Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

ΑΛΗΘΕΙΑ....ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΩ; (ΜΕΡΟΣ ΣΤ') Η ΕΛΛΗΝΟΓΕΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Η Ελληνογενής Θεολογία
Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης αποτελούν παράδοξο. Το Λευιτικόν για παράδειγμα, δεν έχει καμία σχέση με το Χριστιανισμό. Από πού και ως πού ανήκει στην Αγία Γραφή; Τι μας νοιάζει εμάς πώς ξεψάχνιζαν οι ραβίνοι τα μοσχάρια για να κάνουν θυσία με καλά κοψίδια; Επίσης, οι πόλεμοι των Εβραίων δεν μπορούν να αποτελούν μέρος οποιασδήποτε πίστης. Γιατί της δικής μας; Με το ίδιο σκεπτικό, αν έμπαιναν στην Αγία Γραφή οι προφητείες των Σιβυλλών, έπρεπε να μπει στην Αγία Γραφή και η μάχη των Θερμοπυλών.
Εκείνος που ανέλαβε εργολαβικά την ιουδαιοποίηση του Χριστιανισμού και την διάδοση της άποψης ότι Χριστιανισμός και Ελληνισμός δεν μπορούν να συνυπάρξουν, ήταν ο Εβραίος αυτοκράτωρ Θεοδόσιος, που γεννήθηκε στην Ισπανία (Σεφαραδίτης και όχι Χάζαρος) το 346 μ.Χ. και πέθανε στο Μιλάνο το 395. Βασίλευσε, ορισθείς από την Μαύρη Αδελφότητα, από το 379 μέχρι το 395 μ.Χ. Μέχρι το 1750 μ.Χ. τους ηγέτες των κρατών έλεγχε η Μαύρη Αδελφότητα. Μετά από 250 χρόνια πολέμων και παρασκηνιακών συγκρούσεων, σήμερα συγκυβερνούν η Λευκή με τη Μαύρη.
Η γραφή που χρησιμοποιούσαν οι Εβραίοι, από τότε που ζούσανε στην περιοχή του Ιράκ, ήταν η Αραμαϊκή και μόλις τον πρώτο αιώνα μ.Χ. απέκτησαν την καθαρά τετραγωνική εβραϊκή γραφή. Η Παλαιά Διαθήκη επομένως, ή καλύτερα τα βιβλία της, δημιουργήθηκαν μέσα σε 1600 περίπου χρόνια, όπως δέχεται η σύγχρονη επιστημονική κοινότητα. Οι Εβραίοι δέχονται 39, όπως είχε οριστεί και επί Θεοδοσίου, οι Ορθόδοξοι 49 και οι Καθολικοί 46. Όλα «θεόπνευστα». Ποιος έχει δίκιο;
Θυμίζω τι λέει εκατοντάδες χρόνια πριν τον Χριστό η Σίβυλλα Τιμπουρτίνα. Εγερθήσεται γαρ γυνή Ελληνίς εκ της Εβραΐδος χώρας ονόματι Μαρί και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Ιησούν. Και λύσει τον νόμον των Εβραίων και ίδιον νόμον στήσει, και βασιλεύσει ο νόμος αυτού. Που σημαίνει: «Θα εμφανισθεί γυναίκα Ελληνίδα από τη χώρα της Ιουδαϊκής πίστης που θα ονομάζεται Μαρία, και θα γεννήσει γιο που θα τον ονομάσουν Ιησούν. Αυτός, θα καταλύσει το Μωσαϊκό νόμο (τον νόμο των Εβραίων) και θα ορίσει δικό του νόμο και αυτός ο νόμος θα βασιλεύσει».
Απόδειξη για την παρότρυνση του Παύλου για την ανάγνωση των Σιβυλλών μας δίνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, επίσης Έλληνας, στο έργο του Στρωματείς, όπου μας λέει ότι ο Απόστολος Παύλος προέτρεπε τους πάντες να διαβάσουν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων σοφών και αυτά των Σιβυλλών, όπου ξεκάθαρα αναφερότανε ότι θα έρθει στη Γη ο υιός του Δημιουργού, για να δώσει στον κόσμο την ελπίδα της σωτηρίας από τα δεσμά της καθημερινότητας, που ουσιαστικά η Μαύρη Αδελφότητα και τότε επέβαλε και βεβαίως σε κανέναν δεν άρεσε. Μας λέει λοιπόν ο Άγιος Κλήμης: «Προς δε και ότι ο αυτός θεός αμφοίν ταις διαθήκαις χορηγός, ο και της ελληνικής φιλοσοφίας δοτήρ τοις Έλλησιν, δι’ ης ο παντοκράτωρ παρ’ Έλλησι δοξάζεται, παρέστησεν», δηλαδή: «Επειδή ήταν ο ίδιος ο Θεός χορηγός και των δύο διαθηκών, αυτός έδωσε την Ελληνική Φιλοσοφία στους Έλληνες, δια της οποίας ως Παντοκράτωρ δοξάζεται από τους Έλληνες». Δηλαδή: «Επειδή ήταν ο ίδιος ο θεός χορηγός και των δύο διαθηκών, αυτός έδωσε την Ελληνική Φιλοσοφία στους Έλληνες, δια της οποίας ως Παντοκράτωρ δοξάζεται από τους Έλληνες».
Και σε άλλο σημείο: «επεί, ότι καθάπερ Ιουδαίους σώζεσθαι ηβούλετο ο θεός τους προφήτας διδούς, ούτως και Ελλήνων τους δοκιμωτάτους οικείους αυτών τη διαλέκτω προφήτας αναστήσας, ως οιοί τε ήσαν δέχεσθαι την παρά του θεού ευεργεσίαν, των χυδαίων ανθρώπων διέκρινεν, δηλώσει προς τω Πέτρου κηρύγματι ο απόστολος λέγων Παύλος: Λάβετε και τα Ελληνικά βίβλους. Επίγνωτε Σίβυλλαν, ως δηλοί ένα θεόν και τα μέλλοντα έσεσθαι».
Λέει λοιπόν, ότι ήτανε σε ένα κήρυγμα οι Απόστολοι Παύλος και Πέτρος και μιλούσε ο Παύλος και βέβαια, αφού μαζί εκήρυτταν, δεν μπορεί να διαφωνούσε ο Πέτρος. Ας δούμε την μετάφραση: «Επειδή ακριβώς ο Θεός θέλησε δια των προφητών να σωθούν οι Ιουδαίοι, έτσι και τους πλέον κατάλληλος, στη δεινότητα του λόγου, από τους Έλληνες, τους αξίωσε να γίνουν προφήτες, και σαν τέτοιοι που ήταν, να δέχονται την ευεργεσία του Θεού, τους διέκρινε από τους χυδαίους ανθρώπους, όπως φανέρωσε ο Απόστολος Παύλος μιλώντας σε κήρυγμα πριν από τον Απόστολο Πέτρο, λέγοντας: Λάβετε και τις Ελληνικές γραφές. Γνωρίστε την Σίβυλλα, η οποία αποκαλύπτει τον ένα Θεό και αυτά που θα έρθουν στο μέλλον» (Κλήμης ο Αλεξανδρινός, Στρωματείς, βιβλ. 6, κεφ. 5,4).
Παρακαλώ να αναρωτηθείτε, γιατί δεν υπάρχει αυτό το κείμενο του Αγίου Κλήμη του Αλεξανδρέα μεταξύ των πράξεων των Αποστόλων; Γιατί δεν υπάρχουν τα κείμενα των Σιβυλλών μέσα στην Αγία Γραφή; Ποιοι έχουν χρηματοδοτήσει την διαμάχη μεταξύ ελληνισμού Χριστιανισμού και ποιοι την έχουν αναλάβει εργολαβικά επινοώντας μάλιστα και την αίρεση του συγκρητισμού, κατά την οποία πετιέται στην πυρά όποιος τολμήσει να μιλήσει για τα αρχαία κείμενα και την προχριστιανική περί Θεού γνώση.
Ο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γεννήθηκε γύρω στο 150 και πέθανε το 216 μ.Χ. Δίδαξε ως δάσκαλος στην Αλεξάνδρεια. Κλείνοντας να πούμε ότι ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς έγραψε το περίφημο: «Ουκ οίμαι δύνασθαι υπό Ελλήνων σαφέστερον προσμαρτυρήσεσθαι τον Σωτήρα ημών»! Δηλαδή, «δεν γνωρίζω να είναι δυνατόν να δώσει κανείς σαφέστερη μαρτυρία για την ύπαρξη του Σωτήρα μας, από αυτήν των Ελλήνων».
Όπως αναφέρει ο Άγιος Ιουστίνος, είχε οριστεί ξεκάθαρα η θανατική ποινή για αυτούς που τολμούσαν να μελετούν τις προφητείες των Σιβυλλών! Σε αυτούς δηλαδή που τολμούσαν να κάνουν πράξη την προτροπή του Αποστόλου Παύλου: «Γνωρίστε τη Σίβυλλα». Για σκεφθείτε! Θανατική ποινή. Απαγόρευση μελέτης των ελληνικών γραφών, 200 χρόνια πριν να γίνει ο Χριστιανισμός αποδεκτή θρησκεία από τον Κωνσταντίνο με το διάταγμα των Μεδιολάνων.
Ο Απόστολος Παύλος έπρεπε οπωσδήποτε να αναφερθεί στις ελληνικές γραφές, αφού στην Παλαιά Διαθήκη, στο Λευιτικό για παράδειγμα και το Δευτερονόμιο, έγραφε πράγματα αδιανόητα για τους Έλληνες. Όπως για παράδειγμα, ο τιμοκατάλογος της ανθρώπινης ζωής (Λευιτικό 2.7 2-16). Πενήντα δίδραχμα ο άνδρας, τριάντα η γυναίκα, ανάλογα με την ηλικία κ.τ.λ. Το γούστο είναι μάλιστα, ότι το 1200 π.Χ. χρησιμοποιούσαν στα κείμενά τους, οι Εβραίοι ελληνικά νομίσματα (δραχμές), όταν υποτίθεται ότι οι Έλληνες πρωτοήρθαν ως «βάρβαροι» στην Ελλάδα το 1000 π.Χ. σύμφωνα με την ιστορία.
Θρησκεία του σύγχρονου αναπτυγμένου κόσμου είναι ο Χριστιανισμός, στις διάφορες μορφές και παραλλαγές του. Ανάφερα ήδη ότι:
Ο Χριστιανισμός αποτελεί όχι συνέχεια του Ιουδαϊσμού, αλλά ρήξη προς αυτόν.
Οι αντιλήψεις του χριστιανισμού που αποτελούν την ουσία του, είναι κατά βάση ελληνικές.
Η χριστιανική ηθική είναι η του Σωκράτους, Πλάτωνος, των Στωικών.
Η χριστιανική θεολογία-μεταφυσική είναι Πλατωνική-Νεοπλατωνική.
Γλωσσικώς ο Χριστιανισμός ήταν εξ αρχής εξελληνισμένος.
Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους, ο Χριστιανισμός απορρίφθηκε από τους Εβραίους και τους Ασιάτες και ρίζωσε μόνον στις περιοχές των Ελλήνων και των εξελληνισμένων. Τα αρνητικά στοιχεία του Χριστιανισμού προέρχονται από ιουδαϊκές επιδράσεις και είναι ξένα προς την Ελληνικότητα.
Η σύγκρουση Χριστιανισμού-Ελληνισμού, που κάλυψε μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, οφείλεται σ’ αυτά τα ιουδαιο-ανατολικά στοιχεία. Οι «χριστιανοί» που κατέστρεφαν τον Ελληνικό Πολιτισμό μόνον πραγματικά χριστιανοί δεν ήσαν. Ενεργούσαν εναντίον της χριστιανικής φιλοσοφίας και υπάρξεως (αγάπη) και έπλητταν μαζί με τον Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό, διαστρέφοντάς τον.
Η σύγκρουση ξεπεράσθηκε, το χάσμα γεφυρώθηκε σε σημαντικό βαθμό χάρις στους Ελληνικής Παιδείας χριστιανούς και ορισμένους φωτισμένους ιεράρχες, πατριάρχες, αυτοκράτορες. Η Ορθοδοξία, ως μορφή του Χριστιανισμού, είναι η πιο εξελληνισμένη.
1) Ο Μπ. Ράσσελ γράφει: «Η θεολογία του Αποστόλου Παύλου και των εκκλησιαστικών Πατέρων προήλθε κατά μέγα μέρος από τον Πλάτωνα, αμέσως ή εμμέσως, και δεν θα ήταν δυνατόν να κατανοηθεί εάν αυτός έλειπε» (στο ίδιο, σ. 240). Και επισημαίνει ότι κατά τον Πλάτωνα ο Σωκράτης διακήρυξε πως «δεν θα έπρεπε ν’ ανταποδίδουμε κακό στο κακό, σ’ οποιονδήποτε, ότι κακό κι αν μας έχει κάμει» (Κρίτων), μια αρχή που συνδέουμε με την επί Όρους Ομιλία του Χριστού επαναλαμβάνει ο Παύλος στην προς Θεσσαλ. Ι, ε΄ 15 (στο ίδιο, σ. 240,41). Ότι «θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα» («της ψυχής από τους σώματος απαλλαγή», Φαίδων 64c). Η πρώτη δεν πεθαίνει, διότι μόνο ότι είναι σύνθετο μπορεί να διαλυθεί, ενώ η ψυχή, είναι ασύνθετη, άρα δεν έχει αρχή και τέλος (Φαίδων 78d).
2) Ο Μπ. Ράσσελ γράφει για τον Πυθαγόρα: «Η όλη αντίληψις για έναν αιώνιο κόσμο που αποκαλύπτεται στη νόησι και όχι στις αισθήσεις, προέρχεται απ’ αυτόν. Αν έλειπε αυτός, οι Χριστιανοί δεν θα θεωρούσαν τον Χριστό ως τον Λόγο, αν έλειπε αυτός, οι θεολόγοι δεν θα ζητούσαν λογικές αποδείξεις περί Θεού και αθανασίας (στο ίδιο, σ. 77, 88, 89).
3) Ορφικοί και Πυθαγόρειοι θεωρούσαν την ψυχή ως εκπεσόντα θεό που πρέπει να λυτρωθεί από την τιμωρία της φυλακίσεώς της στο σώμα, με τους «καθαρμούς» που θα φέρουν την «λύση» (= λύτρωση). Για να φθάσει στην λύτρωση, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι ευσεβής και να διάγη εν αρετή σώματος και ψυχής, αποφεύγοντας το κακό και πράττοντας το καλό.
4) Η Αρετή κατά τους Στωικούς είναι ο ύψιστος σκοπός και το ύψιστο αγαθό που οδηγεί στην λύτρωση. Όλα αυτά πέρασαν στον χριστιανισμό.
5) Λύτρωσις. Ο Εμπεδοκλής δίδαξε ότι ο άνθρωπος είναι «εξόριστος και διωγμένος από τον Θεό» (η πτώσις του ανθρώπου= το αμάρτημα και η εξορία των πρωτοπλάστων). Επίσης ότι «το σώμα του είναι ο τάφος του», ότι «είναι ντυμένος μ’ ένα ξένο ένδυμα από σάρκα». Και τέλος, ότι «βρίσκεται σε πτώση και έχει ανάγκη από λύτρωση».
Ένα σημαντικό τμήμα των Εσσαίων (οι οποίοι ασφαλώς σαν ιερείς που ήσαν, υπήρχαν παντού όπου υπήρχαν Έλληνες της διασποράς) βρισκόταν και στην ελληνική πόλη της Αλεξάνδρειας της Αι­γύπτου. Οι Εσσαίοι εκεί, έναν αιώνα πριν την εμφάνιση του Χριστού, επανίδρυσαν τις σχολές του Πυθαγόρα δημιουργώντας την πνευματική κίνηση του Νεοπυθαγορισμού. Αρχή ήταν η Εσσαϊκή κοινότητα των θεραπευτών της Αιγύπτου που φιλοξενήθηκε η Θεοτόκος με τον Ιησού και τον Ιωσήφ. Γι’ αυτό και οι Ιώσηπος λέγει ότι Εβραίοι μιμητές των Εσσαίων, 250 χρόνια αργότερα, δηλαδή οι Εσσηνοί τηρούσαν την δίαιτα που είχε αποδείξει στους Έλληνες ο Πυθαγόρας (Ιωσ. Ιουδ. Αρχαιολ. 15, 10, 4) και ότι πιστεύουν ότι για τις αγαθές ψυχές υπάρχει ένα μέρος πέ­ρα από τον Ωκεανό, όπου δεν υπάρχει βροχή ή χιόνι ή ζέστη... δηλαδή τα νησιά των Μακάρων.
Μα ο Ιώσηπος δεν είναι αυτός ο οποίος στα συγγράμματα του αναφέρει ότι οι Εσσαίοι είναι Εβραίοι; Όχι. Ο παρερμηνευόμενος Ιώσηπος τα λέει αυτά. Στην πραγματικότητα ο Ιώσηπος μιλάει για την εποχή του δηλαδή τουλάχιστον 100 χρόνια περίπου μετά Χριστόν, και περιγράφει μία οργάνωση Εσσαίων, τους Εσσηνούς, που έχουν μιμηθεί σε μερικά από τα έθιμά τους, τους Έλληνες Εσσαίους, όπως ήταν της μόδας εκείνη την εποχή, πλην όμως τηρούσαν αυστηρά και απαρέγκλιτα τον εβραϊκό νόμο, όπως την αργία του Σαββάτου κ.λπ., πράγμα που δεν έκανε ασφαλώς, ως γνωστόν, ο Χριστός...
Η κυριότερη (σκόπιμη) σύγχυση των Εβραίων εδώ ήταν η λεκτική και κυρίως η γραμματική σύγχυση. Το ίδιο κάνουν οι Εβραίοι με τα επώνυμα τους που τα έχουν εξελληνίσει, ώστε να μην φαίνονται σήμερα από τους αδαείς Έλληνες, αλλά και από τους λοιπούς λαούς, όπου έχουν εισχωρήσει, ότι τα ονόματα τους είναι εβραϊκά. Η γραμματική σύγχυση ήταν, ότι δήθεν οι Εσσαίοι δεν ήσαν ίδιοι με τους Ετέους ή (Χ)ετ - ταίους της Παλαιάς Διαθήκης ή όπως οι Λύκιοι με τους (Χ)Αμα – Λύκιους της Παλαιάς Διαθήκης οι Παλαιστίνιοι με τους Φιλισταίους και ούτε καθ’ εξής. Τα ίδια έκαναν άλλωστε με τον Ελχιανό Δία που τον ονόμασαν Ελοχίμ, τον Ίακχο - Ιαχβέ κ.λπ.
Άλλο στοιχείο είναι ότι είχαν κοινόβια και ισότητα μεταξύ τους, δηλαδή ένα αρχαϊκό κομμουνισμό, πράγμα που οι Εβραίοι έχοντες ένα θεοκρατικό και πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα δεν μπορούσαν ού­τε καν να διανοηθούν ένα κοινωνικό σύστημα ισότητας που πρώτος εφάρμοσε ο Πυθαγόρας στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας και επανέ­φεραν οι Νεοπυθαγόριοι Εσσαίοι. Η ισότητα άλλωστε και η Δημο­κρατία (η πραγματική άμεση Δημοκρατία) ήταν πατροπαράδοτη για τους Εσσαίους, προερχόμενη από τον ίδιο το θεό τους, το Δία:
«Ο Ζευς απάσαν την οικουμένην... τους μην ληστάς και ασεβείς αναιρούντα, την δε ισότητα και Δημοκρατία εισηγούμενον» (Διοδ. Σικελ. 3, 61, 4).

Ο Χριστός είναι ελληνικός γόνος, ενώ ο χριστιανισμός εβραϊκό κατασκεύασμα...
Ο Ποσειδώνας συναγωνίστηκε την Αθηνά για το ποιος από τους δύο θα ήταν ο προστάτης της Αθήνας. Ο θεός της θάλασσας, σε μια επίδειξη της δύναμης και της φιλανθρωπίας του, χτύπησε την Ακρόπολη με την τρίαινα του, κάνοντας έτσι μια πηγή νερού να ξεπηδήσει από το έδαφος. Η Αθηνά, από την άλλη πλευρά, φύτεψε μια ελιά κι αυτό το δώρο θεωρήθηκε χρησιμότερο και έτσι κέρδισε τον αγώνα. Η ελιά έμελλε να γίνει ένα από τα χαρακτηριστικά δέντρα σε όλη την ιστορία του ελληνισμού. Η αξία που είχε για τους Αθηναίους η προστάτιδα θεά τους φαίνεται κι από τον μεγαλοπρεπή ναό του Παρθενώνα που έκτισαν προς τιμήν της. Όμως τιμούσαν και τον Ποσειδώνα, λατρεύοντας τον. Οι θεοί ψήφισαν υπέρ του, ο Δίας απείχε και οι θεές υπέρ της Αθηνάς. Έτσι η Αθηνά κέρδισε με διαφορά μιας ψήφου. Ο Ποσειδώνας θύμωσε τόσο πολύ που έστειλε πελώρια κύματα στην πόλη. Για να κατευναστεί ο θυμός του, αφαιρέθηκε από τις γυναίκες της πόλης το δικαίωμα της ψήφου.
Ο Απόλλων ήταν ο δεύτερος σημαντικός θεός μετά τον Δία και μπορούμε να πούμε ότι αντικατοπτρίζει το αθάνατο ελληνικό πνεύμα. Στον Παρνασσό, όπου προέδρευε στους αγώνες των Μουσών, παρασταινόταν ως προστάτης της μουσικής ενώ ως Απόλλων Υπερβόρειος θεωρούνταν ότι βασίλευε στα Νησιά των Μακάριων, τον Παράδεισο της ορφικής και νεοπυθαγόρειας φιλοσοφίας.
Πολλοί συνέδεσαν αυτόν τον αρχαίο θεό με τον άγιο Γεώργιο ενώ, κατ’ άλλους, ο άγιος Γεώργιος συνδέεται περισσότερο με τον θεό του πολέμου, τον Άρη. Ένα στοιχείο που ενώνει τον θεό Απόλλωνα με τον Άγιο Γεώργιο που σκοτώνει τον δράκο, βρίσκεται στο καταραμένο φίδι που σκοτώνει, με παράλογη βιαιότητα, ο θεός Απόλλωνας. Το φίδι εμφανίζεται στον φορέα του παράνομου καρπού που εξοβελίζει το πρωτόπλαστο ζευγάρι από τον Παράδεισο. Έτσι, κατά παρόμοιο τρόπο με τον Απόλλωνα, ο ‘Αι Γιώργης σκοτώνει τον δράκο που είναι ο παραβάτης (απαγορευμένος καρπός) των θείων νόμων. Ο Άι Γιώργης είναι ο εξαγνιστής των νερών των πηγαδιών και των πηγών, είναι ο σύγχρονος θεματοφύλακας της αγνότητας. Προερχόμενος από την Καππαδοκία είναι ιδιαίτερα αγαπητός στην Κρήτη ενώ το σύνολο της γαλακτοκομικής παραγωγής του νησιού ζητάει πάντα την ευλογία του Αγίου. Ο Γιώργης είναι ο Απόλλωνας, αλλά επίσης και ο Περσέας και ο Ηρακλής, που θα ξανασκοτώσει τον δράκο.
Ο δράκος έχει το άντρο του κοντά στην πηγή απ’ όπου ποτίζονται οι κάτοικοι. Ο μύθος θέλει, μια φορά το χρόνο, να θυσιάζε­ται, μετά από κλήρωση, μια κοπέλα, για εξευμενισμό του θεριού. Όταν ο κλήρος όμως πέφτει στην κόρη του βασιλιά, ο βασιλιάς αντιπροτείνει όλα του τα πλούτη για να σώσει τη μονάκριβη του θυγατέρα. Ο λαός όμως δεν επιδέχεται τη διάκριση και, κάτω από τις πιέσεις που ασκούνται πάνω του, ο βασιλιάς αναγκάζεται να υποχωρήσει. Στην άτυχη κοπέλα λένε ότι την προετοιμάζουν για γάμο και την ντύνουν νύφη. Μεταφέρεται, λοιπόν, από τις υπηρέτριες της για να γίνει εν αγνοία της εξιλαστήριο θύμα. Ο περαστικός Αϊ-Γιώργης, που πάει στην πηγή για να ποτίσει το άλογο του, πιάνει συζήτηση με την κόρη. Κάποια στιγμή, κάνει την εμφάνιση του ο δράκος. Ο Άγιος τότε κάνει το σταυρό του και διαπερνά πέρα για πέρα το θεριό με τη λόγχη του.
Η παράδοση της δρακοκτονίας από τον Άγιο Γεώργιο κινείται στον ίδιο μυθολογικό κύκλο με τη διάσωση της Ανδρομέδας από τον Περσέα, ο οποίος σκοτώνει το κήτος, αλλά και της Ησιόνης από τον Ηρακλή. Ο ερευνητής Ν. Γ. Πολίτης ανακάλυψε ίχνη αυτής της αρχαίας παράδοσης στα έθιμα της λατρείας του Αγί­ου Γεωργίου στην Αράχοβα της Παρνασσίδας, όπου τιμάται ως πολιούχος.
Μια απρόσμενη, εκ πρώτης όψεως, θρησκευτική σύμπτωση έχουμε στις μορφές του θεού Διόνυσου και τού Ιησού Χριστού με τη γνωστή φράση «Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή», την οποία αναφέρει ο ίδιος ο Χριστός. Μέσω της αναγέννησης του «αίματος» της φύσης και των «χυμών» της αμπέλου έχουμε την άμεση επικοινωνία της μεταληπτικής κοινωνίας «τούτο εστί το αίμα μου» με διονυσιακά σύμβολα, όπως είναι το κλήμα και το κρασί. Σύμβολο αθανασίας, το διονυσιακό κλήμα ξετυλίγεται σε αληθινά οργιαστική βλάστηση στις ζωγραφικές αναπαραστάσεις και στη γλυπτική που έχουν διασωθεί σε χριστιανικές κατακόμβες, επιταφίους, εικόνες κ.λπ. Είναι φανερό πως οι πιστοί τού Ιησού, την πρώτη περίοδο της εξάπλωσης του χριστιανισμού στην αρχαία Ελλάδα, δεν θεωρούσαν πολύ απόμακρο τον θεό Διόνυσο, καθώς ανασαίνουν την φαντασμαγορία της διονυσιακής λατρεί­ας, ανοίγοντας διάπλατα τη θρησκεία τους στα σύμβολα της.
Σημαντική για τους παραπάνω συσχετισμούς είναι και η ξα­κουστή παράσταση μιας κυλινδρικής σφραγίδας από αιματίτη του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. με έναν Εσταυρωμένο κάτω από ένα μισοφέγγαρο και επτά αστέρια, σύμβολα της αστρικής αθανα­σίας. Στη σφραγίδα αυτή, που φέρει την επιγραφή ΟΡΦΕΟC ΒΑΚΧΙΚΟC, φαίνεται πως ο Εσταυρωμένος δεν είναι ο Ιησούς, καθώς η Σταύρωση τού Ιησού παρουσιάζεται στην εικονογραφία αρκετά αργότερα.
Η παράσταση ενός εσταυρωμένου Βακχικού Ορφέα υποδη­λώνει έναν αρχικό ταυτισμό των δύο πασχόντων θεών. Επιπλέ­ον, ο Διόνυσος είναι ο γιος τού υπέρτατου θεού, του Δία και μιας θνητής, κάτι που μάς θυμίζει έντονα την γέννηση του Ιησού Χρι­στού, ο οποίος θανατώνεται από θεοκτόνους. Επίσης, σε συριακή παράσταση του 2ου ή 3ου αιώνα μ.Χ. παρουσιάζεται ο Διόνυσος «περίπατων επί της θαλάσσης».
Για τους Έλληνες, η ουσία της Αρετής είναι η προσφορά προς τους συνανθρώπους. Και κυριώτατη προσφορά είναι η παροχή γνώσεων, ο φωτισμός του πνεύματος των («ουδείς εκών κακός»). Στους Ιουδαίους δεν υπάρχει τέτοια αντίληψη. Οι προφήτες τους δεν «φωτίζουν». Απειλούν. Προλέγουν δεινά που προκύπτουν από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι Εβραίοι είχαν αναλάβει έναντι του Γιαχβέ, με το «συμβόλαιο» που συνυπέγραψαν στο Σινά, Γιαχβέ και Μωυσής. Οι Προφήτες δεν παρέχουν γνώση. Τρομοκρατούν για να εξαναγκάσουν τους «δούλους του Γιαχβέ» να υπακούσουν στις εντολές του.
Ο αντιχριστιανός Κέλσος παρατηρεί ότι ο Χριστιανισμός δεν προσφέρει τίποτα το νέο («ου καινόν δόγμα ο Χριστιανισμός») διότι όλα τα ηθικά παραγγέλματα του τα είχαν πει οι Έλληνες. «Ακόμη και η συμβουλή να στρέφης και την άλλη παρειάν, διετυπώθη καλύτερα από τον Πλάτωνα», γράφει. Ο χριστιανός Ωριγένης, δέχεται ότι πράγματι έτσι είναι, αλλά αντιπαρατηρεί ότι «ο Πλάτων απευθυνόταν στην υψηλή κοινωνία και όχι, όπως οι χριστιανοί, στο πλήθος». Πράγματι ο Χριστός στα περισσότερα σημεία επανέλαβε αυτά που ήδη είχαν πει οι Έλληνες. Όμως τα είπε πολύ πιο απλά, κατανοητά, ανθρώπινα, τα είπε όχι τόσο φιλοσοφώντας, όσο αγαπώντας και θέλησε να γίνουν πράξης –βίωμα μαζών, στοιχεία της καθημερινής ζωής.
Παρά ταύτα, το μήνυμα του Ιησού, είναι «καινόν». Διότι έφθασε ως αυτό από δικούς του δρόμους και το μετέδωσε με δικούς του τρόπους. Είναι αυθεντικός και αυθεντικό είναι πάντοτε «καινόν». Και παραμένει τέτοιο. Ο σύγχρονος μέσος άνθρωπος, όταν αναζητεί παρηγοριά και ελπίδα, είναι πιθανότερο και ευκολότερο να την βρει στον Χριστό παρά στους αρχαίους φιλοσόφους.
Οι Εβραίοι που προσχώρησαν στον χριστιανισμό το έκαναν προσβλέποντας στην επικείμενη Δευτέρα Παρουσία την οποίαν ταύτιζαν με την κοσμοκρατορία του Ισραήλ. Όταν το 70 μ. Χ. οι Ρωμαίοι συντρίβουν την εξέργεση των Ιουδαίων και εξαφανίζουν την Ιερουσαλήμ, μαζί με τον Ναό της, η προσδοκία καταρρέει και οι Εβραίοι, οι οποίοι κατά τον Παύλο «ζητούν θαύματα» (ενώ «οι Έλληνες σοφία») εγκαταλείπουν τον χριστιανισμό και επανακάμπτουν στην παλαιά θρησκεία τους. Έτσι, ο χριστιανισμός γίνεται θρησκεία των ελληνιζόντων «εθνικών».
Δύο τάσεις εκδηλώθηκαν στους πρώτους χριστιανούς κατοίκους της ευρύτερης Παλαιστίνης: η ελληνίζουσα και η ιουδαίζουσα. Ο Ιωάννης εκφράζει κυρίως την πρώτη, οι Πέτρος και Ιάκωβος περισσότερο την δεύτερη. Ο πρωτομάρτυς Στέφανος εκτελέσθηκε από τον εβραϊκό όχλο, επειδή, ως ελληνίζων, μίλησε δημοσίως κατά του Μωσαϊκού Νόμου. Ο Παύλος επιχείρησε τον συγκερασμό των δύο τάσεων με απόκλιση όμως προς την ελληνίζουσα, αφού δηλώνει το τέλος της ισχύος του μωσαϊκού Νόμου αλλά και της αποστολής που ο Θεός είχε αναθέσει στους Εβραίους.
Από όλους τους αρχαίους λαούς μόνο οι Έλληνες τιμούν το σώμα. Το ίδιο κάνει και ο Ιησούς. Ζει ελληνικώς. Λιτά, απλά, αλλά όχι ασκητικά, ούτε αυτοβασανίζεται. Μετέχει σε πανηγύρια, γάμους, δείπνα, τρώει απ’ όλα, αρέσκεται στο κρασί (είναι «φαγάς και πότης» κατά τους πιστούς Ιουδαίους). Ακόμη, αγαπά την φύση, τα άνθη, τα ζώα, τα παιδιά. Οι Προφήτες του Ισραήλ ήταν ασκητικοί, άγριοι, τραχείς, αυτοβασανιζόμενοι. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ζει στην έρημο, τρέφεται υποτυπωδώς, φορά τρίχινο ρούχο, γενικώς συμπεριφέρεται όπως αρμόζει σ’ έναν Ιουδαίο προφήτη. Ο Ιησούς παραβιάζει όλους αυτούς τους κανόνες. Το πρώτο του θαύμα είναι καθαρώς Διονυσιακό: μεταβάλλει το νερό σε κρασί εξαιρετικής ποιότητος (Ιωαν. 2). Μιλά για το κρασί ως γνώστης, επαινεί τα εδέσματα που του προσφέρουν. Φαίνεται επίσης ότι φροντίζει την εμφάνιση του. Του αρέσουν τα αρώματα, φορά «άρρητον χιτώνα, υφαντό από επάνω έως κάτω», που οι στρατιώτες θεωρούν πολύτιμο και δεν τον σχίζουν. Ο Benedetto Croce γράφει: «ο Ιησούς αγάπησε και θέλησε την χαρά και την ευτυχία».
Ο Γιαχβέ είναι μονάρχης και «τα τέκνα του Ισραήλ είναι δούλοι μου» (Λενιτικό ΧΧV, 55). Άρα ως δούλοι οφείλουν να συμπεριφέρονται. Και οι εκπρόσωποι του ως τέτοιοι μιλούν. Ο Ιησούς όμως ομιλεί όχι ως δούλος, αλλά ως ελεύθερος άνθρωπος.
Ούτε χρησιμοποιεί πουθενά τον όρο «δούλος του Θεού», ακριβώς όπως οι Έλληνες ουδέποτε τον χρησιμοποίησαν.
Ο Γιαχβέ είναι εθνικοφυλετικός θεός, αρχηγός-φύλαρχος που κυβερνά τους «δούλους» του ζηλότυπα, κυριαρχικά, προσωπικά. Άρα του οφείλουν, υπακοή. Ο Ιησούς όμως δεν περιγράφει πουθενά τέτοιον Θεό-φύλαρχο. Και ζητεί αγάπη προς τον Θεό. Λέγει: «Αγαπήσεις Κύριο τον Θεό σου εν όλη τη καρδιά σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διάνοια σου. Αυτή εστί πρώτη και μεγάλη εντολή» (Ματθ. κβ’, 37-39). Όμως η πρώτη εντολή του Νόμου είναι άλλη: «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονται σοι θεοί έτεροι πλην εμού». Άρα, ο Ιησούς αντικαθιστά την κυριότερη εντολή του «Νόμου» με μία νέα, δική του. Ας σημειώσουμε ότι αναφέρεται σε «καρδία, ψυχή και διάνοια», υιοθετώντας έτσι την Ελληνική αντίληψη ότι ο άνθρωπος συναποτελείται από τρία στοιχεία: σώμα, ψυχή, πνεύμα. Η προσήλωση των Ιουδαίων στον Νόμο, ως απόλυτη και τελειωτική αλήθεια, δεν επέτρεπε τέτοιες αλλαγές που αποτελούσαν «κατάλυσή» του. Συνεπώς ο Ιησούς ζει και ενεργεί ελληνότροπος όχι ως Ιουδαίος. Και τελειώνει όπως όλοι σχεδόν οι μεγάλοι ήρωες των Ελλήνων αυτοί που πρόσφεραν στους ανθρώπους, με τρόπο τραγικό: Προμηθεύς, Ηρακλής, Μίνωας, Θησεύς, Αιγεύς, Βελλεροφόντης, Ορφεύς, Οιδίπους, Μελέαγρος, Σωκράτης, Φωκίων «ο χρηστός», Θεμιστοκλής, Μιλτιάδης, Αντιφών («ο πλέον ενάρετος των Αθηναίων» κατά Θουκυδίδη Η 67), Φειδίας.
Φυσικό, διότι «πολλές και μεγάλες αιτίες υπάρχουν για να εξοντωθούν οι λίγες τέλειες φύσεις… Ο Άριστος είναι ως άνθρωπος μεταξύ αγρίων θηρίων» (Πλάτων, Πολιτεία, 189). Γι’ αυτό διώχθηκαν πολλαπλώς Αριστείδης (ως «δίκαιος»), Αριστοτέλης, Πρωταγόρας, Κίμων, Θηραμένης, Φιλοποίμην, Ξενοφών, Στίλπων, Μεγαρίτης, Θεόδωρος Κυρηναίος, Αναξαγόρας. Το εναντίον του Ιησού κατηγορητήριο, είναι παρόμοιο με εκείνο κατά του Σωκράτους, που έλεγε: «Ενεργεί αντιθέτως προς τους νόμους, διότι δεν αναγνωρίζει τους παραδεγμένους από το κράτος θεούς και άντ’ αυτών εισάγει καινά δαιμόνια… διαφθείρει τους νέους. Προτεινόμενη ποινή: θάνατος». Και γιατί να αναζητούν τις προβλέψεις για τον Χριστό στους Προφήτες του Ισραήλ, όταν ο Πλάτων προφητεύει: «Ο δίκαιος μαστιγώσετε, στρεβλώσετε, δεδήσετε… πάντα κακά παθών, ανασχινδυλευθήσετε» (Πολιτεία, Β’, 360-364).
Οι Έλληνες και Ελληνίζοντες θεώρησαν τον Ιησού «σοφιστή» με την έννοια του ελληνίζοντος φιλοσόφου. Ο Λουκιανός (Περί Περεγρίνου τελευτής, 11, 13) και ο Πορφύριος (Κατά Χριστιανών) τον αποκαλούν «σοφιστή». Σε μία επιστολή του προς «υιόν Σεραπίωνα», κάποιος Ιουδαίος ονόματι Μαρά αναφέρει τον Ιησού μαζί με τους Έλληνες φιλοσόφους όπως τον Πυθαγόρα και τον Σωκράτη.
Οι Ιουδαίοι ανέμεναν έναν «προφήτη» που θα τους έστελνε ο Θεός, δηλ. έναν εκλεκτόν άνθρωπο, όχι θεό, ούτε ενσάρκωση, ούτε υιόν θεού. Ο Παύλος όμως κήρυξε ότι ο Ιησούς ήταν «παις Θεού» (Πράξ. 3, 22-26), ενανθρωπήσας Θεός και ως εκ τούτο «πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολος. 1, 15-20). Η ιδέα αυτή, βρίσκεται σε ασυμφιλίωτη διάσταση προς τον Ιουδαϊσμό για τον οποίον συνιστά υπέρτατη ύβρις και βλασφημία, ενώ αντιθέτως είναι κατ’ αρχή αποδεκτή από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, περιλαμβανόμενης της των Ελλήνων, οι οποίοι θεώρησαν πολλούς ήρωες των «υιούς θεών» (Ηρακλής, Περσεύς κ.α.). Η πίστη στην θεϊκή φύση του Χριστού έγινε επίσημο δόγμα της Εκκλησίας το 325 μ.Χ. με την Α’ Σύνοδο της Νίκαιας. Όμως οι Σημίτες ουδέποτε την απεδέχθησαν και από αυτούς προήλθαν αιρέσεις μονοφυσιτικές.
Ο Ιησούς έδειξε εμπράκτως, με τον βίο του, ότι η οδός προς την ένωση με τον Θεό μπορεί να υπάρχει και εντός των συνθηκών της κανονικής ανθρώπινης ζωής.
Η νέα διδασκαλία εμφανίζεται στην ελληνίζουσα Γαλιλαία, από τον ελληνίζοντα Γαλιλαίο Ιησού που καταφανώς είναι κάτοχος παιδείας Ελληνικής. Από τα πρώτα βήματα, η νέα θρησκεία όχι μόνο μιλούσε, έγραφε, κήρυττε στα ελληνικά, αλλά και κυρίως σκεπτόταν βασικώς ελληνικά. Οι ευαγγελιστές και ο Παύλος, ανήκουν στην ελληνική φιλολογία.
Ο W. R. Inge Πρύτανης του Πανεπ. St. Paul διαπιστώνει: «Χωρίς αυτό που αποκαλούμε οφειλή μας προς τους Έλληνες δεν θα είχαμε την θρησκεία μας». Προσθέτει: «Η επισήμανση της συνέχειας της ελληνικής θρησκευτικής σκέψεως και πρακτικής είναι ιδιαιτέρως σημαντική και πρέπει να υπογραμμισθεί, διότι η εκπαίδευσης μας, αγνοεί την ύστερη ελληνική φιλοσοφία της θρησκείας και ανάγει το χριστιανικό δόγμα στην Παλαιστίνη, με την οποία στην πραγματικότητα, πολύ μικρή σχέση έχει».
Ο Νίτσε χαρακτηρίζει τον Πλάτωνα «προ Χριστού χριστιανό», αφού σ’ αυτόν βρίσκονται οι ρίζες της θεολογίας, μεταφυσικής και πολιτικής φιλοσοφίας καθώς και ο μυστικισμός του χριστιανισμού.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς γράφει ότι ο Πλάτων συνέγραφε «κατά θεία έμπνευση». Η ουσία του Χριστιανισμού δεν είναι ούτε εβραϊκή, ούτε ασιατική. Αντιθέτως ο χριστιανισμός είναι λιγότερο ανατολική απ’ όλες τις θρησκείες. Και είναι η μόνη που απέτυχε να ριζώσει στους Σημίτες και στους Ασιάτες. Δεν υπάρχει σημιτική ή ασιατική χώρα όπου οι χριστιανικές ιεραποστολές να σημείωσαν αξιόλογη επιτυχία. Διότι η ελληνική ουσία του Χριστιανισμού βρίσκεται στους αντίποδες του ανατολισμού όπου παρά τις προσπάθειες, δεν μπόρεσε τελικώς να ριζώσει ο Ελληνικός Πολιτισμός.
Ο Ηράκλειτος και οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι τα πάντα προήρχοντο και κατευθύνοντος από τον Λόγο που είναι ο εκδηλούμενος Θεός. Ο Ιωάννης αρχίζει το Ευαγγέλιό του: «Εν αρχή είναι ο Λόγος και ο Λόγος είναι προς τον Θεό και ο Θεός είναι ο Λόγος και πάντα όσα εγένετο δι’ αυτού εγένοντο και άνευ αυτού ουδέν γέγονεν».
Οι Πυθαγόρειοι υποστήριζαν ότι οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος είναι δώδεκα. Ο Ιωάννης γράφει: «Σημείο μέγα ωφθη εν τω ουρανό, γυνή περιβεβλημένη τον ήλιο και η σελήνη υπό κάτω των ποδών αυτής και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα». Ο Ιπ. Δάκογλου στο έξοχο ενδιαφέρον τετράτομο έργο του Ο Μυστικός Κώδικας του Πυθαγόρα (Νέα Θέσης 1998) επισημαίνει την επιρροή των Πυθαγορείων στον Χριστιανισμό (Δ’, σ. 282). Στην Αποκάλυψη επαναλαμβάνεται το Πυθαγόρειο (του Φιλολάου) ηλιοκεντρικό σύστημα των δώδεκα πλανητών.
Ο Απόστολος Πέτρος λέγει: «ξέρετε ότι είναι ασυγχώρητο εις άνθρωπο Ιουδαίο να συναναστρέφεται ή να πλησιάζει αλλόφυλο. Ο Θεός όμως έδειξε εις εμέ να μη λέγω μηδέν άνθρωπο βέβηλων ή ακάθαρτο» (Πράξεις Αποστόλων, I’ 28).
Ο Ιουστίνος στις απολογητικές υπέρ του Χριστιανισμού εργασίες του μιμείται τους Πλάτωνος. Και ταυτίζει τον Χριστό με τον Λόγο των Ελλήνων.
Η αλληγορική μέθοδος ερμηνείας που τόσο χρησιμοποιήθηκε από τους Χριστιανούς λογίους προέρχεται από τους Στωικούς που την χρησιμοποίησαν για την ερμηνεία της Ελληνικής Μυθολογίας.
Ο Χριστός χρησιμοποιεί συνεχώς την Ελληνική μέθοδο της αλληγορίας η οποία καθιερώνεται στους απολογητές του χριστιανισμού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΜΑΣ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: