Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΜΕΡΟΣ Γ΄

 του Γιώργου Κλειδαρά

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Η Πεντηκοστή είναι η Εορτή της Γέννησης της Εκκλησίας στη γη, που θεωρείται η θηλυκή όψη του Παρακλήτου. Αυτό όμως αποσιωπήθηκε από το Ιερατείο, και στα Ευαγγέλια που καθιέρωσε ως κανονικά, η Παναγία μιλάει μόνο δύο φορές, αντίθετα με κάποια ευαγγέλια, που απαγορεύθηκαν ή κρίθηκαν γνωστικά ή μη κανονικά.

Η ανισότητα των δύο φύλων διαιωνίστηκε από το Πατριαρχικό Ιερατείο, που άφησε τους πιστούς να νομίζουν ότι το Άγιο Πνεύμα το έλαβαν μόνον άνδρες, παρ’ ότι το κεντρικό πρόσωπο της Πεντηκοστής ήταν η Θεοτόκος.

Η αιτία για το ότι η Μαρία δεν κατέδειξε φανερά τη θεότητά της κατά την Πρώτη Παρουσία του Λόγου, ήταν βέβαια το πατριαρχικό καθεστώς –με τον αποκλεισμό των γυναικών από τα δημόσια πράγματα και τη γενικότερη υποτίμησή τους. Το κατεστημένο αυτό φανέρωνε το σκληρότερο πρόσωπό του στο Ισραήλ: στο έθνος στο οποίο είχε επικρατήσει ο απόλυτος αποκλεισμός της γυναίκας από το Θείο και την Ιεροσύνη.

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η σχέση της Χριστιανικής με την Εβραϊκή θρησκεία, αφού τόσο η μία, όσο και η άλλη, θεωρούν τη γυναίκα «τελετουργικά ακάθαρτη» επτά ημέρες κάθε μήνα και σαράντα ημέρες μετά από κάθε τεκνογονία της. Βέβαια κανένας ποτέ δεν μας έχει εξηγήσει τι σημαίνει με επιστημονικούς όρους ότι η γυναίκα είναι «ακάθαρτη», πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ακαθαρσία κάτι που είναι συνυφασμένο με την ίδια της τη φύση, όπως η ούρηση, πώς και γιατί υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε ευγενείς εκκρίσεις (δάκρυα) και σε ακάθαρτες (έμμηνα) και σε ποιο βαθμό, εν πάση περιπτώσει, ευθύνεται η ίδια γι’ αυτό που της συμβαίνει.

Υπάρχει ένα εκτενές απόσπασμα από το Λευιτικό (ΙΕ΄ 19-30) που είναι χάρμα οφθαλμών και αγλάισμα επιστήμης, η μελέτη του οποίου θα μας βοηθήσει να εντοπίσουμε από πού προέρχονται όλες αυτές οι αντιλήψεις περί της «ακαθαρσίας» των γυναικών στην «Χριστιανική μας παράδοση».

 «Και η γυναίκα από την οποία ρέει αίμα και είναι η ρύση αυτή στο σώμα της, επί επτά ημέρες βρίσκεται ‘‘εν τη αφέδρω αυτής’’» (βρίσκεται δηλαδή σε απομόνωση εξαιτίας των εμμήνων της).

Εάν αναζητήσετε τη λέξη «άφεδρο» σ’ ένα αρχαίο Ελληνικό λεξικό, η αναζήτησή σας θα αποβεί άκαρπη, διότι η λέξη αυτή δεν είναι Ελληνική. Είναι λέξη που επινοήθηκε από τους Εβδομήκοντα ραβίνους, που μετέφρασαν την εβραϊκή Βίβλο στα Ελληνικά.

Στην Ελληνική κοσμοαντίληψη κανείς δεν απομακρύνεται από μία γυναίκα όταν αυτή έχει την εμμηνορρυσία της, αφού αυτό δεν είναι γνώρισμα ενός λαού πολιτισμένου και με επιστημονικό πνεύμα. Ο Ιπποκράτης στο εκτεταμένο έργο του, δεν αναφέρει πουθενά τη λέξη αυτήν γιατί δεν υπάρχει ούτε ως έννοια.

Αντίθετα ο αναγνώστης θα βρει πολλές χρήσιμες πληροφορίες για το θέμα αυτό στον Β΄ τόμο του έργου του Sir James George Frazer, Χρυσός Κλώνος και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο: «Γυναίκες υπό απαγόρευση κατά την έμμηνο ροή και τον τοκετό». Εκεί θα βρει στοιχεία για τις συνήθειες των Μαύρων της Αυστραλίας, της Ουγκάντας, της Ταϊτής, των Ινδιάνων Μπρίμπρι και μερικών φυλών Μπαντού της Νότιας Αφρικής. Στις φυλές αυτές πράγματι τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίζονται σαν ταμπού, αλλά τουλάχιστον αυτές φέρουν το ελαφρυντικό της βαρβαρότητας, ενώ ο Ιουδαιοχριστιανισμός άλλο δεν κάνει από το να ισχυρίζεται πως αγγίζει τα δυσθεώρητα ύψη της προοδευτικότητας.

Κι όσες νομίζουν ότι όλα αυτά είναι Εβραϊκές δεισιδαιμονίες, που δεν γίνονται αποδεκτές από τους Χριστιανούς, πλανώνται πλάνην οικτράν. Ο Άγιος Διονύσιος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, στην Κανονική του Επιστολή προς τον Επίσκοπο Βασιλείδη, Κανών Β΄ (Πηδάλιο, σ. 543-550), απαντώντας στο ερώτημα αν οι γυναίκες που βρίσκονται στην «άφεδρό» τους (χρησιμοποιείται η ίδια λέξη) μπορούν να εισέρχονται στο ναό, απάντησε πως εκείνες που έχουν την πρέπουσα ευλάβεια στα θεία θα εμποδιστούν και δεν θα τολμήσουν να πλησιάσουν ούτε την αγία τράπεζα, ούτε να μεταλάβουν το σώμα και το αίμα του Χριστού, διότι θα θυμηθούν την αιμορροούσα γυναίκα της Καινής Διαθήκης και θα προσεύχονται είτε από το σπίτι τους, είτε από τον πρόναο της Εκκλησίας. (Πάλι καλά που δεν είπε να τις στέλνουν εξορία στη Λέρο).

 «…Λες και μια γυναίκα που έχει την περίοδό της ή γεννάει, είναι πιο ακάθαρτη από έναν αρσενικό ιερέα με Aids», παρατηρεί ο Ουμπέρτο Έκο σε μία από τις επιστολές του πάνω σε θρησκευτικά ζητήματα, που δημοσίευσε το Ιταλικό περιοδικό Λίμπεραλ και που εκδόθηκαν (και στην Ελλάδα) σ’ ένα βιβλίο με τίτλο «Τι πιστεύει Αυτός που δεν Πιστεύει;», από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Ας συνεχίσουμε όμως την ανάγνωση της Ιερής Βίβλου. Είχαμε μείνει στο Λευιτικό ΙΕ΄ 20: «Κάθε ένας που αγγίζει την γυναίκα αυτήν είναι ακάθαρτος έως το βράδυ και κάθε τι πάνω στο οποίο κοιμάται όταν βρίσκεται στην άφεδρό της είναι ακάθαρτο και κάθε τι πάνω στο οποίο τυχόν καθίσει, είναι ακάθαρτο και κάθε ένας που θα αγγίζει το κρεβάτι της πρέπει να πλύνει τα ρούχα του και να λούσει το σώμα του με νερό και (παρ’ όλα αυτά) θα είναι ακάθαρτος μέχρι το βράδυ. Και κάθε ένας που θα αγγίξει κάθε σκεύος πάνω στο οποίο τυχόν θα καθίσει, πρέπει να πλύνει τα ρούχα του και να λουστεί με νερό και ακάθαρτος θα είναι μέχρι το βράδυ…. κι αν κάποιος κοιμηθεί μαζί της στο ίδιο κρεβάτι θα είναι ακάθαρτος για επτά ημέρες και κάθε κρεβάτι στο οποίο θα κοιμηθεί θα είναι ακάθαρτο…».

Το κείμενο συνεχίζει με πραγματικά απίστευτες λεπτομέρειες, τις οποίες δεν θα μεταφέρω εδώ, διότι ο σκοπός είναι η αφύπνιση του αναγνώστη και όχι η εξόντωσή του.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως ο Θεός των Μονοθεϊστών, ο Ιεχωβάς, δεν δημιουργεί τους δύο ανθρώπους ταυτόχρονα. Δεν τους δημιουργεί ισότιμα μέλη, από κοινού κληρονόμους του φρεσκοφτιαγμένου κόσμου του.

Η γυναίκα δεν δημιουργείται από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» του, γιατί αν ήταν έτσι θα το έγραφε. Οι συγγραφείς της Βίβλου δεν φείδονται επαναλήψεων. Η γυναίκα δημιουργείται μετά από δεύτερη σκέψη του Θεού και ενώ εκείνος έχει ήδη δηλώσει ικανοποιημένος από την δημιουργία του: «Και είδεν ο Θεός τα πάντα όσα εποίησε και ιδού καλά λίαν» (Γένεσις Α΄ 31).

Η γυναίκα είναι το τελευταίο δημιούργημα του Θεού, αφού εκείνος έχει ήδη δημιουργήσει «πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού» με στόχο του να δώσει έναν «βοηθό» στον Αδάμ και μόνον επειδή δεν έχει βρεθεί ανάμεσα στα ζώα ο πολυπόθητος «βοηθός»: «τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ» (Γένεσις Β΄ 20).

Η γυναίκα λοιπόν είναι η έσχατη λύση για την περίπτωση του Αδάμ. Και πάλι όμως δεν έπλασε την Εύα με τον ίδιο τρόπο που έπλασε τον Αδάμ, δηλαδή «χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γένεσις Β΄ 7), αλλά «επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ’ αυτής. Και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ην έλαβε από τον Αδάμ εις γυναίκα…» (21-22).

Η Εύα λοιπόν είναι η μοναδική γυναίκα που γεννιέται με τον αλλόκοτο και εξωπραγματικό αυτό τρόπο από ένα αρσενικό χωρίς την συμβολή της γυναίκας. Πολλοί ζωγράφοι της Αναγέννησης αμφισβητώντας τα εκκλησιαστικά αυτά δόγματα, παρουσίαζαν τον Αδάμ και την Εύα με εμφανή τον ομφαλό τους.

Φτάνει ένα πλευρό για να φτιαχτεί από αυτό ολόκληρη γυναίκα; Αλλά γιατί τόσος κόπος; Ήταν ανάγκη να αναισθητοποιήσει τον Αδάμ και να αφαιρέσει ένα από τα πλευρά του; Γιατί δεν πήρε ξανά χώμα για να φτιάξει από την αρχή τον καινούριο άνθρωπο;

Το κείμενο αυτό μας κάνει να υποθέσουμε πως ο Θεός έπλασε τον Αδάμ σαν ένα είδος «εσωτερικού υπηρέτη» («εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» Γένεσις Β΄ 15) αυτού του παράξενου κήπου, αφού όλη η γη είναι ακατοίκητη και ως εκ τούτου αληθινός Παράδεισος! Και δηλαδή να εργάζεται πώς; Να σκάβει και να περιποιείται τα παρτέρια, αφού δεν γνωρίζει την καλλιέργεια της γης! Και να «φυλάσσει» τον κήπο από ποιον; Αυτά όμως αποσυμβολίζονται σε άλλο κεφάλαιο.

Χωρίς περιστροφές, η αντίληψη που διαπνέει ολόκληρη τη Βίβλο συμπυκνώνεται σε μια και μόνη φράση, που περιέχεται στο βιβλίο Σοφία Σειράχ, ΚΕ΄ 24: «από γυναικός αρχή αμαρτίας και δι’ αυτήν αποθνήσκομεν πάντες». Δηλαδή: «Από τη γυναίκα έγινε η αρχή της αμαρτίας και εξ αιτίας της πεθαίνουμε όλοι». Ουδέν σχόλιον!

Η Προτεσταντική Εκκλησία διαθέτει γυναίκες ιερείς. Η Καθολική επιτρέπει στις γυναίκες να ασκούν διάφορα διακονήματα αλλά όχι τη Θεία Λειτουργία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επιτρέπει στις γυναίκες να διαβούν το κατώφλι του Ιερού, ούτε ως βρέφη κατά την υπαπαντή τους.

Όμως, ο κορυφαίος θεολόγος Βλαντιμίρ Λόσκυ γράφει: «το Άγιον Πνεύμα κατήλθεν ακόμη μίαν φοράν εις την Θεοτόκον την ημέραν της Πεντηκοστής», (Η Μυστική Θεολογία, σ. 228). Μπορεί μάλιστα να βρει κάποιες αγιογραφίες της Πεντηκοστής –οι πιο παλιές του 6ου αιώνα–, όπου στο κέντρο των Αποστόλων στέκει η Μητέρα με το Άγιο Πνεύμα πάνω από το κεφάλι της. Η Θεοτόκος πλαισιωνόταν από γυναίκες –ανάμεσα στις οποίες βρίσκονταν και οι μαθήτριες που ακολουθούσαν τον Ιησού-, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις ( 1:14), «Όλοι αυτοί, με μια ψυχή ήταν αφοσιωμένοι στην προσευχή και τη δέηση προς τον Θεό. Μαζί τους ήταν και γυναίκες, καθώς και η Μαρία, μητέρα του Ιησού, και τα αδέρφια του», έως και την πεντηκοστή ημέρα, που έγινε η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Κι ενώ διαβάζουμε στο 2:4 των Πράξεων ότι «όλοι τότε πλημμύρισαν από Πνεύμα Άγιο», παρ’ όλα αυτά, καθιερώθηκε, ότι οι γυναίκες δεν μπορούσαν να διδάσκουν και ότι έπρεπε να αποκλειστούν από την ιεροσύνη, πλην του βαθμού του διακόνου, από τον οποίο ωστόσο βρίσκονται επίσης εξοβελισμένες ως σήμερα στην Εκκλησία της «Ορθόδοξης» Ελλάδος.

Σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογία, όπως λένε οι Πατέρες, η Θεοτόκος είναι αποκαθαρμένη απ’ το προπατορικό αμάρτημα διά του Αγίου Πνεύματος, απόλυτα αγνή και εξυψωμένη πάνω από όλη την ανθρωπότητα. Δεν είναι παρά ένας άνθρωπος, που βρίσκεται ανάμεσα στην Τριαδική Θεότητα και σε όλους εμάς, υπεράνω αγγέλων και αγίων. Το αποτέλεσμα ήταν, ότι δίχως την αναγνώριση της θεότητας της Μητρός, δεν υπήρχε η δυνατότητα για τους αγίους και τις αγίες, στις εμπειρίες ένωσής τους με το θείο, να βιώσουν τον Ουδέτερο Λόγο, δηλαδή τον Λόγο ως Υιό Μητέρα. Τον βίωναν μόνον ως Υιό. Αυτό είναι μια μεγάλη απόδειξη, ότι και στο επίπεδο της αγιοσύνης υπάρχουν νοητικοί περιορισμοί, που είναι ταυτόχρονα και πνευματικοί. Επίσης, διακρίνουμε την τεράστια ευθύνη της διαχείρισης των ιδεών από την βούληση και τα κίνητρα των ανθρώπινων επιλογών.

Κατά την παράδοση, λοιπόν, οι Απόστολοι και οι λοιποί που προσκλήθηκαν να παραστούν στην αποχώρηση της Παναγίας λένε: «Σε, Δέσποινα, βλέποντες ημείς ζώσαν και διαμένουσαν εν τω κόσμω, παρηγορούμεθα, ως αν εβλέπομεν τον Υιόν σου και Δεσπότην ημών και διδάσκαλον». Ο Παύλος, της λέει επίσης: «Κυρία Θεοτόκε, εγώ τον ηγαπημένον σου Υιόν, τον Χριστόν, δεν τον είδον σωματικώς εις την γην αλλά, βλέπων σε, ήτο ως να έβλεπον και τον Υιόν σου». Διαπιστώνουμε, πως η Θεοτόκος γινόταν αποδεκτή ως Διδασκάλισσα, αφού οι Απόστολοι τη ρωτούν τι θα γίνει μετά την αποχώρησή της: «Τις θα μας διδάσκει και θα μας καθοδηγεί;».

Οι πιστοί όμως, την αγαπούν και αρχίζουν από τα τέλη του 1ου αιώνα να εικονογραφούν τη Μαρία στις κατακόμβες της Ρώμης. Υπάρχει επίσης από τις γυναίκες που έζησαν κοντά της μια προφορική μεταβίβαση πληροφοριών για τη ζωή της, όπως π.χ. για την επισκίασή της από το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή, για το ότι δίδασκε ακόμα και τους Αποστόλους και, τελικά, για την ανάσταση και ανάληψή της, μάρτυρες της οποίας ήταν κάποιες απ’ αυτές τις γυναίκες.

Την εικονογραφούν επίσης ανάμεσα στον Πέτρο και τον Παύλο, που θεωρούνται οι ιδρυτές της Εκκλησίας, ανυψώνοντάς την έτσι σε Μητέρα της Εκκλησίας, γιορτάζουν την κοίμησή της ήδη από τον 2ο αιώνα, ενώ αρχίζουν και να προσεύχονται σ’ αυτήν, με την πρώτη τέτοια καταγεγραμμένη προσευχή να είναι το 250 μ. Χ.

Ο Πατέρας είναι η πηγή της θέλησης. Ο Υιός της Υπακοής και το Άγιο Πνεύμα της εκπλήρωσης. Ο Πατέρας είναι Αγέννητος, ο Υιός γεννάται και το Άγιο Πνεύμα, εκπορεύεται εκ του Πατρός. Η ενανθρώπιση του Θεού, συνεπάγεται Θέωση του ανθρώπου. Ο Πατέρας προεγνώριζε την πτώση του ανθρώπου, κι επειδή η Θεία Θέληση δημιούργησε τον άνθρωπο, δεν δύναται να τον σώσει, χωρίς την συνδρομή της δικής του ανθρώπινης θέλησης.

Στο πρόσωπο της Θείας Μητέρας, η ανθρωπότητα δίνει την συγκατάθεση να σαρκωθεί ο Υιός. Γι’ αυτό, η αναγνώριση της Θείας Μητέρας είναι κλειδί. Όποιος δεν Την αναγνωρίζει, είναι σαν να μην δίνει την συγκατάθεση, να μην συντονίζεται, ώστε να γεννηθεί ο Υιός μέσα του. Ποια ανθρωπότητα όμως, θα έδινε συγκατάθεση; Η εκπεσούσα; Σαφώς όχι, αφού ήταν ασυντόνιστη με το Θέλημα του Θεού. Άρα υπήρχε και μη εκπεσούσα ανθρωπότητα, μη εκπεσούσα Ουσία, που ήταν συνταυτιζόμενη με τον Θεό και το Θέλημά Του, που εκδήλωνε υπακοή. Το ερώτημα, εάν ο Αδάμ αμάρτησε εν Θεώ ή εάν «ο Θεός» αμάρτησε εν τω Αδάμ, είναι ένα ερώτημα που μπορεί να αποκαλύψει πολλά. Στα πρωτότυπα Σουμεριακά αρχεία, από όπου αντιγράφτηκε η Γένεση της εβραϊκής βίβλου, δεν είναι «ο Θεός» που πρωταγωνιστεί, αλλά ένας επισκέπτης από άλλο κόσμο.

Έχουμε γαλουχηθεί με την ιδέα ότι το Θείον είναι γένους αρσενικού (Θεός, Πατέρας, Υιός, Κύριος, Χριστός), όμως η πηγή της Δημιουργίας είναι θηλυκή. Οι γυναίκες έχουν την ικανότητα να φέρνουν στον κόσμο τη ζωή, μέσα από το ίδιο τους το σώμα. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που η Φύση, από πανάρχαιες εποχές, γίνεται αντιληπτή ως Μεγάλη Μητέρα Θεά, εκείνη που όλα τα γεννά και τα διατηρεί, δίνοντας την ύπαρξη και την αναγέννηση. Γιατί και πώς εξορίστηκε από την θέση της στο Ιερό;

Στο κατά Ιωάννη Β.1-11, μία γυναίκα αναγνωρίζει πρώτη τον Μεσσία στην πρώτη Του δημόσια φανέρωση στο Γάμο της Κανά. Οι πρώτοι Χριστιανοί ως πρώτο Μυστήριο πίστευαν στον Μυστικό Γάμο του Ιησού και της Σοφίας και ως Μυστήριο έσχατο την μεταμόρφωση του Χριστιανού σε Χριστό. Το Μυστήριο το πρώτο, το άφατο ήταν η εκδήλωση του αρχέγονου Πατέρα που ήταν ταυτόχρονα Μητέρα. Οι μυημένοι ονομάζονταν «οι διασχίσαντες την οδό», όπως ακριβώς ονομάζονταν και οι Εσσαίοι θεραπευτές. Ο Διδάσκαλος της Δικαιοσύνης ήταν ο Ιησούς του Ναυί της Εξόδου. Στην προς Εφεσείους Γ3-6, αυτό είναι το Μυστήριο που λέει ο Παύλος «ο ετέραις γενεές ουκ εγνωρίσθη αλλά νυν απεκαλύφθη».

Στο απόκρυφο Ευαγγέλιο κατά Εβραίους, που χρησιμοποιούσε και ο Ωριγένης και ο Ιερώνυμος, ο Ιησούς λέει «ακόμα και τώρα η Μητέρα μου, το Άγιο Πνεύμα με πήρε και με μετέφερε στο όρος Θαβώρ». Η σύνδεση Αγίου Πνεύματος και Θείας Μητέρας υπάρχει στα περισσότερα Γνωστικά ευαγγέλια, όπως το ευαγγέλιο του Θωμά, που αναφέρει «η πραγματική μου Μητέρα μου έδωσε Ζωή». Η Σοφία των Γνωστικών, αναφέρεται ως Παρθένος ή Άμπελος στις αγιογραφίες. Ακόμα και ο οίνος, αποτελούν αναφορές της Θείας Μητέρας και της σχέσης της με το Άγιο Πνεύμα.

Οι Πρωτοχριστιανοί ιερείς και ιέρειες στις τελετές τους πρόσφεραν κρασί ως σύμβολο του αίματος της Μητέρας: «ελθέ η απόκρυφος Μήτηρ, ελθέ η φανέρη εν ταις πράξεσιν Αυτής και παρέχουσα χαράν και ανάπαυσιν τοις συνημμένοις Αυτή, ελθέ και κοινώνησον ημίν εν ταύτη τη ευχαριστία ήν ποιούμεν επί τω ονόματί σου και τη αγάπη η συνήγμεθα επί τη κλήσει σου». 2.000 με 3.000 χρόνια π.Χ., ο Διόνυσος μετατρέπει το νερό σε κρασί στο γάμο του με την Αριάδνη. Η Μητέρα, λέει στον Ιησού, ότι τέλειωσε το κρασί στο γάμο της Κανά και ο Χριστός κάνει το πρώτο θαύμα. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής –που θεωρείται φίλος του γαμπρού στο γάμο της Κανά– χαιρετάει τον Χριστό ως Νυμφίο.

Στο Γάμο της Κανά παρευρίσκεται ήδη η Μητέρα Θεοτόκος (Ιωάν. 2, 1-2) και έπειτα έρχεται ο Ιησούς Χριστός. Πρώτα γεννιέται η Παρθένος και έπειτα ο Ιησούς, αλλά και στο νυμφώνα του Θείου Γάμου πρώτα εισέρχεται η Παρθενοποιημένη Ψυχή και έπειτα ο Νυμφίος. Τη Νομοτέλεια αυτή αποκαλύπτει ο Λόγος «εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις Ψυχήν ζώσαν, ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν».

Οι έξι υδρίες που γεμίζουν με νέο οίνο, συμβολίζουν την έκτη ημέρα της γέννησης του Αδάμ και την έκτη ημέρα του θανάτου του Ιησού, διότι ο Ιησούς έβαλε πρώτα να γεμίσουν τις υδρίες με νερό και έπειτα το έκανε κρασί, παρουσιάζοντας την Πνευματοποίηση της Ψυχής όπως και στο Σταυρό, Θυσία Ψυχής τέλεια και ολοκληρωμένη «αίμα και ύδωρ από τη λογχισμένη πλευρά», ανοίγοντας το Δρόμο για τη Θέωση της Ψυχής. Στο Μυστήριο αυτό του Γάμου που κάνει το νερό κρασί, ανάγει την ένωση του ζεύγους από το φθαρτό στο άφθαρτο. Ευλογεί την ένωση της Θείας Ουσίας του ζεύγους, την επανασύνδεση Αδάμ-Εύας, σε Θεία Μονάδα Λόγου. Ο Νυμφίος Χριστός είναι το πνεύμα στο κέντρο και γύρω του σαν ακτίνες είναι οι ψυχές που αποτελούν την Παρθένο.

Ο Ιησούς Χριστός δίδασκε με παραβολές, ώστε τα διδάγματά του να είναι κατανοητά από όλους. Στους μαθητές του όμως, εξηγούσε τα βαθύτερα νοήματα: «Και τοιαύταις παραβολαίς πολλαίς ελάλει αυτοίς. τον λόγον, καθώς ηδύναντο ακούειv- χωρίς δε παραβολής ουκ ελάλει αυτοίς, κατ' ιδίαν δε τοις ιδίοις μαθηταίς επέλυεν πάντα» (Μάρκ. 4, 33-34).

Υπήρχε συνεπώς μια βαθύτερη και πιο αποκαλυπτική διδασκαλία, η οποία δεν γνωστοποιείτο στο ευρύτερο κοινό, διότι οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντιληφθούν. Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι μαθητές του Κυρίου κατά το αποστολικό έργο τους. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο κύρια ρεύματα στην χριστιανική διδαχή: το ένα περιελάμβανε την γνωστή η κατηχητική διδασκαλία και το άλλο την μυστική η απόρρητη διδασκαλία.

Πρώτος ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, διδαχθείς από τον Απόστολο Παύλο, κάνει σαφέστατο διαχωρισμό των δύο κλάδων λέγοντας: «Και τούτο εννοήσαι χρη, το διττήν είναι την των θεολόγων παράδοσιν, την μεν απόρρητον και μυστικήν, την δε εμφανή και γνωριμοτέραν, και την μεν συμβολικήν και τελεστικήν, την δε φιλόσοφον και αποδεικτικήv και συμπλέκεται τω ρητώ το άρρητον, και το μεν πείθει και καταδείται των λεγομένων την αλήθειαν, το δε δρα και ενιδρύει τω Θεώ ταις αδιδάκτοις μυσταγωγίαις».

Μετάφραση: «Αυτό πρέπει να κατανοήσεις, ότι η θεολογική παράδοση είναι διττή: Η μία πλευρά της είναι απόρρητη και μυστική, η δε άλλη εμφανής και γνωστότερη και η μεν είναι συμβολική και τελεστική, η δε φιλοσοφική και αποδεικτική. Έτσι συμπλέκεται το ρητό με το άρρητο· και το μεν πείθει και συνδέει την αλήθεια των λεγομένων, το δε άλλο ενεργεί και εγκαθιστά (τον πιστό) εντός του θεού με τις αφανέρωτες μυσταγωγίες».

Όμως, έγινε κατάχρηση αυτής της μυστικότητας που κατέληξε σε μυστικοπάθεια και απόκρυψη ακόμα και πριν σταυρωθεί ο Χριστός, πράγμα που θίγεται από Εκείνον στο κατά Λουκά Η΄, 17: «Έτσι, και σεις σαν άλλος λύχνος καλά τοποθετημένος πρέπει να φωτίζετε τους ανθρώπους και αυτά που ακούτε τώρα, να μη τα κρύπτετε, αλλά να μεταδίδετε ταύτα και εις τους άλλους. Διότι δεν υπάρχει κρυφόν, το οποίον δεν θα γίνει φανερόν. Ούτε μυστικόν, το οποίον δεν θα γίνει γνωστόν και δεν θα φανερωθεί. Και η διδασκαλία μου λοιπόν, ακόμη και εάν σεις την κρατήσετε μυστικήν, θα φανερωθεί από άλλους και θα φωτίσει τον κόσμον».

Σε ένα απόκρυφο Ευαγγέλιο γράφει για το κακό που κρατάει τις ρίζες του κρυφές:

«Τα φθαρτά πράγματα στον κόσμο διατηρούνται ζωντανά, όσο τα εσωτερικά τους μέρη παραμένουν κρυμμένα. Αν αυτά αποκαλυφθούν, πεθαίνουν. Όσο τα εντόσθια ενός οργανισμού διατηρούνται στο εσωτερικό του, παραμένει ζωντανός, αν βγουν έξω πεθαίνει. Αλλά και οι ρίζες των δένδρων όσο παραμένουν κρυμμένες ζουν, αν βγουν έξω από τη γη και αποκαλυφθούν, πεθαίνουν. Το ίδιο ισχύει για κάθε γέννημα του κόσμου. Όσο η ρίζα του κακού που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος της διττότητας μένει κρυφή, το κακό διατηρεί τη δύναμή του, όσο ο άνθρωπος αναγνωρίζει κακό λόγω άγνοιας, το τροφοδοτεί με εξουσία». Χρειάζεται λοιπόν να αποκαλυφθούν τα κεκρυμμένα, γιατί μόνο η Αλήθεια απελευθερώνει. Και μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα πάψει να αναγνωρίζει εξουσία πλάνης, αναγνωρίζοντας το Θείο Εαυτό του, που είναι και η Αλήθεια, αλλά και Θεός Πανταχού Παρών και τα Πάντα Πληρών, ως Αγάπη και Αρμονία. Στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Ν. Καζαντζάκη, ο Βαπτιστής δίνει μια αξίνα στον Χριστό για να ξεριζώσει το δέντρο του κακού.

Οι ιδέες που έχουμε για ορισμένα ζητήματα είναι σαφώς λανθασμένες αντιλήψεις, όπως να θεωρούμε την Πεντηκοστή ως γεγονός τελειωτικής μεταμόρφωσης. Οι Απόστολοι λαμβάνουν Πνεύμα Άγιο και αρχίζουν να θεραπεύουν, να μιλούν γλώσσες και να κάνουν αποστολικό έργο. Θεωρούμε την Επιφοίτηση γεγονός, που όταν συμβεί γινόμαστε αλάνθαστοι και έχει εξασφαλιστεί η εσωτερική μας καθοδήγηση. Αυτό είναι εσφαλμένο, και υπάρχει ως απόδειξη το γεγονός της προστριβής των Αποστόλων και ιδιαίτερα του Παύλου και του Πέτρου, που συνέβη μετά την Πεντηκοστή. Πώς είναι δυνατόν ένα πνεύμα που έλαβε τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, λίγο αργότερα να μαλώνει και μάλιστα για την περιτομή, για ένα έθιμο, το οποίο καθιερώθηκε από τον Θεό των Εβραίων και δεν ζητήθηκε ποτέ από τον Ιησού. Περιτομή πνευματική ζητάει ο Χριστός δηλαδή κάθαρση του νου. Τι να το κάνει ο Θεός να κόψεις ένα πετσάκι που έχεις ανάμεσα στα πόδια σου; Το ίδιο ισχύει με την παρθενία της γυναίκας, διότι η προϋπόθεση της Χριστοποίησης είναι η Παρθενοποίηση της Ψυχής. Αυτό είναι το ζητούμενο, η Παρθενοποίηση της Ψυχής. Και μέσω αυτής της Θείας Μητέρας Ψυχής βιώνουμε κι εμείς την Παρθενοποίησή της.

Έχουμε λάβει από την παράδοση, ότι για να γεννηθεί, να ενσαρκωθεί, να ενανθρωπιστεί ο Λόγος, χρειαζόταν ένα Ιερό σκεύος αμόλυντο, μια Παρθένα Ψυχή. Αυτό ήταν η Θεοτόκος Μητέρα Μαρία. Για να γεννηθεί όμως η Παναγία, η Οποία δεν είχε προηγούμενες ελεύσεις, ούτε χρεοφειλές, για να λάβει την παιδεία που έπρεπε και να διατηρηθεί και να διαθέτει τις δυνατότητες που θα εκδήλωνε, χρειαζόταν μια άλλη μοναδική υπόσταση. Μια πολύ πρωταρχική ψυχή έμπειρη μετά από πολλές ελεύσεις, που είχε αγωνιστεί για να παρθενοποιηθεί και να είναι άξια να κυοφορήσει την Πάναγνη Αγαθή και Αθώα Ψυχή της Μαρίας της Θεοτόκου. Η Θεοτόκος Μαρία γεννήθηκε Παρθένα Ψυχή. Το βίωμα της παρθενοποίησης της ψυχής, το λαμβάνουμε από την Μητέρα Άννα, που είναι ο Πρόδρομος της Θείας Μητέρας και είναι Ένα μαζί της.

Αυτή ήταν η Μητέρα Άννα, η Μητέρα της Θείας Μητέρας που συνδέει την Παλαιά Διαθήκη και την Καινή. Επομένως, είναι και ένα στάδιο Μητέρας, που όλες οι γυναίκες περνούν, πριν γεννηθεί η Θεία Μητέρα εντός τους. Ήταν η σεπτή σύζυγος του Ιερέα Ιωακείμ και η αυστηρότητά της εναλλασσόταν με γλυκύτητα. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε Μητέρας, που ενεργοποιεί τις Εξουσίες της Αγάπης ως Στοργή, Τρυφερότητα, Καλοσύνη.

Εφόσον ο Χριστός θεωρείται ως η Κεφαλή της Εκκλησίας, τότε πρέπει να καταλάβουμε ότι η Μητέρα Άννα είναι εκείνη η οποία γέννησε την Εκκλησία. Μέσα Της γεννήθηκε η Εκκλησία, την οποία ιδρύει αλλά και μετέχει ο Ίδιος ο Χριστός. Ο ποιμήν του Ευαγγελίου του Ερμά, είναι μια εμπνευσμένη αποκάλυψη του 2ου-3ου μ.Χ. αιώνα, που υπάρχει στα Αποστολικά κείμενα και την λειτουργία των Ναασσηνών. Ξεκινάει με την διάσχιση ενός ποταμού από μια γιαγιά, που συμβολίζει την εκκλησία και την ανέγερσή της. Το Πνεύμα του Θεού κατέρχεται στην εκκλησία και ομιλεί δια αυτής. Αυτή η εκκλησία αποκαλύπτεται ότι υπήρχε από την αρχή και αλλού έφερε το όνομα Σοφία.

Το πνευματικό κλειδί της Μητέρας Άννας, είναι επομένως το βίωμα της Μίας Ψυχής που Είμαστε. Είναι το κοινοτικό βίωμα της αγαπητικής σχέσης των αδελφών. Το κλειδί αυτό, το λαμβάνουν τα πνευματικά της τέκνα, που έχουν αυτό το υπόβαθρο φιλίας και έχουν μάθει ότι στη ζωή τα πιο όμορφα, είναι αυτά που μοιραζόμαστε με τους άλλους και που συχνά δεν είναι πράγματα, αλλά πνευματικά αγαθά.

Εκείνοι, που αγνοούν ή υποτιμούν την Μητέρα Άννα είναι εκείνοι που δεν την έχουν ενώσει μέσα τους με την Θεία Μητέρα και γι’ αυτό η πορεία τους είναι μοναχική ή λειψή, όπως και η μαθητεία τους. Διότι μαθητεία Λόγου δίχως κοινωνία αγάπης προσώπων δεν υφίσταται.

Η Μητέρα Άννα είναι ένα Πανανθρώπινο σύμβολο. Σύμβολο προετοιμασίας της ανθρώπινης ψυχής, να ενεργοποιήσει εκείνη την Αγάπη, που χωράει όλους τους ανθρώπους σαν να ήτανε παιδιά της. Αυτό είναι το στάδιο της Μητέρας Άννας. Και η ολοκλήρωση έρχεται με την ενεργοποίηση και Φανέρωση της Θείας Μητέρας, όπου είναι η κατάσταση εκείνης της Άπειρης Θείας Ψυχής, που όλα της τα παιδιά τα βλέπει σαν Χριστούς. Είναι η Ψυχή που γεννάει Χριστούς. Αυτό το βίωμα όμως, προϋποθέτει το προηγούμενο, το οποίο εάν δεν έχει ολοκληρωθεί, όσο και να προσπαθήσει μία υπόσταση δεν αναβλύζει από το ένδον της.

Τι αποκάλυψε όμως ο Παράκλητος για την Θεία Μητέρα;

Δάσκαλος Ιωάννης, κεφ. 12 «Ο Δάσκαλος Μητέρα-Ιωάννης δίνουν στον Άνθρωπο το Μήνυμα και την πραγμάτωση της ενοποίησης και της Ανάστασης»

«Υπήρχαν, Άνθρωπέ Μου Αγαπημένε, υποστάσεις, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του Ανθρώπου, που δεν κατήλθαν στη Γη, αλλά παρέμειναν δραστηριοποιούμενες στα πεδία του Φωτός, της Αγάπης, της Ένωσης, μέσα στην Αρμονία και στην Ενότητα, μέσα στην Αγάπη, λει­τουργώντας σαν Μονάδα, αλλά και σαν Ένωση με το Όλο. Μία Υπόσταση που βρισκόταν στα Θεία πεδία του Φωτός, κοσμημένη με τους κραδασμούς της Απειρότητας, έγινε ο Επενδύτης της Μητέρας, γιατί μέσα σ’ αυτή την Υπό­σταση εμπεριείχετο κι η διάχυση της επιλογής του Αν­θρώπου. Δηλαδή, ο συντονισμός με τη διττότητα, την πλάνη και τον κραδασμό της Γης, χωρίς να υπάρχει όμως η επιρροή της δυσαρμονίας.

Έτσι ο Λόγος Μητέρα, ενδύ­θηκε αυτή την Υπόσταση, την πιο συναφή με τις δονήσεις της ύλης, αλλά απόλυτα διαυγή, φωτεινή και ενωμένη και επομένως ικανή να γίνει ενεργειακός επενδύτης του ατό­φιου Πυρός. Η Μητέρα, ενδεδυμένη μ’ αυτή την Υπόσταση, εισχώρησε στο σκήνωμα της Άννας, μιας υπόστασης επίσης εξελιγμένης, επίσης παλμοδονούμενης, επίσης γεμάτης με Αγάπη, Αρμονία και Φως, που όμως προσέγ­γιζε περισσότερο τις δονήσεις της ύλης. Επομένως, για να ενσαρκωθεί η Μητέρα Θεοτόκος Μαρία, η Θήλεια Αρχή, χρησιμοποιήθηκαν δύο επενδύτες. Μία υπόσταση χωρίς καμία κατάβαση στην ύλη και το σκήνωμα της Μητέρας Άννας.

Η υπόσταση που ενέδυε τη Θεοτόκο παρέμεινε ενσωματωμένη μαζί Της, τροφοδοτούμενη από τους Θεί­ους κυματισμούς Της, από την Απειρότητά Της, μέχρι τη στιγμή της γέννησης. Από τη στιγμή της γέννησης, που το Ακένωτο Φως διαχύθηκε, η υπόσταση Μητέρα Θεοτόκος, σταδιακά παλμοδονείτο και εκφραζόταν σε συντονισμό με τις δονήσεις της Γης, σε κατάλληλο λεπτοφυές και ολό­λαμπρο Πύρινο σκήνωμα, όμοιο με του Λόγου Ιησού. Όμως πλέον δεν είχε να μεταφέρει εντός Της την ολο­κληρωμένη ποιότητα, την ολοκληρωμένη Ουσία Λόγος, αλλά η εξωτερική διάσπαση, που έγινε σε Λόγο Υιό και Λόγο Μητέρα και η συνταύτιση με τους Νόμους της διττότητας, έδωσε τη δυνατότητα στα σκηνώματα να εκφράσουν συντονισμό με το υλικό πεδίο, έστω κι αν ήταν παλμοδονούμενα σε Φως και Ουσία Ζωής, που κανένα σκή­νωμα ανθρώπινο δεν μεταφέρει.

Τι συνέβη όμως με την υπόσταση που υπήρχε και έδρασε ως επενδύτης του Λόγου Μητέρα; Επέστρεψε στο πεδίο απ’ όπου ξεκίνησε; Όχι, παρέμεινε στη Γη, διαποτίζοντας με τη δόνησή Της σκηνώματα ανθρώπων, σκηνώ­ματα γυναικών. Αυτά τα σκηνώματα παρουσιάστηκαν κατά τη διδασκαλία και το Έργο του Ιησού, γύρω Του. Ήταν τα σώματα, οι μορφές, οι υποστάσεις, που έφεραν το όνομα Μαρία, εκτός της Μαρίας Μαγδαληνής, που ήταν διαφο­ρετική υπόσταση, με διαφορετικό έργο και διαφορετική πορεία και προορισμό. Ο επενδύτης της Μητέρας εκ­φράστηκε μέσα από τις Μαρίες. Τύλιξε τον Λόγο Υιό μέσα από τις Μαρίες, εκδήλωσε την αφοσίωση, την Αγάπη, το Έργο, εκδήλωσε τη συνταύτιση με τον Λόγο Ιησού και τον Λόγο Μητέρα Θεοτόκος.

Αυτή η Ύπαρξη, συνεχίζοντας την εξέλιξη μέσα στην ανακύκλωση της μαθητείας, εκφράζει και θα εκφράσει στη Νέα Κοσμική περίοδο, την ενεργοποιημένη Μητέρα, τον Λόγο Θήλεια Αρχή, που θα ενώσει ολοκληρωτικά μέσα από τη διδασκαλία της Αγάπης, μέσα από τη διάχυση της Ζωής, τη διαχωρισμένη κατάσταση του νου, της Συνείδη­σης, της Ύπαρξης, και θα φέρει έκδηλα τα δείγματα του Λόγου Μητέρας, ως Διδασκάλου, ως αληθινού και μοναδι­κού εκφραστή της Θεότητας. Αυτή η ύπαρξη ενούμενη με τον Διδάσκαλο της Νέας Κοσμικής περιόδου, τον γνωστό σ’ εσάς ως Ιωάννη, θα ανακυκλώσει εντός των ανθρώπων την Αλήθεια και τη γνώση, θα την αφυπνίσει, θα φανερώ­σει τη Νέα Δημιουργία. Ως Ένα, χωρίς διαχωρισμό, χωρίς να υπάρχουν βηματισμοί αποστάσεων, αλλά με τον συν­τονισμό της Μορφής και του Αμόρφου, με τον συντονισμό της Θείας Μήτρας και του Άμορφου Νου, Ιωάννης Δάσκαλος και Μητέρα Δάσκαλος, θα δώσουν στον Άνθρωπο το Μήνυμα και την πραγμάτωση της Ενοποίησης, το Μήνυμα και την πραγμάτωση της Ανάστασης, το Μήνυμα και την πραγμάτωση της Δημιουργίας, που αναμένει την εκ­πλήρωσή της, την Αέναη συνέχειά της, μέσα απ’ τη Δημιουργική, ενωμένη, απόλυτα αληθινή, εκδήλωση του Αν­θρώπου Θεού».

Η ταυτότητα της Μητέρας αποκαλύπτεται ταυτόχρονα με τον Βαπτιστή, που απεικονίζονται πάντα μαζί στο Ιερό τέμπλο. «Ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού... και ει θέλετε δέξασθαι, αυτός εστίν Ηλίας ο μέλλων έρχεσθαι. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. ΙΑ΄, 11-14). Δηλαδή, δεν γεννήθηκε από γυναίκα μεγαλύτερος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και αυτός είναι ο Ηλίας που θα έλθει στο μέλλον. Αυτό σημαίνει πρώτον τη σύνδεση του πνεύματος Ιωάννη με τον Αδάμ, αφού είναι ο πρώτος εξ ανθρώπων και δεύτερον, ότι η Θεοτόκος δεν νοείται ως απλή γυναίκα, αλλά ως Λόγος όπως ο Ιησούς. Φαίνεται, ότι εκείνοι που φρόντισαν να ξεχάσουμε ότι η ψυχή δεν έχει φύλο, ήταν οι ίδιοι που φρόντισαν να εξορίσουμε τον Θεό κάπου στο υπερπέραν και οι ίδιοι που εξοστράκισαν τη γυναίκα από το ιερό του ναού και τη Θεία Μητέρα από την Αγία Τριάδα. Μέχρι να αποκατασταθεί η ιδέα για την Θεία Μητέρα και η στάση του ανθρώπου προς την ψυχή του είναι αδύνατον να αναβιβαστεί και να εξελιχθεί ουσιαστικά η ζωή του. Όταν όμως αυτό συμβεί, τότε ανακαλύπτει ότι η ψυχή του έχει φτερά, ελεύθερα από το χώρο και το χρόνο και η συνείδησή του αλλάζει.

Ο Ιησούς γεννήθηκε όχι από, αλλά διά μέσω μιας ασπόρου Πηγής, Μητέρας Παρθένου και δε θα μπορούσε να έχει γήινο πατέρα, κατά νόμον, διότι ο Πατέρας βρίσκεται και μέσα στον Υιό και επειδή η Μητέρα Του ήταν ο Εαυτός Του. Ουσιαστικά, είναι όπως και ο Μελχισεδέκ, Απάτωρ και Αμήτωρ. Ο Λόγος επομένως δεν είναι ον, είναι ο Εγώ Ειμί, η Αγάπη, η Σοφία και η ίδια η Αιώνια Ζωή, που μόνο στα πεδία της ύλης εκδηλώνεται μέσα από άρρεν και θήλυ υπόσταση. Γι’ αυτό όταν έλεγε ο Χριστός «ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικός μείζων Ιωάννου» δε φανέρωνε μόνο το πνευματικό ύψος του Ιωάννη, αλλά και τη Νομοτέλεια που διέπει τον Υιό Λόγο Μητέρα ως Μία Θεία Μονάδα. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε πει ότι αυτός που έρχεται μετά από μένα είναι μεγαλύτερος και επομένως, λέγοντας ο Χριστός ότι δε γεννήθηκε από γυναίκα μεγαλύτερος από τον Ιωάννη, αποκαλύπτει ότι ο ίδιος δε γεννήθηκε από γυναίκα αλλά από το Πνεύμα το Άγιο μέσα από το Λόγο Θεία Μητέρα.

Η αληθινή ταυτότητα του Ιωάννη θάφτηκε από το ιερατείο προκειμένου να συσκοτιστεί η πνευματική ταυτότητα της Θείας Μητέρας. Μόνο αν η Γυναίκα Ψυχή φανερώσει την άνοδό της και τη συνταύτισή της με την Άπειρη Μητέρα Ψυχή θα επέλθει εξέλιξη στην ανθρωπότητα. Η άρνηση προς την θεία ουσία της Ψυχής δεν είναι απλώς άρνηση εξέλιξης, αλλά κάτι περισσότερο, βλασφημία προς το Άγιο Πνεύμα, που δεν θα συγχωρεθεί, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Χριστός. Το γιατί αποκαλύπτεται στο βιβλίο του Διονύση Δώριζα «Σε ευλογώ Ελλάδα» κεφ. 48 «Ουκ οίδα τον άνθρωπο-Η απόλυτη άρνηση», «Κατανοείς, λοιπόν, ότι στη νέα κοσμική περίοδο, όποιον κι αν αρνείσαι, αρνείσαι εσένα, τον εαυτό σου, την ίδια σου την ύπαρξη, τον Δάσκαλο Ιωάννη. Και η μορφική Του παρουσία ως είναι, σε οδηγεί να κατανοήσεις, ότι ο άνθρωπος, η αρχική εκπορευθείσα ανθρωποϊδέα Αδάμ, είναι το Πνεύμα της Αληθείας, το Πνεύμα το Άγιον και τούτο θέτει την ακριβή σημασία της άρνησης «ουκ οίδα τον άνθρωπο», που στη Δευτέρα Παρουσία καθίσταται η βλασφημία κατά του Πνεύματος του Αγίου, η απόλυτη άρνηση, ο δεύτερος θάνατος της ψυχής από την θεομαχία στην οποία ανάλωσε την ζωή της

Η Ελληνική φιλοσοφική σκέψη αντικαταστάθηκε από την ύπνωση. Οι φράσεις «σοφόν το σαφές» (η σοφία είναι σαφήνεια) και «μέμνησο απιστείν» (να θυμάσαι να αμφιβάλλεις) αντικαταστάθηκαν από το Δόγμα που παραμένει ακίνητο, σκοτεινό και αδιαμφισβήτητο.

Όμως, ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος και της Θείας Μητέρας συσκοτίστηκε και πολλά πρωτότυπα χειρόγραφα εξαφανίστηκαν, ώστε κάποια καθήκοντα ιερέων και επισκόπων να επιτρέπονται μόνο σε άντρες. Η κάθοδος της Χάρης του Αγίου Πνεύματος, ο Παράκλητος και η Θεία Μητέρα έπρεπε να αποσυνδεθούν.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΟΓΔΟΑΔΑΣ ΚΑΙ Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΡΙΣΗ

Την ύπαρξη της άγραφης απόρρητης διδασκαλίας μαρτυρεί σαφώς και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στο έργο του «Στρωματείς», το οποίο γράφτηκε περίπου στην αρχή του γ' αιώνα μ.Χ.

«Eι τοίνυν αυτόν τε τον Χριστόν σοφίαν φαμέν ... , σοφία είη αν η γvώσις, επιστήμη ούσα και κατάληψις των όντων τε και έσομένων και παρωχηκότων βεβαία και ασφαλής, ως αν παρά τοv υιού τοv Θεόv παραδοθείσα και αποκαλυφθείσα ... Η Γvώσις δε αυτή κατά διαδοχάς εις ολίγους εκ των αποστόλων αγράφως παραδοθείσα κατελήλυθεν». Τι αποκαλύπτουν οι Γραφές ή μάλλον ό,τι απέμεινε από την χιλιόχρονη λογοκρισία μοναχών ή μεγαλόσχημων του Ιερατείου;

Ολόκληρη η ιστορία της Σωτηρίας ελέγχεται από την Σοφία, που έζησε με τους ανθρώπους της Γης, η οποία ήταν παρών κατά την Δημιουργία του Θεού και γι’ αυτό κάθεται δίπλα στον Θρόνο Του (Παροιμίες 8.22-31), Βαρούχ (3.37), Σοφία Σολομώντος (9.4, 8.3, 17, 7.10-19, 6.18). Στη Σοφία Σειράχ της Π. Διαθήκης, υπονοείται η παρουσία της Μητέρας Θεάς. Επομένως, υπήρχε η προχριστιανική παράδοση της Σοφίας της Μητέρας Θεάς των Ουρανών.

Στην Επιστολή προς Κολοσσαείς Β3, και στην προς Κορινθίους Α (Α-24), ο Παύλος λέει: «εν τω εισίν πάντες οι θησαυροί της Σοφίας και Γνώσεως απόκρυφοι». Ο Φίλων στην Αλεξάνδρεια περιγράφει την Σοφία ως Μητέρα του Λόγου. Στο Απαγορευμένο Ευαγγέλιο, ο Ιωάννης και ο Ιησούς είναι σταλμένοι από την Σοφία. Στις Πράξεις Ιωάννου, ο Ιησούς αναγγέλλει: «του λόγου γνώθι της Σοφίας».

Η «Γνώσις» στο Χριστιανισμό, έδινε στη γυναίκα ουσιαστική θέση: η Σοφία λατρευόταν συχνά ως Μεγάλη Μητέρα, σύζυγος και μάνα του ίδιου του Θεού, ενσαρκώνοντας την Παρθένο. Την ταύτιζαν μάλιστα με το Άγιο Πνεύμα, καθώς η περιστερά υπήρξε πανάρχαιο σύμβολο της Θεάς.

Ο διάδοχος του Ευαγγελιστή Μάρκου, ο Κλήμης Αλεξανδρείας, μεταφέρει την παράδοση των πρώτων χριστιανών για την Θεία Μητέρα, ενώ στον Παύλο υπάρχουν αναφορές καλυμμένες με ιουδαϊκό ένδυμα: «Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις». Στην προς Α’ Κορινθίους Β6, ο Παύλος αναφέρει: «λαλούμεν Θεού Σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην». Στο κατά Ιωάννη Δ.26, σε μια γυναίκα αποκαλύπτει πρώτα την ταυτότητά Του ο Χριστός. Στο κατά Ιωάννη 11.27, μόνο οι γυναίκες μένουν πιστές μέχρι τον Σταυρό, μαζί με τον Ιωάννη, όπως φαίνεται και στο 19.25. Στο κατά Ιωάννη 20.1-18, ο Χριστός εμφανίζεται αναστημένος από τον τάφο, πρώτα στην Μαγδαληνή. Ο Ντα Βίντσι στο Μυστικό Δείπνο, θεωρείται πως δείχνει την Μαγδαληνή στη θέση του αγαπημένου μαθητή Ιωάννη. Ο Χριστός σώζει την μοιχαλίδα από λιθοβολισμό. Ο Ιησούς δίνει το ύδωρ της Ζωής στην αμαρτωλή –για τους Εβραίους– Σαμαρείτιδα. Η Μάρθα και η Μαρία –οι αδελφές του Λάζαρου–, υποκρύπτουν το μυστήριο των δύο όψεων της ψυχής. Το ίδιο συμβαίνει με την Σαλώμη που χορεύει τον χορό των 7 πέπλων, και την Μαρία την Μαγδαληνή, που της αφαιρεί ο Χριστός τα 7 δαιμόνια –δηλαδή, τα 7 καλύμματα της ύλης, δηλαδή τις επιρροές ενεργειών των υλικών πεδίων. Οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο υλικός κόσμος έχει 7 επίπεδα ή πεδία και πάνω απ’ αυτά υπάρχει η Ογδοάδα, όπου κατοικεί η Μητέρα Θεά.

Στο κατά Ιωάννη 16.33 γράφεται: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» και σχίζεται το πέπλο του ναού της Μητέρας Ιερουσαλήμ. Στο κατά Μάρκο 15.38 αναφέρεται ότι το πέπλο του Ναού ήταν ένας βαβυλώνιος τάπητας 25 μέτρων που απεικόνιζε τον κόσμο. Στην Αίγυπτο βρίσκουμε αντίστοιχα το πέπλο της Ίσιδας. Στα Παναθήναια των Ελλήνων ύφαιναν το ιερό πέπλο της Αθηνάς, της θεάς της Σοφίας, που είχε ως σύμβολο την ιερή ελιά. Στην μυθολογία η Περσεφόνη ύφαινε σε ένα χαλί τον ουρανό.

Στο ιερό κείμενο περί της προελεύσεως του κόσμου γράφεται «η Σοφία είναι σαν πέπλο που διαχωρίζει την ανθρωπότητα απ’ ό,τι βρίσκεται επάνω». Αυτή ήταν η Θεία Ογδοάδα. Όποιος έσκιζε το πέπλο της άγνοιας απελευθερωνόταν από το σπήλαιο του κόσμου της ύλης. Την ονόμαζαν Δέσποινα και πίστευαν ότι αυτή ήταν που εμφανίστηκε σαν όραμα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη: «μια γυναίκα ντυμένη με τον ήλιο, και με το φεγγάρι κάτω από τα πόδια της, και πάνω στο κεφάλι της ένα στέμμα με 12 αστέρια». Οι ομάδες αυτές είχαν και ιέρειες, θηλυκές επισκόπους, προφήτισσες. Στην Αποκάλυψη στο όραμα του Ιωάννη, μια γυναίκα γεννάει στον ουρανό τον Χριστό ως άρρεν τέκνο, αλλά κάνει επίσης το ίδιο και στη γη, όπου βρίσκεται ταυτόχρονα! Ο Ιωάννης την αποκαλεί «γυναίκα» –όπως ο Χριστός αποκαλεί τη Μαρία στα ευαγγέλια–, φροντίζει όμως να την ενδύσει με ένα μεγαλείο που καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να έχει: την παρουσιάζει να περιβάλλεται τον ήλιο, να έχει υποπόδιο τη σελήνη και να φέρει τα δώδεκα Ζώδια-αστερισμούς ως στεφάνι στο κεφάλι της.

«Ύστερα φάνηκε ένα μεγάλο θαυμαστό σημάδι στον ουρανό: Μια γυναίκα ντυμένη τον ήλιο, με το φεγγάρι κάτω απ’ τα πόδια της, και στο κεφάλι της στεφάνι με δώδεκα αστέρια. Ήταν έγκυος και φώναζε από τους πόνους και τις ωδίνες της γέννας».

Ο Κύριλλος της Αλεξανδρείας περιγράφει τον Αγιασμό ως Μυστήριο του Χριστού, που συμβολίζεται από την Ογδοάδα, Αυτό σημαίνει ότι έως τον 4ο αιώνα μ.Χ., αυτήν την γνώση την αποδέχονταν και οι Σχολαστικοί Χριστιανοί, όπως ήταν ο Κύριλλος.

Στην Ανατολή και όχι στους Ιουδαίους, προϋπήρχε η ιδέα της Ζωής που αναβλύζει από την Μητέρα. Έτσι, στα Γνωστικά ευαγγέλια αποκαθίσταται η θέση της Θείας Μητέρας και απαξιώνεται ο Γιαχβέ, που τον ονομάζουν Σάκλα, δηλαδή σαχλό και Σαμαέλ, δηλαδή τυφλό. Η Θεία Μητέρα ονομαζόταν Ενθύμηση, Σοφία, Μνημοσύνη, Ογδοάδα, Αχαμώθ.

Αυτή η μυστική γνώση διασώθηκε σε λίγες ομάδες πρωτοχριστιανών, που καταδικάστηκαν αργότερα από το Ιερατείο του Χριστιανισμού, αλλά οι Πατέρες διαφύλαξαν ψήγματα αυτής της εσωτερικής διδασκαλίας, μέχρι να έρθει η εποχή του Νέου Παρακλήτου της Δευτέρας Παρουσίας.

«Αυτό είναι το Έργο όπως το παρουσιάζω τώρα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα σου παρουσιάσω και άλλες πτυχές του, ή ότι δεν θα σου αναλύσω αργότερα επιμέρους καταστάσεις που αφορούν την παρουσία και την εκδήλωσή μου πάνω στη Γη», Πύρινοι Λόγοι, Διονύσης Δώριζας, σ. 448, Εσωτερικός Χριστιανισμός.

Είναι φανερό στην εποχή μας, ότι πολλοί Δυτικοί και Ανατολικοί Πατέρες του Χριστιανισμού, που εδραίωσαν τον Σχολαστικό χριστιανισμό της τυπολατρίας, διέπραξαν την μόνη βλασφημία που δεν συγχωρείται κατά του Αγίου Πνεύματος. Σήμερα, δεν έχουμε καμία απορία γιατί ο Χριστιανικός πολιτισμός στιγματίστηκε από γενοκτονίες, σφαγές και πολέμους και την διαιώνιση της διαμάχης των φύλων και των φυλών.

Ο Μουρατόριος κανόνας του Ειρηναίου, είναι ο πρωιμότερος κατάλογος Ορθοδοξίας το 180 μ.Χ., που καταδίκαζε αιρέσεις. Η θέση της γυναίκας το 200 μ.Χ. στις χριστιανικές κοινότητες, αποτελούσε κοινωνική και θρησκευτική επανάσταση. Οι περισσότεροι Ακαδημαϊκοί εκκλησιαστικής και βιβλικής ιστορίας, έχουν διαγνώσει ότι η επιστολή του Παύλου Α’ προς Τιμόθεο, δεν μπορεί να γράφτηκε ή να υπαγορεύτηκε από τον Παύλο, αλλά προστέθηκε εμβόλιμα με σκοπό να σταματήσει την δυναμική παρουσία των γυναικών στις χριστιανικές εκκλησίες. Γράφει λοιπόν στο Β’ 11-12 «η γυναίκα να είναι σιωπηλή και σε πλήρη υποταγή. Δεν επιτρέπεται σε γυναίκες να διδάσκουν ή να έχουν εξουσία επί των ανδρών».

Τότε, υπήρχαν οι έριδες μεταξύ Νεστοριανών κι Ορθοδόξων, για το αν η Μαρία έπρεπε να αποκαλείται «Θεοτόκος» ή «Χριστοτόκος», ανάλογα με το αν θα γινόταν δεκτό ότι γέννησε τον ίδιο τον Λόγο ή απλώς γέννησε τον άνθρωπο Ιησού στον οποίο ενσαρκώθηκε αργότερα ο Λόγος, διεξάγονταν πάνω στην κοινή παραδοχή ότι η Μαρία ήταν μόνον ένας εξυψωμένος άνθρωπος. Η ιδέα ότι μπορεί να μετείχε κι αυτή στη Θεότητα όπως ο Υιός της, ήταν απολύτως αδιανόητη και έτσι, η αλήθεια για τη Μητέρα έμεινε καλυμμένη.

Το 190 μ.Χ. ο Τερτυλλιανός γράφει «η δίψα για γνώση, πρέπει να αντικατασταθεί από την αρετή της τυφλής πίστης στις Γραφές». Για τους Πρωτοχριστιανούς η εμμονή στον γραπτό λόγο θεωρούνταν ειδωλολατρία. Γι’ αυτό και ο Παύλος έγραψε «το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί». Η καταγραφή ερμηνειών ωθεί στην ασέβεια και την άρνηση της λατρείας του Θεού. Φυσικά, πιο εύκολα φεύγει ο κάλος από τα πόδια, παρά από τον εγκέφαλο, γι’ αυτό και η γνώση στιγματίστηκε ακόμα και μεταξύ των μαθητών της Δευτέρας Παρουσίας.

Ο Μαρκίων και ο Βαλεντίνος, ήταν μαθητές του Παύλου και είχαν την δικιά τους σχολή Γνωστικών Χριστιανών, ενώ οι περισσότεροι γνωστικοί ήταν εκτός του δρόμου, που φανέρωσε ο Χριστός. Οι σχολαστικοί κατηγόρησαν όμως αδιακρίτως όλες τις γνωστικές ομάδες, διότι έτσι θα αποδυνάμωναν την ισχύ της παράδοσης των πρώτων χριστιανών, που δεν συμφωνούσαν με τα δόγματα ελέγχου των σχολαστικών. Έτσι τελικά κατάφεραν να καθιερώσουν ένα ιερατείο, που θα έλεγχε τις Κοσμικές εκκλησίες και τους πιστούς.

Οι πρώτοι Χριστιανοί, μέχρι το 300 μ.Χ., περιγράφονται με τα εξής χαρακτηριστικά: εκλεκτικοί, υπέρμαχοι της ισονομίας, ελεύθερα επαναστατικά πνεύματα, με διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ. Οι Σχολαστικοί ήταν προσκολλημένοι κατά γράμμα στην Γραφή, χωρίς να την ερμηνεύουν πνευματικά –έπαιρναν το μήνυμα ως νόημα– και όπως λένε οι σύγχρονοι ερευνητές, έτρωγαν την κάρτα του menu αντί για το φαγητό. Επίσης, έτρεφαν μεγάλη άρνηση για την ισότητα, που είχαν οι πρώτοι Χριστιανοί με τις γυναίκες. Ο Ειρηναίος –Πατέρας της Δύσης, Σχολαστικός– γράφει πως νιώθει φρίκη που οι γυναίκες ιερουργούσαν και τελούσαν Θεία Ευχαριστία. Απόδειξη τούτου είναι η παράδοση της αγιογραφίας που έχουμε η οποία δεν είναι τυχαία. Όλοι οι αγιογράφοι τήρησαν κάποιους, θα λέγαμε νόμους, πνευματικής δεοντολογίας και έμειναν πιστοί σε κάποια μοτίβα για πάρα πολλούς αιώνες και έτσι φτάνει μέχρι τα χέρια μας η εικόνα της Αγίας Βαρβάρας η οποία κρατάει δισκοπότηρο καθότι μυσταγωγούσε, όπως μυσταγωγούσαν και άλλες γυναίκες στους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους, πράγμα το οποίο ξανά απαγορεύτηκε αργότερα με τις συνόδους των εκκλησιών. Αυτά τα τραγικά λάθη του παρελθόντος καλούμαστε να καλύψουμε εμείς σήμερα, με κατανόηση, με αγάπη και με προσευχή, ώστε να μην ξανά ενεργοποιηθούν στη συνείδηση του ανθρώπου σήμερα.

 Ο Τερτυλλιανός σχολαστικός Πατέρας, εξοργίζεται που οι γυναίκες συζητούν ελεύθερα με τους άνδρες, διδάσκουν, βαπτίζουν και παίρνουν αξίωμα επίσκοπου. Ο Επιφάνειος αναφέρει με φρίκη ότι στην Κολλεριαδιανή Σχολή του Χριστιανισμού τελούσαν Θεία Κοινωνία στο όνομα της Μαρίας, της Βασίλισσας των Ουρανών. Οι πρώτοι Γνωστικοί Χριστιανοί, ταξίδευαν συχνά στο αποστολικό τους έργο με μια αδελφή γυναίκα, όπως ο Παύλος με την Θέκλα, ο Σίμων με την Ελένη, ο Απέλλης με την Φιλουμένα, ο Δοσίθεος με την Ελένη, ο Ζώσιμος με την Θεοσέβεια και ο Μοντάνος με την Πρισκίλλα και την Μαξιμίλλα.

Ο Σχολαστικός Τιμόθεος γράφει με απέχθεια για την αδιάντροπη φυσικότητα των Πρώτων Χριστιανών Γνωστικών: «τρώνε όποτε πεινούν, πίνουν όποτε διψούν, χωρίς να νοιάζονται για τις καθιερωμένες ώρες και νηστείες. Κοιμούνται στην ύπαιθρο άνδρες και γυναίκες μαζί, περνούν ώρες χωρίς να κάνουν τίποτα, έχουν τις γυναίκες ίσες και απορρίπτουν την οργανωμένη θρησκεία». Πίστευαν ότι ο Θεός δημιούργησε τις χαρές του έρωτα εξίσου για όλο το ανθρώπινο είδος, αλλά οι άνθρωποι απαρνήθηκαν την πηγή της ύπαρξής τους. Οι πρώτοι Χριστιανοί θεωρούνται αναρχικοί κολεκτιβιστές, ενώ ο Βασιλίδης (που είχε τη δική του σχολή Γνωστικών Χριστιανών), γράφει για τους Σχολαστικούς Χριστιανούς, ότι είναι υπόδουλοι του Θεού των Εβραίων. Οι Εβραίοι γι’ αυτό τον λόγο μισούσαν τους Γνωστικούς Χριστιανούς και έκαναν πάντα ό,τι μπορούσαν για να τους εξοντώσουν, χρησιμοποιώντας ή προωθώντας στην εξουσία της Εκκλησίας τους Σχολαστικούς Χριστιανούς. Η μονολατρία του Γιαχβέ, θα ωθούσε τον χριστιανισμό σε ένα πατριαρχικό ιερατικό καθεστώς και αργότερα το 600 μ.Χ. θα έκανε το ίδιο στον Ισλαμισμό, δημιουργώντας τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες.

Αυτή ήταν μια ανώριμη κατάσταση της συλλογικής συνείδησης, αποτρεπτική για την αναγνώριση της θεότητας μιας γυναίκας, ώστε το πνευματικό κλίμα των πρώτων αιώνων, όπως διαμορφωνόταν από τους χριστιανούς διανοούμενους και θεολογούντες, ήταν εξαιρετικά ακατάλληλο. Βέβαια, το 800 μ.Χ. περίπου, η απόκλιση της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας είναι τόσο φανερή, που ενεργοποιεί το πρώτο σχίσμα, με τον Φώτιο να θεμελιώνει την Ορθοδοξία. Τρεις αιώνες αργότερα, το σχίσμα θα επισημοποιηθεί με αφορμή το Άγιο Πνεύμα.

Η αλήθεια είναι ότι την λατρεία της Παρθένου Μητέρας του Θεού, την έφεραν μαζί τους οι Εθνικοί που εκχριστιανίστηκαν βιαίως. Υπήρξε η «εκδίκησή» τους. Η θρησκεία που επέβαλλαν οι Ιουδαΐζοντες Πατέρες της Εκκλησίας, ήταν μία θρησκεία απάνθρωπη και αυτό γιατί της έλειπε η Γυναίκα Μητέρα Θεά. Αποτέλεσμα, μόλις το 1535, έπειτα από Σύνοδο, η Εκκλησία αποφάσισε ότι οι γυναίκες έχουν ψυχή.

Υπάρχουν δύο διαφορετικά ρεύματα. Το ένα αφορά τις εκκλησίες της πίστης, τις θρησκείες της πίστης, της εξωτερικής γνώσης οι οποίες ζουν μέσα στο κόσμο, προκαλούν αντιδράσεις, αντιθέσεις, ταραχή, οδηγούνται σε εγκλήματα, όπως όλες οι εκκλησίες και οι θρησκείες. Οδηγούνται στα άκρα και στο τέλος στην κατεδάφιση, διότι έχουν γίνει πλέον κατεστημένα, αφότου βέβαια ενεργοποιήσουν σχίσματα μέσω συνάθροισης, διότι είναι γραμμένο, ότι: «πυρ ήλθον βαλείν όχι ειρήνη, αλλά μάχαιρα». Η Εκκλησία του Χριστού, της Σοφίας, της ενσυνείδητης Πίστης, είναι εκτός του κόσμου τούτου, βοηθά την ανθρώπινη Απελευθέρωση και δεν εγκλωβίζει. Ενώ οι κρινόμενες εκκλησίες τον προετοιμάζουν, αυτή η Εκκλησία η Όγδοη, τον Τελειοποιεί και τον Ολοκληρώνει. Εκεί βιώνει τα εσωτερικά Μυστήρια και όχι τα τυπικά, εξωτερικά μυστήρια, που δεν έχουν πλέον ουσία και νόημα, διότι οι ιερείς έχουν εκπέσει της Χάριτος. Η Γνώση είναι Λόγος, είναι η πνοή του Θεού. Είναι Αγάπη, Φως και άπειρη Συμπαντική Σοφία. Η αληθινή Εκκλησία του Χριστού περιλαμβάνει ανθρώπους απ’ όλες τις Θρησκείες και τα Έθνη, περιλαμβάνει όλες τις ποιότητες των ανθρώπων. Το Πνεύμα το Άγιο διαχέει τις Δωρεές του, ανάλογα την χωρητικότητα κάθε μέλους της Εκκλησίας.

Υπάρχουν διάφορα πνευματικά επίπεδα εκπαίδευσης σ’ όλο τον κόσμο. Πρώτον σχολές προπαρασκευής, μετάνοιας, καθαρισμού, αποδέσμευσης και θεραπείας. Δεύτερον σχολές εκπαίδευσης και μαθητείας Φωτισμού. Τρίτον σχολές Τελειοποίησης και αναβιβασμού ψυχοπνευματικών υποστάσεων και τέταρτον σχολές Χριστογέννησης και Χριστοζωής. Όποιο σχολείο δέχεται παθητικά το Φως και δεν το αξιοποιεί, δεν το αφομοιώνει, δεν το διεργάζεται και δεν το ανακυκλώνει, αυτοδηλητηριάζεται και γνωρίζει πτώση, μέσα από ανταγωνιστικότητες και διχασμούς. Δεν μπορούμε να κάνουμε Ουράνια εργασία με γήινη δύναμη και τους αδελφούς μας τους αναγνωρίζουμε από την αγάπη τους.

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των πρώτων Χριστιανών, ο Ιησούς μετέδωσε τη μυστική διδασκαλία του μέσω της Μαγδαληνής. Ο Ωριγένης αποκαλούσε τη Μαγδαληνή μητέρα όλων μας, Ιερουσαλήμ, ακόμη και Εκκλησία. Όλα τα κείμενα που εξυμνούσαν το ρόλο της τελικά αποκλείστηκαν από τη Βίβλο. Υπήρχε ένας διχασμός στους κόλπους του Χριστιανισμού: από τη μία, η Εκκλησία του Πέτρου, Καθολική και Ορθόδοξη, αυστηρά πατριαρχική από την άλλη η Εκκλησία της Μαρίας λάτρευε και τη θηλυκή όψη του Θείου και δεχόταν ιερείς και των δύο φύλων.

Η Μαρία είναι μάρτυρας και ευαγγελίστρια της Ανάληψης και της Αποστολής του Αγίου Πνεύματος, και μαζί με την Μητέρα του Ιησού και τους άλλους μαθητές λαμβάνει επίσης τα δώρα του Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή. Ακριβώς όπως και οι άλλοι απόστολοι, σύμφωνα με την υπόδειξη του Κυρίου, ξεκινάει και αυτή για να αφιερωθεί στην εξάπλωση του χαρμόσυνου μηνύματος στον κόσμο. Στα μακρινά της ταξίδια διαδίδει το ευαγγέλιο σε όλους και όχι μόνο στις γυναίκες. Διέδωσε την πίστη στη Ρώμη, στη Γαλατία, στην Αίγυπτο και στην Παμφιλία, μέχρι τελικά την επιστροφή της στην Παλαιστίνη, και από εκεί στην Έφεσο, όπου είχε αφήσει την Μητέρα του Κυρίου και τον Ιωάννη, τον αγαπημένο μαθητή.

Σχετικά με τον θάνατο της Μαγδαληνής, στην παράδοση της Εφέσου, μετά από πολύ καιρό μαζί με τον Ιωάννη, απεβίωσε σε μία περιοχή της Εφέσου, υστέρα από μία ασθένεια και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη και την Θεοτόκο.

Η Μαρία Μαγδαληνή εμφανίζεται ως η πρώτη μεταξύ της ομάδας των γυναικών. Το πρωτείο της Μαγδαληνής θεμελιώνεται στο γεγονός, ότι αυτή μόνη είδε τον Αναστημένο Κύριο και έλαβε την εντολή του ευαγγελισμού. Οι άλλες γυναίκες αναγνωρίζουν στην Μαγδαληνή την πρώτη θέση ανάμεσά τους ως φορέα βεβαιότητας και πίστης για την Ανάσταση και για όλα όσα της δίδαξε προσωπικά ο Χριστός.

Ο Ρωμανός περιγράφει: «Ώσπερ Μωυσής εδοξάσθην• είδον γαρ, είδον, ουκ εν όρει, αλλ' εν τω μνήματι, ουχ υπό νεφέλην, αλλ' υπό σώμα, τον των ασωμάτων δεσπότην και των νεφελών, τον πριν και νυν και πάντοτε λέγοντα• Μαριάμ, σπεύσον και φράσον τοις αγαπώσί με ότι εγήγερμαι• ως κάρφος ελαίας λαβούσά με γλώσση, τοις εκ του Νώε ευαγγελίζου σημαίνουσα ως πέπαυται ο θάνατος και εγήγερται ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν».

Η Μαγδαληνή τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τον Μωυσή, αφού και οι δυο τιμήθηκαν με την όραση του Θεού, ο Μωυσής «υπό νεφέλην», η Μαγδαληνή «υπό σώμα». Ό,τι σημαίνει ο Μωυσής για τον Ισραήλ, αυτό αποτελεί και η Μαρία Μαγδαληνή μετά τον θάνατο και την ανάσταση του Μεσσία για τον νέο Ισραήλ. Είναι το ανώτερο πράγμα που μπορεί να λεχθεί για την Μαγδαληνή, τη στιγμή μάλιστα που είναι γνωστή η τυπολογία Μωυσής-νέος Μωυσής (=Χριστός), όπως φαίνεται και στο κατά Ιωάννη Ε΄, 45-47, όπου γράφτηκε: «Μη φαντάζεσθε ότι εγώ θα σας κατηγορήσω εις τον Πατέρα. Υπάρχει άλλος, που σας κατηγορεί, ο Μωυσής, εις τον οποίον σεις έχετε στηρίξει τας ελπίδας σας. Και είναι κατήγορός σας ο Μωυσής, διότι ούτε εις εκείνου τους λόγους πιστεύετε. Διότι εάν επιστεύατε εις τον Μωυσήν, θα επιστεύατε και εις εμέ. Διότι περί εμού εκείνος έγραψε προφητικώς και εις πολλά μέρη των συγγραμμάτων του, είτε με τύπους και εικόνας, είτε με σαφείς προρρήσεις προλέγεται ο ερχομός μου. Εάν δε δεν πιστεύετε εις όσα έχει γράψει εκείνος, που τόσον πολύ τον υπολήπτεσθε, πώς θα πιστεύσετε εις τους λόγους τους ιδικούς μου, τον οποίον δια πρώτην φορά βλέπετε και ακούετε;».

Υπάρχει Νομοτέλεια διαδοχής προσώπων, που εκδηλώνονται ως Λόγοι. Και αυτό είναι ξεκάθαρο στο Κατά Ιωάννη. Το ότι το Έργο του Θεού είναι συνεχιζόμενο, φαίνεται επίσης στο κεφ. ΙΣΤ΄, 7-9: «αλλ’ εγώ την αλήθειαν λέγω υμίν. Συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς. εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς». Στους παραπάνω στίχους, εκτός των άλλων, αποκαλύπτεται ότι υπάρχει Ανάσταση ζωής και Ανάσταση κρίσεως. Ένα μέρος της ανθρωπότητας θα ανέβει μέσω του δρόμου του Νόμου που έχει επιλέξει, και θα κριθεί από τον Μωυσή, συμβολικά, και ένα άλλο θα ανέλθει από τον αγωγό του Ελέους. Ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας σχετίζεται αναπόφευκτα με τον Ηλία, ο οποίος πάντα προηγείται και πάντα έρχεται πρώτος για να αποκαταστήσει τα πάντα. Η σειρά είναι Ηλίας-Ιωάννης-Χριστός / Αλήθεια-Ελευθερία-Αγάπη.

Την ουράνια και την γήινη όψη της Μητέρας Θεάς την συναντάμε διαρκώς. Στην Αίγυπτο είναι η Ίσιδα και η Νέφθυς, στην Ελλάδα η Δήμητρα και η Περσεφόνη, στους Χριστιανούς η Παρθένος και η Μαγδαληνή, στους Γνωστικούς Χριστιανούς η Σοφία, που εξέπεσε στα υλικά πεδία και θεωρείται σύζυγος του Ιησού. Στην Γνωστική παράδοση οι ψυχές μετά θάνατον οδηγούνται στην Παρθένο Ψυχή την Κρίνουσα για να κριθούν, η οποία ονομάζεται Πίστη Σοφία.

Στον Τίμαιο του Πλάτωνα ο Αιγύπτιος ιερέας λέει, ότι η Θεά ήταν αυτή που ίδρυσε τον Αιγυπτιακό και Ελληνικό πολιτισμό. Αυτή προερχόταν από την Ατλαντίδα και την ονόμαζαν Παρθένο. Στην Αίγυπτο έχουμε την θεά Ίσιδα, αδελφή και σύζυγο του Όσιρι, όπως και την θεά Μάατ της Δικαιοσύνης. Στην Ελλάδα, αντίστοιχα, έχουμε την Ήρα (αδελφή και σύζυγο του Δία), αλλά και την θεά Δίκη, που κάθεται δίπλα του στον θρόνο. Συμπέρασμα, η απόδοση Δικαιοσύνης και η Θεία Κρίση συνδέονται με την Μητέρα Θεά. Το πατριαρχικό Ιερατείο, οικειοποιήθηκε την εξουσία της Μητέρας και έθαψε όσο μπορούσε την παρουσία της. Έτσι, καθιερώθηκε το Πατήρ Υιός και Άγιο Πνεύμα και η αρμοδιότητα της απόδοσης Κρίσης και Δικαιοσύνης, συνδέθηκε με τον Παράκλητο της Δευτέρας Παρουσίας.

Την έννοια Χριστός, την βλέπουμε και στα Σανσκριτικά, διότι «κρι» που είναι η πρώτη συλλαβή του ονόματος του Κρίσνα, σημαίνει εκχύνω ή αλείφω ή καλύπτω με κάτι, χρίζω. Στα προετοιμαστικά Μυστήρια, ο σκορπιός, μεσσίας χρηστός, ήταν το πρώτο στάδιο. Αυτός, δηλαδή, που αυτοκαταστρέφεται θεληματικά, είναι σύμβολο Ιωάννη στην ουσία, και ο Λέων ως Χριστός Μεσσίας, είναι το επόμενο στάδιο της Τελειοποίησης, στα τελευταία τελειοποιητικά Μυστήρια. Είναι ο Λέων που έρχεται για να κρίνει, είναι ο Χριστός Κριτής της Δευτέρας Παρουσίας.

Ο ημίθεος Ηρακλής στην Ελληνική παράδοση, με το ρόπαλό του σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας, ταξίδεψε στο άστρο της Μαρίας (Μηρού, Μαίρας) και στην έκτη πύλη του Ζωδιακού, που εμφανίζεται με το σύμβολο της Παρθένου Μαρίας. Το σύμβολο του Χριστού είναι ο Ιχθύς και το Ζώδιο των Ιχθύων είναι το αντίθετο της Παρθένου. Δεν είναι τυχαίο, που το Ζώδιο της Παρθένου συνδέεται στη Μυστική Γνώση με τον άθλο της Ζώνης της Ιππολύτης και μερικές χιλιάδες χρόνια μετά, ακούμε για την Τίμια Ζώνη της Θεοτόκου, που παραδόθηκε στον Ιωάννη.

Το λιοντάρι ήταν έμβλημα της Αρτέμιδος, της Σελήνης, της Εκάτης και της Ήρας. Το λιοντάρι της Νεμέας λέγεται ότι είχε πέσει απ’ το φεγγάρι, που είναι η αιτία του Χρόνου. Αλλά και στο βάθος των ορφικών ιδεών ο Χρόνος είναι παράγωγο ή γέννημα του φεγγαριού κι αυτό μαρτυράται από τον ορφικό ύμνο της Σελήνης, που τη λέει Μητέρα του Χρόνου. Ο κοσμογονικός Χρόνος είναι μια άλλη παράσταση του φεγγαριού, που σαν μετρητής και αιτία ταυτίζεται με το Χρόνο. «Δράκοντα δε είναι (τον Χρόνον) κεφαλάς έχοντα προσπεφυκυίας ταύρου και λέοντος, εν μέσω δε θεού πρόσωπον, έχειν δε επί των ώμων πτερά, ωνομάσθαι δε Χρόνον αγήραον» (Θεογονία κατά Ιερώνυμον και Ελλάνικον): (Δαμάσκιος, π. αρχών 123 bisQ OF 54).

Θα μπορούσε κανείς να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει στις μέρες μας, όταν γνωρίζουμε ότι ένα πείραμα υπερεπιστημόνων κάπου στο κέντρο της Ευρώπης, έχει στόχο να βρουν και να συλλάβουν το λεγόμενο σωματίδιο του Θεού. Τι θέλουν να συλλάβουν; Αν κατανοήσουμε ότι η έννοια της Θείας Μητέρας συνδέεται με την πρωταρχική Ουσία και Ύλη, όχι απαραίτητα υλικής μορφής, όπου τα πάντα δημιουργήθηκαν, τότε μπορούμε να θυμηθούμε εκείνο που γράφτηκε στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, ότι στους έσχατους χρόνους ο Δράκοντας κυνηγάει τη γυναίκα η οποία είναι έτοιμη να γεννήσει παιδί. Έρχεται ως Λέων για να κρίνει, γράφει η Αποκάλυψη του Ιωάννη, ζώντες και νεκρούς. Μήπως είναι αυτή λοιπόν η Θεία Ψυχή, η Άπειρη Ψυχή των πάντων, που μας διαποτίζει και μας κρίνει και από την οποία δεν μπορεί κανείς να δραπετεύσει, γιατί είναι μέρος του εαυτού του;

Η παράδοση της γραμμής του Λόγου και της φανέρωσής Του, ξεκινάει από το Ελληνικό Πνεύμα και συνεχίζεται στο Χριστιανισμό. Η Μητέρα των μουσών, η Μνημοσύνη και η Ιστορία των Ακκασικών αρχείων, θέτουν την Ανθρωπότητα σε Κρίση. Ο Παράκλητος είναι ο Ενεργοποιητής της Θείας Μνήμης και Θείας Καταγωγής του Ανθρώπου. Ο Ταξινομητής των Θείων Νόμων στη συνείδηση του Ανθρώπου. Ο Κριτής της κατάχρησης της θείας Ουσίας μέσα σε κάθε Άνθρωπο. Ο Αποκαλύπτων και Αποκαθιστών τον Πατέρα εντός του Ανθρώπου και τον Άνθρωπο εν Θεώ.

Εν κατακλείδι, στην εποχή μας ζούμε την συνάντηση της απλοϊκής λαϊκής σοφίας και της πιο αποκαλυπτικής θεολογίας, που παρέμεινε θαμμένη, παραποιημένη και τελικά άγνωστη. Το «φωνή λαού οργή Θεού», είναι η επόμενη μέρα, όπου «η αληθινή Εκκλησία της ογδοάδας» που γεννήθηκε την Πεντηκοστή, θα έρθει ως Λέων, δηλαδή με ηγετική εξουσία να κρίνει τις διεφθαρμένες εξουσίες του κόσμου τούτου. Θα είναι η ίδια η Μητέρα Σοφία, που θα αποδώσει δικαιοσύνη και θα νικήσει τον Χρόνο και τον Δράκοντα, που την καταδίωκε για να ματαιώσει την νέα γέννα της. Τη γέννα ενός νέου Ανθρώπου Λόγου μια νέας Κοινωνίας Αγάπης, θα είναι ο ίδιος ο Παράκλητος Χριστός κατά την Δευτέρα Του Παρουσία. Αυτό το Θείο Ζεύγος Εκκλησίας-Παρακλήτου, θα κρίνει όπως οι δύο Μάρτυρες της Αποκάλυψης και όπως ο Μωυσής και ο Ηλίας, τα δύο ρεύματα του Ανθρώπου, ως ο Νόμος και το Έλεος. Οι δύο αυτές γραμμές, δεν περιορίζονται στο φύλο, διότι ούτε η ψυχή ούτε ο νους έχουν φύλο.

ΝΟΜΟΣ: ΕΝΩΧ-ΜΩΥΣΗΣ-ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ-ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ-ΜΗΤΕΡΑ ΕΛΕΝΗ-ΜΗΤΕΡΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

ΕΛΕΟΣ: ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ-ΗΛΙΑΣ-ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ-ΜΗΤΕΡΑ ΑΝΝΑ-ΜΗΤΕΡΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ-ΜΗΤΕΡΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Κι όπως φαίνεται στο Κατά Ιωάννη, κεφ Ι', 35: «ει εκείνους είπε Θεούς προς ους ο λόγος του Θεού εγένετο, και ου δύναται λυθήναι η γραφή». Ο αποκατεστημένος άνθρωπος, φαίνεται μέσα από τον Δάσκαλο Ιωάννη Χριστό και επομένως Αυτός είναι ο νέος Κριτής της Ουδετερότητας. Αυτός είναι που έρχεται ως Λέων για να κρίνει. Συμβολίζοντας, μέσα από το σύμβολο του λιονταριού, την Βασιλική Εξουσία που θα έχει, διότι θα είναι Βασιλιάς και Αρχιερέας μαζί. Αυτός θα είναι ο Ιωάννης της Νέας Εποχής, αυτός που ήταν πάντα. Εκείνος, το Πνεύμα της Αληθείας, η Μορφή δηλαδή που εντέλλεται ως Άμορφο να οδηγήσει τον Άνθρωπο σε όλη την Αλήθεια.

«Οι Πατέρες θεωρούν τον άνθρωπο πραγματικό κυβερνήτη και κύριο του σύμπαντος. Και εννοούν την κυριότητα αυτή ως μια μορφή εξάσκησης της βασιλικής του ιδιότητας», (Νέλλα, Ζώου Θεούμενου, σ. 27).

Και ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής δηλώνει τα εξής: Το Άγιον Πνεύμα εκχέεται επάνω σ’ ολόκληρο τον λαό του Θεού. Κάθε πιστός θεωρείται βασιλεύς, ιερεύς και προφήτης, ενώ οι δωρεές του Πνεύματος είναι πολλές και ποικίλες (Α΄Κορ.12:28-30) και δεν περιορίζονται στον χειροτονημένο κλήρο.

Όπως ο Χριστός και η Σοφία εκκινούν το Θείο Έργο του Υιού Μητρός Λόγου, έτσι και ο Παράκλητος και η Εκκλησία, συμβολίζουν το Θείο Ζεύγος, που είναι εντεταλμένοι για την έσχατη κρίση και ολοκλήρωση του Έργου.

Το μυστήριο της πορείας της ανθρώπινης εξέλιξης, φαίνεται στο κατά Ιωάννη, κεφ. ΙΣΤ', 28, στους λόγους του Ιησού όταν λέει: «εξήλθον παρά του Πατρός και ελήλυθα εις τον κόσμον και πορεύομαι προς τον Πατέρα». Διότι «ο Λόγος εσήκωσεν εν υμίν» (Κατά Ιωάννη, κεφ. Α', 14). Aυτό αποτελεί μια αναφορά στο Άγιο Πνεύμα για την ενανθρώπιση του Λόγου την εποχή των Ιχθύων, αλλά και τον Παράκλητο της Δευτέρας Παρουσίας, της κοσμικής περιόδου του Υδροχόου.

Οι λόγοι του Χριστού, δόθηκαν ως απάντηση στα ερωτήματα των μαθητών: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά, και ποιο το σημείο της παρουσίας σου και της συντέλειας του αιώνα;» (Μτθ.24:3).

Ο Χριστός απευθύνεται όμως ταυτόχρονα και στους μελλοντικούς μαθητές της Δευτέρας Παρουσίας Του, που είχαν μαζευτεί γύρω του τότε στην Πρώτη. Εκτός από τους 12 υπήρχαν τότε, όπως διαβάζουμε στα ευαγγέλια, οι 70, με τους οποίους ο Χριστός είχε αρκετά στενή σχέση, αφού τους εξουσιοδότησε ως Αποστόλους του Μηνύματός Του, αλλά κι οι 500 που παρευρίσκονταν στην Ανάληψή Του. Πολλοί από αυτούς, Ιουδαίοι και Έλληνες επιθυμούσαν διακαώς να επιστρέψουν και να ενσαρκωθούν στη χώρα, όπου θα βρισκόταν το πρόσωπο διά του οποίου θα εκδηλωνόταν ο Λόγος Χριστός Παράκλητος της Δευτέρας Παρουσίας. Ποιο είναι το νόημα της απάντησης του Χριστού όμως, αφού το πρόσωπο του Νέου Παρακλήτου θα διαθέτει και ένα υλικό σώμα;

Ο Χριστός απάντησε ως εξής: «Όπου το σώμα, εκεί επισυναχθήσονται και οι αετοί» (Λκ.17:37). Για τους αετούς, λέει ο προφήτης Ησαΐας ότι: όσοι εκπαιδεύονται να αντέχουν την παρουσία του Θεού (όπως συμβαίνει με τους μαθητές της Δευτέρας Παρουσίας του Λόγου), αυξάνονται συνεχώς σε δύναμη και αποκτούν φτερά σαν πνευματικοί αετοί: «Οι δε υπομένοντες τον Θεόν, αλλάξουσιν ισχύν, πτεροφυήσουσιν ως αετοί» (40:31). Οι μαθητές της Δευτέρας Παρουσίας του Λόγου λοιπόν, θα γνώριζαν το Πνεύμα της αλήθειας, τον Άνθρωπο Παράκλητο, και φυσικά το σώμα εκδήλωσής του, που θα ήταν και η μορφή εκδήλωσης του Λόγου, ο Δάσκαλος Ιωάννης κατά κόσμον Διονύσιος Δώριζας. Επρόκειτο να μαζευτούν κοντά Του να διδαχθούν από Αυτόν, που έλεγε «θέλω Αετούς για το Έργο Μου. Ο Αετός είναι του Πατέρα και τον δίνει μόνο σε όποιον είναι Ιωάννης».

Τα ερωτήματα του ανθρώπου, ποιος είμαι, από πού έρχομαι και πού πάω, βρίσκουν την απάντηση μόνο μέσα του, καθώς περνάμε στην εποχή της εκπλήρωσης του Λόγου Χριστού, που είπε ότι θα στείλει άλλον Παράκλητο, κατά τους έσχατους χρόνους. Κι Εκείνος θα μας οδηγήσει εις πάσαν την Αλήθειαν, όταν η συνείδησή μας θα αντέχει να κατανοήσει περισσότερα από αυτά που μπορούσε πριν 2000 χρόνια, όταν κατανοήσει τους λόγους του Ιησού «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατηρ υμών ο εν τοις ουρανοίς Τέλειος εστίν» (Ματθαίος, κεφ. Ε', 48) και «Θεοί Εστέ» (Κατά Ιωάννη, κεφ. Ι', 34).

Τα κλειδιά της επίτευξης της Χριστοποίησης και Θέωσης του Ανθρώπου, ήρθε να προσφέρει στην Ανθρωπότητα ο κατά Νόμον Παράκλητος της Δευτέρας Παρουσίας, το Πνεύμα του μη εκπεσόντος Αδάμ, του Πρώτου Ελοχίμ που εκπορεύτηκε κάποτε από τους Πατρικούς κόλπους ως Θεία Ανθρωποϊδέα, το Αρχέτυπο του Ανθρώπου Λόγου, που αποτελεί τον Κορμό του Πνεύματος Μελχισεδέκ Ηλία Ιωάννη.

Κατέβηκε ο απ’ αρχής Τέλειος Λόγος Χριστός, αλλά για να ολοκληρωθεί έπρεπε ο εκ της γης Αναβαίνων να κλείσει τον κύκλο. Αυτό έγινε για πρώτη φορά από τον Διονύση Δώριζα. Αυτή είναι η διαφορά. Όσο για Εμένα, καθοδηγώ τον γράφοντα Γεώργιο, που είναι το όνομα ενός προσώπου, που δίνει μαρτυρία για τον Δάσκαλο Ιωάννη, που του αποκάλυψε τον Εαυτό μας τον Ένα. «Η Γνώση έχει μεγάλο βάρος κι ο Ιωάννης κατέχει τη Γνώση, ακριβώς γιατί παρουσιάζει το Πρότυπο της Τέλειας Αγάπης, που περιέχει την κάθε Γνώση και την κάθε Σοφία», (Κλειδιά, κεφ. 17 «Ο Δάσκαλος Ιωάννης»). Οι ακτίνες του Παρακλήτου, τα σκηνώματά Του, γιατί από πολλά σκηνώματα θα εκδηλώνεται, θα διακρίνονται από την δυνατότητα και την ικανότητά τους να αποκαλύπτουν και να αποσυμβολίζουν με παρρησία, περί του Πατρός ως Υιοί Θεού. Θα είναι αυτοί που θα έχουν αναγνωρίσει ότι ο Υιός του Ανθρώπου τους οδήγησε να καταστούν Υιοί Θεού και όλοι θα λαμβάνουν από την Μία Πηγή του Λόγου.

Στο μεταξύ, το Έργο εξελίσσεται ραγδαία παντού καλυμμένο πίσω από τα σενάρια της επικαιρότητας και η χθεσινή ατολμία δείχνει να δίνει την θέση της σε μια νέα τοποθέτηση πίστης στο Έργο του Λόγου. Αυτό δε σημαίνει ότι έχουν αλλάξει οι βραδυπορούντες που προτιμούν να ανακυκλώνουν κατακρίσεις και διαχωριστικότητα ακόμα και στο Ιερό τριήμερο της Πεντηκοστής αντί να την βιώσουν αληθινά, όπως οι συνεχιστές του Έργου, που ανακυκλώνουν την χαρά της εξέλιξης και της πνευματικής δημιουργικότητας.

Ποια είναι η αιτία όμως, που σήμερα κάποιοι βιώνουν την Ανάσταση του Δασκάλου μέσα τους και την Πεντηκοστή, εξαπλώνοντας το Έργο και την ίδια περίοδο άλλοι μαθητές του Δασκάλου παραμένουν στάσιμοι, καθηλωμένοι ή ακόμα και σε παρέκκλιση από το Έργο; Κάποιος θα πει, ότι δεν ανανεώθηκε ο παλιός ασκός και έτσι δεν μπόρεσε να δεχθεί τον νέο οίνο, το νέο πνεύμα του Παρακλήτου. Αυτό δεν είναι λάθος, διότι ο Χριστός το παρουσίασε προ 2.000 ετών. Όμως αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί την κύρια αιτία ενός χρονικού γεγονότος. Αυτό αποτελεί αιτία της διαχρονικής ύπαρξης μιας συντηρητικής παράταξης σε κάθε έργο, που συχνά δημιουργεί προσκόμματα στους πρωτοπόρους, τους οποίους δεν κατανοεί, δεν χωράει και αδυνατεί να επακολουθήσει τους ρυθμούς και την ταχύτητά τους.

Κατά την Πρώτη Παρουσία του Λόγου Χριστού, καταγράφτηκε μια προδοσία που είχε προφητευθεί και από τον Ίδιο και από τους Προφήτες. Ο Ιούδας αυτοχειριάστηκε μετανοιωμένος για την πράξη του και ο Πέτρος, που αρνήθηκε το Χριστό τρεις φορές αποκαταστάθηκε από τον Ιησού. Όλοι οι μαθητές που κοιμόντουσαν στην Γεσθημανή, ενώ τους είχε πει 3 φορές να παραμείνουν ξάγρυπνοι, όταν έζησαν την προδοσία, που επέτρεψε η σαρκική τους αδυναμία, μετάνιωσαν και αυτοί. Έτσι κατά την Πεντηκοστή όλοι έλαβαν το Πνεύμα το Άγιο και τις Θείες Δωρεές του.

Κατά την Δευτέρα Παρουσία του Λόγου όμως, δεν υπήρξε αποδοχή της προδοσίας, που επίσης είχε προφητευθεί από τον Δάσκαλο και συνέβη την τελευταία περίοδο της ζωής Του. Και δυστυχώς, όπως λέγει το Πνεύμα το Άγιον, δια γραφίδος Παύλου, στις έσχατες ημέρες θα υπάρξουν και οι προδόται. Λέγει στον Τιμόθεο, στην Β΄ του επιστολή, 3-4 «Έσονται γαρ οι άνθρωποι εν εσχάταις ημέρας άσπονδοι, προδόται». Ενώ οι μαθητές είχαν χάρη και άδεια να Τον κηδέψουν, όπως πρότεινε η Μητέρα Άννα, υπερίσχυσε η άποψη άλλων Μητέρων και Δασκάλων να αποδεχθούμε τους όρους που μας έθεσαν οι ιερείς εντολοδόχοι ενός συμβουλίου, που είχε αφορίσει τον Δάσκαλο ως αιρετικό. Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι αδελφοί Δάσκαλοι και Μητέρες θα κατέβαζαν από τα στεφάνια τις κορδέλες που έγραφαν «Στον Αγαπημένο μας Δάσκαλο Ιωάννη». Ήταν ένας από τους όρους, που τα αποτελέσματά του τα υπεστήκαμε όλοι.

Πολλές Μητέρες και Δάσκαλοι ισχυρίστηκαν ότι όλα συνέβησαν σύμφωνα με το Θέλημα του Θεού. Αφού πέρασαν 20 χρόνια από τότε, ο γράφων προσέγγισε τον Δάσκαλο που πρωτοστάτησε στις αποφάσεις αυτές και τον ρώτησε εάν άλλαξε η τοποθέτηση και η άποψή του για τα γεγονότα του νεκροταφείου. Η απάντηση του ήταν αρνητική.

Κάποιοι λοιπόν, μετανόησαν και κάποιοι όχι. Δίχως μετάνοια κι αποκατάσταση, η Πεντηκοστή παρέμεινε μόνο θεωρία κι απόηχος κάποιου γεγονότος. Οι περισσότεροι μαθητές, προσκολλήθηκαν σε κάποια Μητέρα και έχασαν την επίγνωση της Μίας Μητέρας, που είναι Ένα με τον Λόγο Χριστό.

Η Θυσία και η Ανάσταση του Πρωτοπόρου Δασκάλου της Δευτέρας Παρουσίας ολοκληρώθηκε με την διάχυσή Του, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των μαθητών και ακολούθων Του δεν τη βίωσε, ούτε στάθηκε ικανό και άξιο να συνεχίσει το Έργο της φανέρωσής Του στον Άνθρωπο. Άλλοι παρανόησαν, άλλοι παρέκκλιναν και άλλοι φοβήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα της δημόσιας έκθεσης. Η προαναγγελθείσα από Αγίους όπως ο Αγ. Νεκτάριος και ο Αγ. Διονύσιος, πνευματική Αναγέννηση «εκ της Ελλάδος το Νέο Φως», υπονομεύτηκε εκ των έσω και η προδοσία εδραιώθηκε με αλαζονεία. Τώρα εκκινείται πλέον η εκπλήρωση του Νόμου, που επέλεξε η ελεύθερη βούληση του Ανθρώπου και που διατύπωσε ο Δάσκαλος Ιωάννης «Θα σας κρίνω με το μέτρο που με κρίνατε».

Η Κρίση και ο Έλεγχος της Δευτέρας Παρουσίας, περνάει κατά νόμον πρώτα στις πνευματικές τάξεις των εντεταλμένων πνευμάτων, που με διάφορες δικαιολογίες ματαίωσαν την αποστολή τους και προτίμησαν να επικεντρωθούν ιδιοτελώς στην προσωπική τους ασφάλεια, αναγνώριση ή πρωτοκαθεδρία σε ένα πάρεργο με λάθος προτεραιότητες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: