εμφανίζεσαι ότι σέβεσαι τον Ιησού, έστω και εκ παραδρομής», αλλά την μαρτυρεί και ο ίδιος ο Χριστός.

Το ότι ο Χριστός γνώριζε καλά τι αντιμετώπιση του επεφύλασσαν οι Εβραίοι φαίνεται σε πολλά χωρία όπως το παρακάτω:

Κατά Ματθαίο Ι΄, 17-28: «έχοντες δε ως μόνον όπλον την φρόνησιν και ακακίαν αυτήν, προφυλάττεσθε από τους ανθρώπους. Διότι θα σας παραδώσουν εις συνέδρια δια να καταδικασθήτε από αυτά και εις τας συναγωγάς των επί παρουσία του λαού θα σας μαστιγώσουν. Και εις ηγεμόνας δε και εις βασιλείς θα σας σύρουν ως κατηγορουμένους δ΄ εμέ, δια να δώσετε μαρτυρίαν περί εμού, που να την ακούσουν και αυτοί και οι εθνικοί, ώστε να μη προφασίζωνται ύστερον, ότι δεν ήκουσαν κήρυγμα. Όταν δε σας παραδώσουν δια να προσαχθήτε εις δικαστήρια ή βασιλείς, μη ζαλισθήτε από την ταραχώδη φροντίδα περί του πώς θα ομιλήσετε ή τι θα είπετε. Διότι κατ΄ εκείνη την ώραν της απολογίας σας θα σας δοθή από τον Θεόν τι να είπετε. Θα σας δοθή δε τι να είπετε, διότι δεν θα είσθε σεις, που θα ομιλήτε τότε, αλλά το Πνεύμα του Θεού, ο οποίος είναι κατά χάριν Πατέρας σας. Το Πνεύμα αυτό θα λαλή μεταχειριζόμενον ως όργανά του. Δεν θα είναι δε μόνο οι ξένοι εναντίον σα, αλλά και οι άνθρωποι του σπιτιού σας. Θα παραδώση εις θάνατον ο αδελφός ο άπιστος τον αδελφόν του, που επίστευσεν εις το ευαγγέλιον, και ο πατέρας ο άπιστος το τέκνον του, που επίστευσε, και θα επαναστατήσουν τα άπιστα παιδιά κατά των πιστών γονέων τους δια να τους θανατώσουν. Και θα μισήσθε εξακολουθητικώς από όλους δι΄ εμέ. Εκείνος όμως, που εις τα δοκιμασίας αυτάς θα δείξη υπομονήν μέχρι τέλους, αυτός θα σωθή. Όταν δε σας διώχνουν εις την πόλιν αυτήν, φεύγετε και πηγαίνετε εις την άλλην, δια να εξακολουθήσετε εκεί το έργον σας. Μη σας περάσει δε από τον νουν, ότι ημπορεί να μη σας υπολειφθούν πλέον πόλεις, εις τας οποίας να καταφεύγετε, όταν θα σας διώχνουν. Διότι αληθώς σας λέγω, ότι δεν θα προφθάσετε να περιέλθετε όλας τας πόλεις του Ισραήλ, έως ότου επέλθη η δικαία κρίσις του υιού του ανθρώπου, που θα τιμωρήση τους διώκτας σας. Μη παραξενεύεσθε δε από τους διωγμούς αυτούς. Κάθε μαθητής, ενόσω εξακολουθεί να είναι μαθητής, δεν είναι ποτέ ανώτερος από τον διδάσκαλόν του. Ούτε κανείς δούλος είναι ανώτερος από τον κύριόν του. Είναι αρκετόν εις τον μαθητήν να λάβη την ιδίαν τύχην, την οποίαν και ο διδάσκαλός του. Και πρέπει να μένη ικανοποιημένος ο δούλος, εάν λάβη την αυτήν τύχην, την οποίαν και ο κύριός του. Και εμέ, που είμαι ο διδάσκαλός σας και κύριός σας, δεν με καταδιώκουν; Εάν εμέ, που είμαι νοικοκύρης εις τον οίκον του Θεού, εκάλεσαν Βεελζεβούλ, άρχοντα των δαιμονίων δηλαδή, πόσω μάλλον θα καλέσουν έτσι σας, που είσθε οι οικιακοί μου; Αφού δε από προτήτερα ξεύρετε, ότι όπως εδίωξαν και εσυκοφάντησαν εμέ, έτσι θα διώξουν και θα συκοφαντήσουν και σας, λοιπόν μη φοβηθήτε αυτούς. Όποιαν συκοφαντίαν και αν είπουν εναντίον σας, γρήγορα θα καταπέση. Διότι δεν υπάρχει τίποτε σκεπασμένον, που να μη ξεσκεπασθή, και τίποτε κρυφόν που να μη γίνη γνωστόν. Και το ευαγγέλιον λοιπόν, εάν τώρα είναι γνωστόν εις ολίγους μόνον, εις τους πολλούς δε είναι άγνωστον και σκεπασμένον, θα γίνη γνωστόν με το κήρυγμά σας και θα φανερωθή η αλήθειά του, τότε δε και αι συκοφαντίαι που θα είπουν εναντίον σας και κατά του κηρύγματός σας, θα καταπέσουν. Εκείνο που τώρα σας λέγω ιδιαιτέρως, είπατέ το δημοσία. Και εκείνο που ακούετε τώρα μυστικά εις το αυτί, κηρύξατέ το από τις ταράτσες, ώστε να το ακούσουν όλοι. Και επειδή κείνοι, που θα κηρύττουν το ευαγγέλιον, θα καταδιώκωνται από τους απίστους, μη φοβηθήτε απ΄ εκείνους, που θανατώνουν το σώμα, αλλά δεν έχουν την δύναμιν να θανατώσουν και την ψυχήν. Φοβηθήτε όμως ασυγκρίτως περισσότερον τον Θεόν, ο οποίος έχει την δύναμιν να ρίψη εις την κόλασιν και εις την αιωνίαν δυστυχίαν του Άδου και την ψυχήν και το σώμα»

Δεν υπάρχουν σχόλια: